Απριλίου 26, 2021

Une petite mort quotidienne.

Ξάφνου μέσα στις παραισθήσεις νιώθω μια ακατάπαυστη αγωνία να μου καίει τα σωθικά. Νιώθω ένα ακατάπαυστο άγχος να κυριεύει το σώμα μου και η ψυχή μου να κρεμιέται από μια σου αναπνοή. Αυτό με κάνει να θέλω να χαθώ και να παύσω να αναπνέω. Αυτή η καταραμένη αναμονή με κάνει να θέλω να ουρλιάξω. Μα τώρα δεν μπορεί να βγει, ούτε η ανάσα μου. Αυτή η αναμονή, με κάνει να ποθώ ακόμα περισσότερο το ψέμα σου. Αυτή η αδυναμία μου, να σε λαχταρώ, να σε αναμένω σχεδόν μαρτυρικά, με κάνει να χάνομαι. Έτσι, βρίσκω τον εαυτό μου μέσα σε μια παγωμένη μπανιέρα και ο μόνος μου σύντροφος να είναι οι σκέψεις μου και ο ήχος της μισόκλειστης βρύσης, που έρχεται να προστεθεί με ευλάβεια, μέσα στο λιμνάζων νερό. Εκεί βρίσκομαι, γυμνή, με ένα τσιγάρο να αργοσβήνει στα ακροδάχτυλα μου.
Η στάχτη, πέφτει μέσα στο βρώμικο νερό, μαζί με κάθε ώρα, που περνάει εγώ σε καρτερώ, όμως η ώρα αυτή ποτέ φτάνει και παραμένω μόνη. Μόνη. Μια βαριά λέξη, απρόσιτη και απερίγραπτα βασανιστική, για να μπορέσω ακόμα και να την ξεστομίσω μέσα στο παγωμένο δωμάτιο. Το βλέμμα μου έχει παγώσει και συνεχίζω να κοιτώ με ευλαβική προσήλωση το γυμνό μου σώμα, που τώρα πια, έχει μελανιάσει, από το παγωμένο νερό και έχει βρωμίσει, από τις γόπες που με περιβάλλουν. Την προσοχή μου την διακόπτει μια μικρή κατσαρίδα, που δραπετεύει από το σιφόνι του μπάνιου. Γυρνάω να την κοιτάξω. Η κατσαρίδα κουνάει έντρομη τις κεραίες τις και την νιώθω να με περιεργάζεται. Έτσι μένουμε και οι δύο στάσιμες για λίγη ώρα, μέσα στον πυκνό καπνό. Με μια γρήγορη κίνηση αρχίζει και τρέχει, προς το μέρος μου. Εγώ δεν αντιδρώ, μα συνεχίζω να την παρατηρώ. Σηκώνω με αργές κινήσεις το χέρι μου και την βάζω μέσα στην παλάμη μου.
Εκείνη, τρομοκρατημένη καθώς είναι, αρχίζει να τρέχει, προς την αντίθετη κατεύθυνση και εν τέλει δραπετεύει, με τρομερούς ελιγμούς, μέσα στο σκοτεινό σιφόνι. Το χέρι μου, έτσι απλωμένο καθώς είναι, έμεινε να προεξέχει από την μπανιέρα. Το βρώμικο νερό επάνω μου έχει κατασταλάξει και τώρα οι λεπτές σταγόνες φεύγουν, από τα ακροδάχτυλα μου και πέφτουν απάνω στο λευκό πλακάκι. Ένας φαινομενικά μη διακριτός ήχος, αλλά στα αυτιά μου μοιάζει με σφαίρες, που διαπερνούν το κορμί μου. Το σώμα μου, που είναι ήδη παραμορφωμένο αλλοιώνεται ακόμα περισσότερο. Το σώμα μου είναι γιομάτο από ουλές, αναμνήσεις από μια άλλη εποχή αλλά τώρα πια είναι και οι μόνοι συνοδοί σε ετούτη την σιωπηλή καταστροφή. Τώρα πιά, ακόμα κι αυτό, το νιώθω να με εγκαταλείπει, σταδιακά. Οι γόπες περνούν από δίπλα μου και στέκονται συνάμα επάνω στο βρεγμένο μου μαλλί. Η στάχτη έχει διαλυθεί πλήρως, μέσα στο νερό και έχει δημιουργήσει μια έντονη μυρωδιά, που γεμίζει τα κατεστραμμένα μου πνευμόνια.
Το σώμα μου είναι βρώμικο. Το μυαλό μου είναι κενό. Νιώθω την ανάγκη να ανάψω άλλο ένα τσιγάρο, μα καθώς γυρνάω να κοιτάξω το πακέτο, που είναι δίπλα μου, παρατηρώ πως είναι βρεγμένο και τα τρία τσιγάρα, που περιέχει είναι νωπά. Η μυρωδιά του νωπού καπνού σε συνδυασμό, με το σχεδόν κατεστραμμένο χαρτί, με συνοδεύουν εδώ, σχεδόν μια αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην στασιμότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην απόλυτη ματαίωση της στιγμής και της παραδοχής της ίδιας μου της αδυναμίας, του εαυτού μου, που διαλύθηκε, που ξεγυμνώθηκε, που ηττήθηκε. Οι σκέψεις μου είναι συγκεχυμένες μέσα στην απόλυτη σιγή.
Δεν ακούγεται κανένας ήχος, πάρα μόνο μια λεπτή, σχεδόν φαντασιακή απομίμηση της αναπνοή. Της δικής σου αναπνοής, μέσα από χιλιάδες καλώδια, μέσα από κλειστές πόρτες και χαμένους ανθρώπους, που καρτερούν να ακούσουν την αναπνοή σου, που προσπαθούν να σε δαμάσουν. Και ίσως τα καταφέρουν μια μέρα. Μια μέρα, θα λησμονηθείς, θα γίνεις μια κοινότυπη, αλυσίδα επάνω σε ένα λαιμό μιας ολότελα αιθέριας ύπαρξης, που θα θυμίζει ανθισμένα κρίνα μια ηλιόλουστη μέρα. Εκεί, δίπλα στην καρδιά της, θα αναγράφεται το μονόγραμμα σου, από χρυσό. Τότε θα έχεις σκλαβωθεί. Θα έχεις γίνει πεπερασμένη πληροφορία, μέσα στο αχανές εύρος της σκιάς της πόλης, που σε δημιούργησε αλλά και τελικά σε δάμασε. Με τα φλογερά της χείλη και τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις της κατάφερε να σε εγκλωβίσει και να σκίσει συθέμελα μεταμορφώνοντας σε κάποιον ξένο, κάποιον άλλο.
Αυτή η ακατέργαστη προσδοκία να σε δαμάσουν, να σε αποδεχτούν και να σε αγαπήσουν είναι τελικά η καταστροφή σου. Η αχίλλειος πτέρνα σου, που όμως ποτέ δεν κατάφερες να δαμάσεις. Αυτή η αδυναμία είναι, που ενώνει τους μοναχικούς ανθρώπους, σαν εμένα κι εσένα. Ανθρώπους, που κατασπαράζονται, μέσα στην δύνη της πόλης, που τόσο αγαπούσες. Αυτή είναι η αδυναμία, που μοιραζόμαστε. Η πηγαία ανάγκη μας  να νιώσουμε όλο και λιγότερο μοναχοί. Μα δυστυχώς, πότε δεν επιτελείται και έτσι παραμένουμε μόνοι, ίσως και πιο μόνοι από πριν. Όταν επικρατούσε σιωπή η αναπνοή σου πάντα συνοδευόταν από μια μουσική επένδυση κάποιου ξεχασμένου ραδιοφώνου. Μελωδίες, που σου θύμιζαν μια πιο αθώα εποχή. Και έτσι κάποτε, ακόμα κι εκείνο το ξεχασμένο ραδιόφωνο σιώπασε και παράμεινε ο ήχος της αναπνοής σου απογυμνωμένος, να ακούγεται στο ακουστικό, μέσα στην σιωπή της νύχτας.

