Ξάφνου
μέσα στις παραισθήσεις νιώθω μια ακατάπαυστη αγωνία να μου καίει τα σωθικά. Νιώθω
ένα ακατάπαυστο άγχος να κυριεύει το σώμα μου και η ψυχή μου να κρεμιέται από μια
σου αναπνοή. Αυτό με κάνει να θέλω να χαθώ και να παύσω να αναπνέω. Αυτή η καταραμένη
αναμονή με κάνει να θέλω να ουρλιάξω. Μα τώρα δεν μπορεί να
βγει, ούτε η ανάσα μου. Αυτή η αναμονή, με κάνει να ποθώ ακόμα
περισσότερο το ψέμα σου. Αυτή η αδυναμία μου, να σε λαχταρώ, να σε αναμένω σχεδόν
μαρτυρικά, με κάνει να χάνομαι. Έτσι, βρίσκω τον εαυτό μου μέσα σε μια παγωμένη
μπανιέρα και ο μόνος μου σύντροφος να είναι οι σκέψεις μου και ο ήχος της μισόκλειστης
βρύσης, που έρχεται να προστεθεί με ευλάβεια, μέσα στο λιμνάζων νερό. Εκεί βρίσκομαι,
γυμνή, με ένα τσιγάρο να αργοσβήνει στα ακροδάχτυλα μου.
Η
στάχτη, πέφτει μέσα στο βρώμικο νερό, μαζί με κάθε ώρα, που περνάει εγώ σε καρτερώ,
όμως η ώρα αυτή ποτέ φτάνει και παραμένω μόνη. Μόνη. Μια βαριά λέξη, απρόσιτη
και απερίγραπτα βασανιστική, για να μπορέσω ακόμα και να την ξεστομίσω μέσα στο
παγωμένο δωμάτιο. Το βλέμμα μου έχει παγώσει και συνεχίζω να κοιτώ με ευλαβική
προσήλωση το γυμνό μου σώμα, που τώρα πια, έχει μελανιάσει, από το παγωμένο
νερό και έχει βρωμίσει, από τις γόπες που με περιβάλλουν. Την προσοχή μου την
διακόπτει μια μικρή κατσαρίδα, που δραπετεύει από το σιφόνι του μπάνιου. Γυρνάω
να την κοιτάξω. Η κατσαρίδα κουνάει έντρομη τις κεραίες τις και την νιώθω να με
περιεργάζεται. Έτσι μένουμε και οι δύο στάσιμες για λίγη ώρα, μέσα στον πυκνό
καπνό. Με μια γρήγορη κίνηση αρχίζει και τρέχει, προς το μέρος μου. Εγώ δεν αντιδρώ,
μα συνεχίζω να την παρατηρώ. Σηκώνω με αργές κινήσεις το χέρι μου και την βάζω
μέσα στην παλάμη μου.
Εκείνη,
τρομοκρατημένη καθώς είναι, αρχίζει να τρέχει, προς την αντίθετη κατεύθυνση και
εν τέλει δραπετεύει, με τρομερούς ελιγμούς, μέσα στο σκοτεινό σιφόνι. Το χέρι
μου, έτσι απλωμένο καθώς είναι, έμεινε να προεξέχει από την μπανιέρα. Το
βρώμικο νερό επάνω μου έχει κατασταλάξει και τώρα οι λεπτές σταγόνες φεύγουν, από
τα ακροδάχτυλα μου και πέφτουν απάνω στο λευκό πλακάκι. Ένας φαινομενικά μη
διακριτός ήχος, αλλά στα αυτιά μου μοιάζει με σφαίρες, που διαπερνούν το κορμί
μου. Το σώμα μου, που είναι ήδη παραμορφωμένο αλλοιώνεται ακόμα περισσότερο. Το
σώμα μου είναι γιομάτο από ουλές, αναμνήσεις από μια άλλη εποχή αλλά τώρα πια
είναι και