Et cette nuit-là, tout était silencieux, une fois pour toutes.
Soudain, le son d'un briquet se fait entendre, qui est maintenant suivi d'un autre nuage de fumée, à l'intérieur de la pièce glacée.

ΖΝ.

Απριλίου 22, 2021

La reine des clowns.

 
   Η μουσική αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη το μουσικό μου θέμα. Οι φωνές μέσα στην κατάμεστη αίθουσα και οι κραυγές του όχλου να σείουν ολάκερη τη σκηνή. Ακούω την απρόσωπη φωνή του θιασάρχη να φωνάζει το όνομα μου. Τα πόδια μου τρέμουν. Με το βλέμμα μου κολλημένο μπρος από ένα σπασμένο κομμάτι από καθρέφτη, που ‘χω για να βάφομαι καρτερώ να εξαφανιστώ. Ένα απρόσιτο βλέμμα και μια απροσδιόριστη σκληρότητα έχει καταβάλλει το πρόσωπο μου. Καρτερώ πίσω από μια κατάμεστη αίθουσα να χορέψω, για τις ορέξεις των άλλων. Ακούω τις τρομπέτες, να ηχούν τόσο δυνατά, που μου κόβουν την ανάσα. Τα εκκωφαντικά τύμπανα παίζουν με χτύπο της καρδιάς μου. Κρύα δάκρυα κι ένας παγερός αγέρας φυσάει και ανασηκώνει τις βαριές κουρτίνες, που με χωρίζουν μόλις μια ανάσα από το πλήθος. Έτσι μπορώ και θωρώ για μια μονάχα στιγμή πίσω από αυτές. Δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα, παρά μόνο τις μαύρες σιλουέτες τους και την σκηνή, που εκεί πάνω θα βρεθώ για ένα ακόμα βράδυ, αγκαλιά με τις ορέξεις τους.

Η καρδιά μου επιδιώκει να βγει από το στέρνο μου και να σκορπιστεί ωσάν τα πυροτεχνήματα, μέσα στην σιγή των ουρανών και να διαταράξει παντελώς την ψευδαίσθηση της γαλήνης. Τώρα πια τρέμουν και τα κάτασπρα χέρια μου. Ο παγερός αγέρας παρασύρει τα ρούχα μου, τα βαμμένα κόκκινα και πράσινα μαλλιά μου. Μαζί τους ταξιδεύω και εγώ μαζί με τον ασθενικό καπνό του τσιγάρου μου, που σιγοκαίει στα δάχτυλα μου. Έτσι βρίσκω τον εαυτό μου να καπνίζει, μέσα σε αυτήν την αναθεματισμένη νύχτα. Τα μάτια μου δακρύζουν και το πορσελάνινο λευκό μου χρώμα μουτζουρώνεται με τα κατακόκκινα παραμορφωμένα χείλη μου και το καταπράσινο περίγραμμα των ματιών μου. Τα άλλοτε πορφύρα μου γάντια τώρα, που τα θωρώ είναι ξεσκισμένα, γεμάτα λεπτές κόκκινες κλωστές, πολυκαιρισμένα πια. Τα αντικρίζω να γίνονται ένα με τα καταπονημένα μου χέρια, που είναι γεμάτα με ουλές, από τα σκοινιά και το χώμα. Η στολή μου, που ήταν κάποτε ολόλευκη τώρα την έχει διαδεχτεί ένα χρώμα, που θυμίζει σωμών, αλλά έχει την μυρωδιά από το φρέσκο χώμα, που έγινε λάσπη, στις προηγούμενες παραστάσεις μου. Τα καραβάνια μας μπάζουν από καιρό νερό και όλα μου τα υπάρχοντα, πλέον διακατέχονται από την μυρωδιά της μούχλας.

Στο άλλοτε νεανικό μου πρόσωπο έχει τοποθετηθεί με μεγάλη προσοχή ένα προσωπείο, γεμάτο ρωγμές, ένα προσωπείο έτοιμο να διαμελιστεί. Να σπάσει μπροστά σε όλο το κόσμο, που φωνάζει για να ιδεί λίγο ακόμα την γυμνή και ταλαιπωρημένη μου σάρκα. Όταν βρίσκομαι καβάλα στην κούνια μου ή μέσα στο κλουβί μου, ή ακόμα όταν βρίσκομαι ανάμιγμένη με το χώμα. Αυτή η καταραμένη μυρωδιά του χώματος δεν φεύγει από πάνω, όσο κι αν τρίβω με μανία το σώμα μου. Όσο κι αν προσπαθώ να την καλύψω με την μυρωδιά του καμένου σκοινιού στα χέρια μου. Όσο κι αν ματώσω, η μυρωδιά μου, πλέον είναι αυτή. Προσπαθώ να χαμογελάσω αλλά το χαμόγελο μου είναι παγωμένο και μοιάζει με εκείνο, που έχουν οι κούκλες, που παίζουν τα νεαρά κορίτσια στην πόλη. Αυτό το χαμόγελο, μου έβαλαν για άλλη μια φορά να φορέσω και να ποζάρω για αυτούς, τους ηδονοβλεψίες που δουλεύω. Με πρωταγωνιστή τον σκληρό θιασάρχη. Εκείνος με έσπαγε κάθε μέρα από λίγο, όταν ούρλιαζε στο πρόσωπο μου "Είσαι απροσδόκητα παγερή, σαν ξεψυχισμένη κούκλα, χαμογέλα!" . Έτσι λοιπόν, όταν δεν έπαιρνα πια από φωνές μου «χάρισε» ένα μόνιμο χαμόγελο. Χαράζοντας με το μαχαίρι του και κάνοντας με να χαμογελάω έτσι, ψεύτικα μια για πάντα. Μου δημιούργησε απλόχερα και δυο μεγάλες ουλές, που εκτείνονταν από τα μέσα του μάγουλου μου και περνούν το ύψος των ματιών μου, απάνω από τα ωχρά μου φρύδια. Θαρρώ πως εκείνη την μέρα έχασα κάθε μικρό κομμάτι, του εαυτού μου και μεταμορφώθηκα σε αυτήν, που είμαι τώρα.

Έτσι αφέθηκα γιομάτη φθόνο και φόβο. Σε ετούτον που μου δώρισαν με όλη τους την ψυχή. Ώστε κανείς πια, να μην μπορεί να ουρλιάζει και να σκίζει με μανία τη σάρκα μου. Εκείνοι με κοιτούν με απέχθεια αλλά κάθε φορά βρίσκουν κάτι, που τους εκλύει, σαν μύγες απάνω στο ημίθανο ψοφίμι. Σαν άλλα όρνια με κατασπαράζουν και μετά φεύγουν. Κάθε φορά όμως επιστρέφουν για λίγο ακόμα, σαν να αναζητούν κάποιο χαμένο τους κομμάτι απάνω μου. Σαν μια διαστρεβλωμένη προβολή του εαυτού τους. Καρτερούν, να ιδούν μέσα στα δικά μου μάτια, το πιο απόκρυφο κομμάτι του εαυτού τους, μέσα από το δικό μου πληθωρικό μπούστο  ψάχνουν να ικανοποιήσουν τις πιο αρρωστημένες τους φαντασιώσεις, και μέσα στη δική μου φωνή προσπαθούν να ουρλιάξουν για μια στιγμή ελευθερίας, πέρα από κάθε ενοχή, πέρα από κάθε πουριτανισμό.

Έτσι μεταμορφώθηκα σε αυτό, που βλέπω πιά μέσα από το σπασμένο καθρέφτη, το βλέμμα μου είναι πια τόσο σκληρό, που σου παγώνει την ψυχή, ενώ τα χείλη μου πάντα σου προσφέρουν ένα διάπλατο χαμόγελο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό, από ένα ξεψυχισμένο χαμόγελο ενός γελωτοποιού. Ένας γελωτοποιός δεν επιτρέπεται να εκφράζεται, παρά μόνο να υπομένει μαρτυρικά και να χαμογελάει. 

Έτσι του ζητούν να σπάει την ύπαρξη του σε εκατομμύρια μικρά θραύσματα και να τα ξεχνάει όλα, όταν φιλοτεχνεί το φαινομενικά άτεχνο προσωπείο του και μπρος από άπληστες άμορφες φιγούρες, που του ζητούν, να ξεγυμνωθεί για ακόμη ένα βράδυ. Εκείνο το προσωπείο πια δεν εμπεριέχει χαρά ή πόνο, πάρα μόνο οργή.

Αυτή η πηγαία οργή, που σε κάνει να σφίγγεις τα δόντια και να μπήγεις μέσα στις παλάμες σου τα σπασμένα σου νύχια και να ματώνεις. Αυτή είναι και η μοναδική ένδειξη, πως είμαι ακόμα ζωντανή, πως αναπνέω μέσα στον όχλο. Κάθε βράδυ βρίσκομαι κάτω από τους εκτυφλωτικούς προβολείς και μέσα στις βοές του βαθιά εκφυλισμένου όχλου, που προσμένει να με ιδεί να πονάω, για ένα ακόμα βράδυ. Με κατασπαράζουν με ετούτα με τα αναθεματισμένα μάτια τους, ενώ το βλέμμα τους είναι νεκρό. Θυμίζουν κουφάρια, που προσδοκούν να γευτούν την σάρκα μου και όσο πιο κοντά τους είμαι, τόσο ανεβαίνει η λίμπιντος τους.

Ξάφνου, η μουσική επένδυση δυναμώνει και με ξυπνάει από τις βίαιες επιθυμίες μου. Ανοίγω τα μάτια μου και θωρώ ξανά αυτό το προσωπείο, όπου έχει λερωθεί και φαίνεται αχνά το καλά κρυμμένο μου μυστικό. Με γοργές κινήσεις διορθώνω τις ατέλειες μου και πηδάω απάνω, σαν να με χτύπησε κεραυνός. Μια τελευταία τζούρα και πετάω με περίτεχνο τρόπο την μισό σβησμένη μου γόπα και εκείνη προσγειώνεται κάτω στο νωπό χώμα. Παίρνω μία βαθιά ανάσα. Από τα μεγάφωνα ακούω τώρα να με καλούν με ουρλιαχτά και άλαλες κραυγές εκείνοι. Τους ακούω να σπαρταρούν, να φωνάζουν το όνομα μου, ένας κλόουν κάνει πάντα το κόσμο να γελά, ήρθε και η δική μου σειρά.


Μέσα από τις κραυγές ακούγεται η εκκωφαντική φωνή του θιασάρχη να λέει περήφανα:
Η βασίλισσα των κλόουν για άλλη μια βραδιά στην πόλη σας! Ελάτε κόσμε να την δείτε!


ΖΝ.

Απριλίου 01, 2021

L'art de l'illusion.

 

    Η τέχνη της ψευδαίσθησης και η δύναμη της αδυναμίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες γιομάτες από δύναμη και συνάμα πόνο. Η αφύπνιση της αυτόεικονας καταδιώκει τώρα και εμένα, μέσα στον βαρύ βορειά μιας σκοτεινής μέρας και την απόλυτη ματαίωση και αυτοκαστροφή της εικόνας μου, μια ξάστερη νύχτα. Όταν χιλιάδες σαν κι μένα, ανδρείκελα, που μονιάζουν για να συμπληρώσουν το ένα το άλλο, όντας τυφλά και αβοήθητα. Έτσι καταλήγουν μαθηματικά στο χάος.
   Οι ψυχές περιπλανιούνται στον αιθέρα της καπνισμένης και διαλυμένης πόλης. Ανθρωπόμορφα πλάσματα με αψεγάδιαστα προσωπεία καρτερούν το μέσα σου, να σε κατασπαράξουν και να σε αποτελειώσουν, με μόλις μια φράση, τότε ξέρεις, ότι το τέλος σου δεν αργεί. Είναι αμέτρητα τα άφυλα όντα. Απρόσωπα που περιπλανιούνται μέσα στον ζόφο και στον απροσδιόριστο αγέρα, για να χυμήξουν μέσα σου και να σε αρπάξουν. Σχεδόν να σοδομήσουν κάθε τοίχος, που έχεις χτίσει με τα γυμνά σου χέρια, μέσα στα ατελείωτα μερόνυχτα και το μόνο, που σε συνόδευε ήταν η βοή του αγέρα. Αυτό είναι το πολυπόθητο ταλέντο της τέχνης της ψευδαίσθησης, της αντοχής σου μέσα στο πέρας των λεπτών για να επιβιώσεις.
    Μου αρέσει να βλάπτω τον εαυτό μου, αλλά δεν μου επιτρέπεται να πράττω έτσι και για αυτό τοποθετώ προσεκτικά κάθε μέρα μερικές άφυλες μορφές για να το κάνουν για εμένα. Έτσι ξεγελώ την εικόνα μου, πως τάχα επιθυμώ να αλλάξω και να μετουσιωθώ στην Μούσα σου και σε ένα σημείο αναφοράς. Αυτό που πραγματικά επιθυμώ είναι η απόλυτη καταστροφή μου. Η κλιμάκωση της διάλυσης μου, μέχρι να αναδυθεί στην επιφάνεια το ένα και μοναδικό ακλόνητο θραύσμα. Το μοναδικό θραύσμα της ευτυχίας αυτής σπάει, μέσα στις επόμενες στιγμές. Αυτό είναι και το επόμενο άφυλο πλάσμα, που θα δημιουργήσω για ακόμα μια φορά, εγώ, για εμένα. Γίνομαι ένα με τις καταστροφικές και λιμασμένες ρίζες του παρελθόντος.

ΖΝ

Μαρτίου 10, 2021

La trilogie de la lumière.

 Le lever du soleil.

Ένας ατελείωτος δρόμος και μπρος μου, ένα άπιαστο ηλιοβασίλεμα. Ένα ηλιοβασίλεμα έτοιμο να εξαϋλωθεί, να λιώσει. Να γίνει ένα με το ανταριασμένο νερό και τα απομακρυσμένα γαλαζωπά βουνά, που το υπερκαλύπτουν, από την οπτική μου επαφή με αυτόν τον ατέρμονο δρόμο. Ο δρόμος, αυτός χαράζει με τόση βιαιότητα το έδαφος, που κάθε χιλιόμετρο, που περνάει θωρώ, πως η Φύση διαλύεται και σπαράζει για χάρη ενός προορισμού, ενός άπιαστου σκοπού, ενός κενού ηλιοβασιλέματος. Ο ήλιος, όντας κοντά στο τέλος του, υπερκαλύπτει κάθε παραβολή μέσα στον πύρινο καμβά του, διασπάει τα χρονικά όρια της κοσμικής στιγμής και συνθλίβει, κάθε πιθανή λεπτή ρωγμή χρώματος τη στιγμή, που αποχαιρετάει τα μισόκλειστα μου μάτια και διανύει τη στιγμή απόλυτης γαλήνης, ετούτη δω η στιγμή είναι και ένας μικρός θάνατος.

Κάθε μέρα, αυτό το επουράνιο σώμα, πεθαίνει μέσα στα μάτια μας, για να γεννηθεί μέσα σε πιο καθάρια μάτια, σε πιο ειδυλλιακά, όπως αυτά που θωρούν τώρα δα, τα δικά μου. Κάθε στιγμή του ηλιοβασιλέματος είναι κι μια μικρή επανάσταση της ιδέας της ζωής. Αυτή η στιγμή αντιστοιχεί και σε έναν μικρόν θάνατον, μια μικρή ανακοπή, μια ανάπαυλα, μια αναμονή, γιομάτη με κάθε λογής πόνο και μεταμέλεια, αυτό είναι και το τίμημα του ανθρώπου να ζει, ετούτη δα την στιγμή του ηλιοβασιλέματος. Να πως κι αυτός γίνεται ένας σιωπηρός συνένοχος σε αυτήν τη βουτιά, την δολοφονία, ετούτης της στιγμής, συνένοχος μα και εκτελεστής. Δυο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες και απομακρυσμένες από τα μάτια των καλλιτεχνών.

Εκείνοι που με την Θεία Έμπνευση της στιγμής αναγεννούν λίγο απ’ αυτό το μαραζωμένο φως, του επουράνιου ετούτου σώματος, φυλακίζοντας το μέσα σε στιγμές, μέσα σε απαρχαιωμένες φωτογραφίες και ξεσκισμένα καβαλέτα απάνω από απαρχαιωμένες υπογραφές, αναμνήσεις μια άλλης ζωής, ολότελα ξένης, από τον «Παντοδύναμο Δημιουργό», αυτού εδώ του μικρόκοσμου του μυαλού τους. Εκείνοι, που δημιούργησαν την επίπλαστη έννοια του φυλακισμένου χρώματος του ουρανού είναι και εκείνα τα άλλοτε πονόψυχα πεφωτισμένα παιδιά του σκοτεινού διαμερίσματος, της διπλανής πόρτας. Εκείνοι είναι οι θηριοδαμαστές του φωτός, που αθέτησαν την υπόσχεση τους να το λευτερώσουν για τρέξει μέσα στα νέα μυαλά και να ιδωθεί από νέα μάτια, εκείνοι οι σκληροί δημιουργοί της επίπλαστης πραγματικότητας μοιάζουν ξένοι μπρος του.

Το ηλιοβασίλεμα είναι μια άπιαστη ιδέα, ένα ερωτηματικό μέσα στην ολότελα γιομάτη περιγραφή της ρημαγμένης εικόνας τους. Ένα ηλιοβασίλεμα πεθαίνει τη στιγμή, που οι πρώτες πύρινες ακτίνες αγγίξουν τα θολά σου μάτια, μόλις αγγίξουν το ισχνό σου προσωπείο, εκεί για μερικά μόλις δεύτερα το ραγίζουν ολότελα. Έτσι ενσαρκώνουν δίνοντας ξανά πνοή σε κείνο σκοτεινό δωμάτιο, που κρύβεις βαθιά μέσα στις αναμνήσεις σου. Εκείνο με την απόλυτη σιωπή, εκείνο το λευκό δωμάτιο, που ελπίζεις να ανοίξει ξανά η πόρτα για να εισχωρήσεις με έντονο δισταγμό, αλλά και με καθάρια πνοή, το δωμάτιο της Θείας Έμπνευσης, που τόσο καρτεράς να ιδείς.

Το φως καρτερά να γεννηθεί τώρα σε ξένα μάτια, μέσα σε ένα ολότελα ξένο δωμάτιο, μέσα σε σκιές και φωνές κάποιου άλλου, εσύ όμως, δεν το αφήνεις να αποδράσει. Το κρατάς με τα ρημαγμένα σου χέρια, γιατί είναι και το μόνο, που σου έχει απομείνει από εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο. Η στιγμή έχει φτάσει, ανοίγεις τα μάτια σου και ακούς ξανά εκείνο ξεχασμένο σαξόφωνο, την εισαγωγή εκείνου του κομματιού και ακούς τις βαριές ανάσες σου, η καρδιά σου σφυρηλατεί το στέρνο σου και κοιτάξεις ξανά από κείνο το μισάνοιχτο παράθυρο εκείνη την ξένη γυναίκα, που περνούσε τυχαία από κάτω. Το κοιτάς που αγκομαχάει να βγει έξω, να ενωθεί με τις πύρινες ακτίνες του ήλιου, μέσα σε τούτη την πύρινη δύση του ηλίου, το κοιτάς να χάνεται μαζί με τα υπόλοιπα του συναφιού του, και εισέρχεσαι στο σκοτάδι, αργά και σταθερά, μέχρι το επόμενο φως της έμπνευσης να φωτίσει τα θολά σου μάτια, εσύ ενώνεσαι με το αποκομμένο σου εαυτό, το λεγόμενο εγώ και έτσι βρίσκομαι ξανά να ακολουθώ ένα ατελείωτο δρόμο μπρος μου και ένα άπιαστο ηλιοβασίλεμα στο διάβα μου.

ΖΝ

Φεβρουαρίου 24, 2021

La trilogie de la lumière.

L'espace entre les ombres.


  Ένας ατελείωτος δρόμος και μπρος μου, ένα άπιαστο ηλιοβασίλεμα. Ανάμεσα στους παλμούς της καρδιάς μου και των χτύπων των βλεφάρων μου, υπάρχει μια μηδαμινή αναμονή, μερικά μόλις δέκατα του δευτερολέπτου και συντελείται μια ασυνείδητη ασυνέχεια, ένα χρονικό κενό, μεταξύ του ίδιου μου του εαυτού. Μεταξύ της νόησης μου και της θεόσταλτης εικόνας, που αντικρίζω. Αυτή η χρονική απόκλιση είναι παρόμοια με κείνη των πύρινων χρωμάτων και αναμεταξύ της λεπτής γραμμής της συντέλειας του κόσμου αλλά και της σωτηρίας του. Το αδιάληπτο χρονικό ασυμβίβαστο του εαυτού κι του εναντίον μου. Το λεγόμενο «κενό».

      Η αντάμωση των δύο αυτών υλικών και παράλληλων ουράνιων σωμάτων αφορά το σύνολο και την κοσμική τους έλξη. Το κενό μεταξύ των σκιών είναι ο λόγος, που οδηγεί την υλική έννοια του χρόνου, υπό αμφισβήτηση. Ο χρόνος δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση των σκιών, μέχρι να επιτελεστεί η επόμενη έκρηξη στον καμβά του ουρανού, και οι πινελιές όπου διαγράφονται, δεν είναι άλλες από το σύνολο των σκιών, που δημιουργείται στο ενδιάμεσο χρονικό παρών εκείνων των ανθρώπινων υποστάσεων των εικόνων και των ιδεών.

    Η ιδέα σου, φθείρεται και πεθαίνει μαζί με την αποκομμένη εικόνα μιας ξεθωριασμένης φωτογραφίας μαζί με τον άρρηκτο δεσμό της αναπόλησης εκείνων των στιγμών, που αναβιώνεις. Η αναμονή, όμως δεν καταστρέφει την χρονική επιτέλεση, την διεγείρει, την εντείνει, όπως ανασταίνεται ο καλλιτέχνης από την Έμπνευση.

         Ένα μονάχα βλέμμα και το καθάριο γαλάζιο της πινελιάς σου δημιουργεί μια ολοκάθαρη χρονική αφήγηση, μέσα σε ένα παρθενικό καμβά, μαζί με ένα ζευγάρι ηλιόλουστα και πένθιμα μάτια που αντανακλούν την λαχτάρα όλου του κόσμου, δημιουργούν την αίσθηση της χρονικής συνέχειας αυτής της θείας πραγμάτωσης. Ο καλλιτέχνης ανασυντάσσεται, μέσα από το σύνολο των Ιδεών του και πεθαίνει μόλις οι ιδέες αυτές επιτελούνται. Μέσα στην συμβατικότητα του χρονικού συνειδητού, διαγράφονται, ως ιδέες και διαμορφώνονται, ως πεπερασμένες συμβατές εικόνες. Ο καλλιτέχνης επιτελεί το έργο του και μετά φθείρεται, σαν έναν ατέρμονο επαναλαμβανόμενο κύκλο της σκέψης και της αναβίωσης της στιγμής.


     Ένα άτομο μοναχό, μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο μαζί με τον καπνό να λιώνει την υλική του υπόσταση και να βουλιάζει, μέσα από την ατέρμονη αναμονή της Έμπνευσης. Αυτός ο μοναχικός δρόμος, δεν οδεύει, προς την ανακάλυψη της ιδέας, αλλά προς την ανακάλυψη της αυτοπραγμάτωσης της ιδέας της χρονικής ασυμβατότητας. Έτσι, ώστε να αντιτίθεται, με το σύνολο των ατόμων και των συναισθημάτων, που περνάνε από το διάβα του. Ο καλλιτέχνης όπως και τα πύρινα χρώματα είναι απομονωμένα και χρειάζονται την συνύπαρξη των κενών ηλιοβασιλεμάτων και των ψευδαισθήσεων των εικόνων για να δημιουργήσουν να πραγματωθεί μια χρονική μικρή πυρκαγιά, μια αφορμή για να γεμίζει το χρονικό συμβατικό κενό με το διάβα των ιδεών αυτών και των μεγαλεπήβολων σχεδίων. Ο καλλιτέχνης αναζητά το ηλιοβασίλεμα και την κενότητα την συνουσία των χρωμάτων του ουρανού για να ανακαλύψει την επικείμενη θεία εικόνα του, μέχρι τότε το κενό των σκιών του καπνού θα διαδέχεται την χρονική αφήγηση της ζωής του, μέχρι να ξυπνήσει και να ανταμώσει την εικόνα του μπροστά σε ένα κενό καμβά, μπρος από μια κενή σελίδα, έτοιμη να γιομίσει από την έκρηξη και την διάλυση της χρονικής στιγμής.

       Η χρονική αυτή ασυνέχεια, είναι το κενό μεταξύ των στιγμών της ανταριασμένης θάλασσας, που καρτερά, την επικείμενη αντάρα. Μέχρι το ουράνιο χρώμα του ήλιου να παραδώσει τα υνιά στην σελήνη, την σκοτεινή μούσα των πύρινων χρωμάτων και να αναδιαμορφώσουν την σκιά των του καυτού ροδαλού και του βαθύ κυανού. Ως τότε, θα καρτερώ για άλλη μια φορά  εκείνη την οδυνηρή και ηδονική στιγμή του αποχαιρετισμού του ουρανού, σε κείνα τα καρτερικά ηλιοβασιλέματα, με τον ατέρμονο δρόμο να διχοτομεί το πέρας του ουρανού και να διαλύει την μορφή σου, σε άπειρα θραύσματα της στιγμής τα ηλιόφωτα μάτια σου, μέσα στον λευκό μου καμβά.

ΖΝ.


Φεβρουαρίου 06, 2021

La trilogie de la lumière.

 Le coucher du soleil.


Ένας ατελείωτος δρόμος και μπρος μου, ένα άπιαστο ηλιοβασίλεμα. Μέσα σε τούτον τον αιώνιο χειμώνα, θωρώ τα ξεθωριασμένα, μα άλλοτε πύρινα χρώματα τούτων των ισημεριών αυτού του γνώριμου ουρανού. Γιομίζουν το θαμπό γαλανό του χρώμα, με ατελείωτες πινελιές και διανθίζουν τώρα αυτό το τέμπλο, με τα γκρίζα θολά χρώματα της παλέτας του χειμωνιάτικου δειλινού. Αυτός ο ουρανός, με ετούτα τα ολοζώντανα υδατογραφήματα, όπου παιχνιδίζουν και οργιάζουν, μέσα σε τούτο το βαθύ γαλάζιο. Ωσάν τον ανεξέλεγκτο καπνό, της πύρινης ιδέας του χρυσαφένιου ηλιοβασιλέματος. Αυτά τα ανεξέλεγκτα χρώματα του φωτός προσδίδονται σε αυτόν τον ανεξάντλητο αγώνα επιβίωσης. Προσδοκούν να απαθανατιστούν επάνω σε τούτο τον καμβά και ύστερα να εξαϋλωθούν, μέσα στην γαλάζια κυριαρχία της παντοδυναμίας της υφής.

 Ο ήλιος αποζητάει να ανταμώσει με την παθιασμένα ανταριασμένη θάλασσα, για να δημιουργήσουν μαζί, ξανά εκείνο το πύρινο ηλιοβασίλεμα, που είχαν δημιουργήσει για πρώτη φορά, πριν την δημιουργία της συνείδησης, τότε που αντάμωσαν για πρώτη φορά και αποτελούσαν μια ολότητα. Τότε, που δεν είχαν χωριστεί, από το χέρι εκείνου του σκληρού δημιουργού. Επιθυμούν να ενωθούν ξανά, μέσα στην απόλυτα επαναστατική τους συνουσία, με την ευλογία των πύρινων χρωμάτων. Καθώς ο χρόνος διαχέεται, μέσα στην απόλυτη μελωδική τους ένωση, οι στιγμές ξεθωριάζουν και ξεγλιστρούν στην απόλυτη κυριαρχία των χρωμάτων. Έτσι, μια μικρή μελωδία ξεπροβάλει, και απαλύνει ξάφνου ετούτη την στιγμή του απρόσμενου αποχωρισμού.

Μια μελωδία τόσο γνώριμη, που εισβάλει και κουρνιάζει σε κάθε ψυχή, γίνεται μάρτυρας ετούτης της θείας συνουσίας. Η ένωση αυτή διαρκεί, μόλις μερικούς χτύπους ενός λιωμένου ρολογιού, αλλά για το φως φαντάζει αιώνες. Αυτός ο κόσμος δεν φαίνεται να βλέπει την θεία ένωση, για αυτό υποτίμησε το δώρο της γέννησης του φωτός. Ο κόσμος αμπαρώθηκε μέσα στα θολά κουτιά του και λησμόνησε την σημασία της δημιουργίας του δειλινού. Με τις σκέψεις αυτές, μετουσιώνομαι σε μια ξεχασμένη παλλακίδα, που προσμένει να αγγίξει με τα γυμνά της χέρια το άπιαστο χρυσαφένιο ταξίδι του φωτός. Αυτός, ο ατέρμονος ουρανός είναι το ανεξάντλητο ταξίδι, που διασχίζει το βλέμμα μου, μέχρι να ανταμώσει με το δικό σου.

Μέσα σε τούτα, τα κενά ηλιοβασιλέματα, καρτερώ να ιδώ την μορφή σου. Αυτό το μικρό αποτύπωμα, απάνω σε μισογκρεμισμένους τοίχους, ανάμεσα σε μυστικές ρωγμές και μέσα από κλειδαμπαρωμένα παράθυρα και ολόγυρα στις αιώνιες ορδές των δρόμων. Αναζητώ, την θαλπωρή της ματιάς σου. Ετούτο το παιχνίδι του μυαλού, διαρκεί, όσο η συνουσία των ουράνιων χρωμάτων. Οι σκέψεις μου συνοδεύονται, από τις μελωδίες ενός βαθιά ερωτικού σαξοφώνου, σε συνδυασμό με την βαριά σου αναπνοή και την απόλυτη σιωπή της καρδιάς μου. Έτσι, ανταμώνουν όλοι ετούτοι οι ήχοι με την κομμένη σου ανάσα. Αναμνήσεις μιας ξάστερης νυχτιάς και προσευχές από μια άλλη εποχή. Ένα επίγειο ψυχεδελικό ταξίδι, με μόνη συνοδεία πολύχρωμα φώτα μιας ξεθωριασμένης πόλης, μέσα από την αντανάκλαση ενός μισόκλειστου παραθύρου. Ιστορίες ξεχασμένες, μα ολοζώντανες για τα πεφωτισμένα παιδιά. Το χαροκαμένο ροζέ του ουρανού διαθλάται, μέσα στο μισόκλειστο παράθυρο και ποτίζει το πρόσωπο σου με το χρώμα της θείας ηδονής. Ετούτο το ηλιοκαμένο ροζέ του ουρανού, είναι ποτέ δυνατόν να λιώνει έτσι, μέσα στο γαλάζιο χρώμα του ατελείωτου λαβύρινθου των ματιών σου;

 

ΖΝ.

Ιανουαρίου 18, 2021

Les trois couleurs sentiments.

Volume III.

Couleur:Blanc.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις. Έχω ανάγκη να ξανά δημιουργηθώ. Η ανάγκη μου να αναγεννηθώ, μέσα από τις λέξεις, είναι τόσο πηγαία, που την νιώθω να μου καίει συθέμελα την ψυχή, με τέτοιο τρόπο, ώστε για μερικά δεύτερα μόνο, κατορθώνει να διαλύει την ενοχή μου. Μετουσιώνομαι, και εισέρχομαι ξανά στο βασίλειο της Ανώτερης Τέχνης. Τρέμουν τα λειψά μου χέρια, όταν πιάνουν το δοχείο με το μελάνι, όταν γεμίζουν για πρώτη φορά τις αμέτρητες λευκές μου σελίδες. Η αυθύπαρκτη υπόσταση, χωρίς την ανάγκη των άλλων. Η επανεφεύρεση του εαυτού, του πρωταρχικού ειδώλου, μέσα στο απόλυτο κενό, και το βάπτισμα του, μέσα στα θεοφώτιστα χρώματα του ουράνιου κόσμου.

Διεκδικώ την θέση μου σε αυτό το αχανές πλήθος, από άχρονες γραμμές και υπεριώδη χρώματα. Αναπνέω το φόβο μου και πλατσουρίζω, μέσα σε ένα λευκό καμβά, την αναγέννηση μου. Θέλω να απελευθερωθώ από την σκιά μου, και για μια μονάχα φορά, να με αγγίξω. Να σε ταξιδέψω, μέσα από λέξεις μου και όχι να σε εγκλωβίσω, μέσα σε αυτές. Επιδιώκω να σε κάνω να νιώσεις, ότι ένιωσα εγώ όταν σε αντίκρισα για πρώτη φορά. Σε περίλουζε θαρρώ, το υπόλευκο χρώμα του κάδρου και σου προσέδιδε μια λιτότητα, μια σιωπή, μια απόλυτη ειλικρίνεια. Κι εγώ σε ερωτεύτηκα. Θέλω να σε αγγίξω με την ποίηση μου, και τα κόκκινα μου χέρια να χυθούν, μέσα στην φόρμα καβαλέτου σου και να δημιουργηθούν, έτσι οι πιο ζωντανές εικόνες του ουρανού.

Προσμένω να τους αγγίξω, με τα τυφλά μου μάτια, για να ιδούν τις λέξεις μου. Περιδιαβαίνω, μέσα στους απέραντους ολόλευκους κήπους. Οι υπέρλαμπροι αυτοί κήποι, αποτελούνται από εικόνες και λέξεις, των ονείρων μου. Μέσα από τα ολόλευκα φτερά των απομονωμένων χρωμάτων των ονείρων μου, προσδοκούν να γίνουν ένα με το παρόν. Αναζητούν να γίνουν, το απόλυτο Λευκό, μέσα από είδωλα των ονείρων. Οι κήποι αυτοί αποτελούνται διαδρόμους, διανθισμένους, από κατακόκκινα ροδοπέταλα, που στο κάθε ένα από αυτά, αναγράφεται μια λέξη, ένα αυθεντικό συναίσθημα. Οι διάδρομοι, απλώνονται επάνω στην χρονική διάρκεια μερικών βλεφαρισμάτων των σμαραγδένιων σου ματιών. Αναζητώ το είδωλο μου, μέσα στα δικά μου μάτια. Έτσι για μια μονάχα στιγμή, για έναν μονάχα χτύπο, να αναπνεύσω, μέσα από την δική μου πνοή και να ιδώ την μεγαλοφυία της δικής μου τέχνης.

Οι λέξεις μου εμποτίζονται από τα χρώματα μου, μακριά πλέον από σένα. Μακριά από κάθε γαλάζια απόχρωση σου. Γιομίζουν με το απόλυτο λευκό. Ένα ασπίλωτο λευκό, που σε συνδυασμό το λευκό της σελίδας, δημιουργούν μια απόλυτη άχρονη ολότητα των ονειρικών χρωμάτων του σύμπαντος. Αυτή είναι η λευκή σελίδα, που προσμονούσε να γιομίσει και δεν γέμιζε ποτέ. Αυτή η λευκή σελίδα, που κατάφερε να διανθιστεί, από μένα πια.

Τα τυφλά μου μάτια, ανοίγουν ελαφρά και θωρούν για πρώτη φορά την δύναμη της έμπνευσης, που δεν είναι άλλη από αυτό το Θεόσταλτο Λευκό του ουράνιου τοίχου, της κενής σελίδας, του εγώ μου. Κατάφερνα να σπάσω τον τοίχο μου. Θωρώ για πρώτη φορά τον γαλάζιο σου ουρανό και τα ροδαλά χρώματα, από ένα ηλιοβασίλεμα, που μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία, κάποιο ξεχασμένο καλοκαίρι .Χώρια πια, από την σκιά του γκρίζου, σε από αποχαιρετώ κι εσένα. Συνέχισε το καθάριο ταξίδι σου μέσα στο γαλάζιο του ουρανού. Πλέον, αναπνέω. Είμαι ζωντανή.

ZN

Ιανουαρίου 10, 2021

Les trois couleurs sentiments.

Volume II.

Couleur:Gris.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις και ανάμεσα μας, μια κενή σελίδα. Αδειάζω μέσα της, κάθε πτυχή του εαυτού μου, μα ακόμη η σελίδα παραμένει κενή. Στέκεται εκεί, σαν θεόρατο τείχος, από εκατομμύρια λευκά χαρτιά, άδειο και αναμένει την επόμενη μου λέξη, που θα σβηστεί για άλλη μια φορά, για να γραφτεί επάνω του, για να επανέλθει, σε αυτό το λευκό χρώμα. Με τον καιρό, αυτό το λευκό χάνει την αίγλη του, μεταμορφώνεται σε ένα θαμπό γκρίζο, που εμποτίζεται με την σειρά του με τις εικονοποιημένες μου ενοχές. Έτσι, με τα χρόνια αυτό το λευκό μεταμορφώνεται σε ένα γκρίζο φθαρμένο τείχος, που μόνη του προσμονή ήταν να γεμίσει, να διανθιστεί. Αυτό το τείχος είναι φθαρμένο, και οι σελίδες του έχουν σκίσει πια. Αιωρούνται στο απόλυτο κενό, περιμένοντας από κάποιον να έλθει να τις γεμίσει.

Μα κανείς δεν καταφθάνει. Οι περιγραφές μου φθείρονται και χάνονται στην χρονική ασυνέχεια των αμέτρητων συλλογισμών μου. Ό,τι γράφω καταστρέφεται. Ό,τι γράφω φθείρεται, μέσα στη συντέλεια μιας κατάλευκης σελίδας. Ό,τι κι αν δημιουργώ εξαϋλώνεται. Τα γυμνά κορμιά, που στροβιλίζονται μέσα από τις κατεστραμμένες και λιπόθυμες λέξεις μου, γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν με το σβήσιμο κάθε λέξης, που συλλαμβάνω ή καταγράφω.

Τα κορμιά αυτά με το πέρασμα του χρόνου παίρνουν ποικίλες μορφές, μετουσιώνονται, όμως πάντα στην πρωταρχική εικόνα, σε αυτή της μούσας ντυμένη με τον ήλιο στα μαλλιά της, να φέρει απάνω της ένα πλήθος από ποικίλα στολίδια, λέξεις και εικόνες. Και καθισμένος δίπλα της ο καλλιτέχνης, να την υπηρετεί, μέσα στο χρονικό επέκεινα της ιστορίας. Η εικόνα μου αυτή, είναι διανθισμένη με την ενοχή.

Η εικόνα μου, έτσι ενοχική καθώς είναι, αποτελεί μια περιγραφή βγαλμένη από την ζωή και τον θάνατο ολόκληρου του κόσμου. Βλέπω το είδωλο μου, μέσα από τα μάτια σου και αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό, που σε κάνει να κοιτάς. Η παντοδυναμία αυτού του ενοχικού γκρίζου προέρχεται από ένα κηλιδωμένο λευκό, που αναμείχθηκε με το μπασταρδεμένο μαύρο. Αυτά μαζί δημιουργούν μια ασάφεια, μια ασυνέχεια, που με εγκλωβίζει στην ενοχή, που κανείς δεν μπορεί να ιδεί, μέσα σε αυτήν τη πρωταρχική εικόνα της Τέχνης.

Ακολουθώ τον καπνό και τρέφομαι από τα αποκαΐδια της ζωής μου. Μόνος μου σκοπός, να ξεφύγω από αυτήν την μετριότητα του γκρίζου ειδώλου. Αυτό το απόλυτο γκρίζο χρώμα με φθείρει, σε ένα χρονικό παρόν, και ταυτόχρονα σε ένα χρονικό αύριο, που δεν μπορώ να ιδώ, σαν μια πλευρά του εαυτού μου να τυφλώθηκε, από την θλίψη.

Μια θλίψη, που δεν μπορεί να εξαϋλωθεί. Αυτό το εικονικό δίπολο μεταξύ του εαυτού μου και του εαυτού σου, είναι και ο μόνος λόγος, που συνεχίζω να γράφω με αυτό το γκρίζο χρώμα, ώστε να μπορέσω κάποια στιγμή να το δαμάσω, για να καταφέρω να ιδώ μέσα από τα μάτια σου, ακόμη κι για αυτό τον έναν χτύπο της καρδιάς σου και να καταλάβω, γιατί συνεχίζεις, και με κοιτάς μέσα από τα μάτια σου, που λάμπουν σαν στολίδια στο βαθύ μπλε του ουρανού.

 

ΖΝ

Ιανουαρίου 04, 2021

Les trois couleurs sentiments.

 

Volume I.

Couleur:Noir.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις. Με το πλήθος των λέξεων δημιουργώ συναίσθημα, και με το συναίσθημα μου, σε εγκλωβίζω μέσα στις κενές μου περιγραφές, χωρίς καμιά απολύτως ουσία. Βαθιά μέσα μου, θέλω να σε πλανέψω, να σε εγκλωβίσω. Έτσι για μια μονάχα στιγμή, για έναν μονάχα χτύπο της καρδιάς σου, να αναπνεύσω, μέσα από την δική σου πνοή και να ιδώ με τα τυφλά μου μάτια, την μεγαλοφυία της Ανώτερης τέχνης.

Η πλάνη των λέξεων είναι τρανή απ’ άκρη σε άκρη, θαμπώνουν και δημιουργούν πλάνες στους αδαείς αναγνώστες, που αποζητούν να αφηγηθούν την περιγραφή κάποιου άλλου και να την παρουσιάσουν, ως δική τους. Η περιγραφή μου είναι αδύναμη, όσο για το λεξιλόγιο μου είναι και αυτό λειψό. Με το μόνο σύμμαχο μου να είναι ένα απόκομμα σκισμένου και τσαλακωμένου χαρτιού, αφηγούμαι, ότι δεν τολμώ να ζήσω. Μια εικόνα σου, χίλιες λέξεις δικές μου, και μια λέξη δική μου, μια λάθος γραμμή στο κατά τα άλλα άρτιο σου έργο. Εγώ σου εξιστορώ ό,τι βιώνεις, ό,τι παρατηρείς μα τώρα δεν έχω καμιά λέξη να ανταποκρίνεται σε αυτό, που θωρώ. Κανένας δεν εφηύρε μια λέξη για την εικόνα σου. Η «ποίηση» σου δεν μπορεί να περιγράψει αυτό, που με έκανες να νιώσω. Η λέξη ζήλια, είναι η αρχή, ίσως μιας πενιχρής αναβίωσης για αυτό, που αντίκρισα. Γιατί ξέρω, βαθιά μέσα μου, πως ποτέ δεν θα καταφέρω να δημιουργήσω αυτό, που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν, ένα αυθεντικό συναίσθημα.

Το αυθεντικό συναίσθημα, που βιώνει ένας πραγματικός άνθρωπος, ένας δημιουργός, που γεννήθηκε για να Την  υπηρετήσει, χωρίς περιττές αναφορές, χωρίς ανάγκη για εξιστόρηση. Το απόλυτο χάσιμο της έννοιας του χρόνου, μέσα στην πρώτη ματιά των εικόνων, που δημιουργούν όλες μαζί σαν μια άλλη ορχήστρα από πινελιές επάνω σε έναν καμβά και το μόνο χρώμα σου, το πρωταρχικό, το αναλλοίωτο, η αρχή του κακού. Το Μαύρο. Ένα μαύρο τόσο βαθύ, που ακόμα και το ίδιο το φως, δεν μπορεί να διαπεράσει. Η πυκνή σου λεπτομέρεια χάνεται, μέσα στο πλήθος των γραμμών και αναγεννάτε, από την απόσταση, που έχει ο θεατής, από το έργο. Γραμμές ασύνδετες μεταξύ τους κατορθώνουν να αποδώσουν τέτοιο νόημα, που ακόμα και τα ίδια τα γράμματα μιας λέξης δεν κατορθώνουν. Το μαύρο περίγραμμα είναι η αρχή της αφήγησης, εμπρός, αφηγήσου την δική σου ιστορία, χωρίς την βοήθεια των άλαλων κραυγών, που ονομάζουμε γλώσσα.

Μέσα από την κίνηση σου, δώσε το έναυσμα να ανοίξουν νέες αχαρτογράφητες πτυχές για την έκφραση της θείας Τέχνης. Όχι αυτής, που κείτεται ημίθανη μέσα στα νεκρά κλουβιά, αλλά αυτή, που ανταποκρίνεται στην απόλυτη διάλυση της χρονικής ασυνάφειας του δικού της χρόνου. Έλα δημιούργησε με το πινέλο σου, μια νέα χρονική στιγμή στην καμπή του χρόνου της τέχνης, στο δικό σου τώρα. Σε καλώ, να περιγράψεις το νόημα της τέχνης, που οι λέξεις μου αδυνατούν να αποτυπώσουν.



ZN


Δεκεμβρίου 30, 2020

Η δύναμη της έμπνευσης.

             Είμαι μόνη μέσα στην δύνη των χρωμάτων, αιωρούμαι μέσα στην σκόνη του χρόνου από το χρονικό χθες, μέχρι το χρονικό αύριο. Μαζί με εμένα τρέχει το φως και οι εκατομμύρια σκιές του. Οι σκιές του, είναι άλλοτε σκοτεινές και άλλοτε υπόλευκες, αναλόγως με την επαφή τους με το φως και την απόσταση. Οι σκέψεις των σκιών είναι ποικίλες, υπάρχουν φορές, που θαρρώ, ότι τις ακούω να μουρμουρίζουν παλιές μελωδίες για το αυτό, άλλοτε να ψιθυρίζουν ότι τις άφησε πίσω, πως τις εγκατέλειψε μαζί με τα εκατομμύρια χρώματα του ουρανού, όμως το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας παραμένει πάντα σιωπηλό και ήμερο.

Θυμάται την σχεδόν μαύρη σκιά, που είχε στα έγκατα της γης, έπειτα πώς το φως το αγκάλιαζε, επάνω σε μια σταρένια παραλία, νοσταλγεί τον ήχο, που έκανε καθώς έσκαγε στην μικρή κρυφή τους παραλία με μόνη συντροφιά τον ούριο άνεμο κάποιου καλοκαιριού, θυμάται ακόμη, πως το άφηνε να εξατμιστεί, ώστε να ανέλθει στους ουρανούς μαζί του. Άλλοτε, πότε γινόταν λεπτομέρεια μέσα σε έναν θεόρατο λευκό καμβά και αγκάλιαζε στοργικά τα χέρια του καλλιτέχνη, τον γέμιζε όλο χαρά και νόημα και εκείνος σε αντάλλαγμα το άφηνε να κυλάει σε ολόκληρο το κορμί του με τέτοια λεπτότητα και αφοσίωση, που γινόταν μέρος του, αναπόσπαστο κομμάτι του. Μέχρι να έρθει η στιγμή να αποχαιρετιστούν και να δώσουν το επόμενο ραντεβού τους στον ουρανό, τότε ο καλλιτέχνης το επιστρέφει στα αδέρφια του στις εκατομμύρια μικρές σταγόνες, από δροσερό νερό αναμειγμένες με ιδρώτα αλλά και περηφάνεια, και πότε έπεφτε σε εκατομμύρια σταγόνες και κατέληγε ξανά μέσα στην θάλασσα, όπου εκεί πάλι καρτερούσε να ζήσει ξανά άλλο ένα τρομερό ταξίδι μαζί του.

Τα χρώματα γύρω μου, έχουν τόσα να μου διηγηθούν, τόσα να μου μάθουν για την τέχνη. Η κοσμική μουσική ακούγεται απ’ άκρη σε άκρη μέσα στο αχανές ετούτο σύμπαν δημιουργημένο, από μελωδίες και λέξεις εμποτισμένο από τυχαίες πινελιές και έντονα συναισθήματα και εικόνες άυλες. Γυμνή περιλουσμένη από χρώματα και ιδέες σαν μια εικόνα του παρελθόντος ακούω το φως να με καλεί στην αγκαλιά του. Μου ζητάει να γεννηθώ και να έλθω στο επίδοξο μυαλό κάποιας νέας εικόνας, να φωτίσω ένα σκοτεινό μυαλό με ιδέες και να αναγεννηθώ, μέσα από τις σκέψεις και φορέσω πάλι τις λέξεις κάποιου συγγραφέα, να πιτσιλιστώ από μια θάλασσα από εικόνες κάποιου καλλιτέχνη, που θα με δημιουργεί με ευλάβεια με το μολύβι του και θα με περιγράφει με το απαλό του χάδι, το πινέλο του.

Να γεννηθώ ξανά, μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα και να με αναζητάει ένας μικρός ήρωας μέσα στο χαρτί του, να αφήσω το αποτύπωμα μου επάνω σε τοίχους, σε χαρτιά μα και σε πεντάγραμμα. Να αναστενάξω από ηδονή μέσα σε κρυφές σκέψεις και σε μαγευτικές εικόνες βγαλμένες από την ζωή τους. Να με ακολουθήσουν, οι σκέψεις και οι σκιές και να αφήσω την οργιασμένη φαντασία τους, να πλάσει κατά το δοκούν. Να πάρω μαζί μου και τα χρώματα, το γαλάζιο, το λευκό και το κόκκινο, να στεριώσω μέσα στις καρδιές των χιλιάδων καλλιτεχνών και να τους ξυπνήσω, από το λήθαργο τους, να ζήσουν μαζί μου άλλη μια νύχτα και να φύγω το πρωί, καθώς το φως θα έχει έλθει για να τους περιλούσει με το θείο δώρο της δημιουργίας. Να ανέβω επάνω σε μια σκηνή και να ενσαρκώσω τον καλύτερο ρόλο της ζωής μου, να ακολουθήσω τις κόκκινες κλωστές της σκέψης τους, να γίνω η δημιουργία τους, η μητέρα τους, η ερωμένη τους και η μούσα τους. Να μπω μέσα σε παγωμένες καρδιές και τις αφήνω να χτυπήσουν δυνατά. Να γίνω η ερωμένη της τέχνης τους και να φωνάζουν από χαρά το όνομα μου, να με αποκαλούν σε όσες γλώσσες δημιουργήσει ο ανθρώπινος νους, να ξεπερνάνε για χάρη μου τα σύνορα του μυαλού τους, να με αποκαλούν Δημιουργία και Έμπνευση.

Και όταν όλα αυτά τελειώσουν να επιστρέψω εδώ, στην επουράνια βασιλεία των χρωμάτων μου, μέσα στην φύση μου, αλλά κοντοζυγώνει η στιγμή αυτή, όμως από την άλλη σκέφτομαι τα χρώματα, που θα δημιουργηθούν μέσα μου. Μπορεί το σπίτι μου να είναι εδώ αλλά η ψυχή μου καρτερεί να τρέξει μαζί τους, να μην επιστρέψω εδώ, να μείνω μαζί τους και μαζί με πάσης φύσεως καλλιτέχνη, που είχε, έχει και θα γεννηθεί. Να γεννηθώ και αργότερα, μετά από πολλά χρόνια να γίνω ένα με την θάλασσα και το γαλάζιο της χρώμα. Και τέλος να αφήσω την τελευταία μου πνοή μέσα σε ένα ανθόσπαρτο λιβάδι από χρώματα, να γίνω ένα με την φύση. Αυτή θέλω να είναι τελευταία μου ανάμνηση, να με καίει το φως και να αγκαλιάζουν τα χρώματα και οι σκιές τους. Είμαι έτοιμη. 

Πάμε;


ΖΝ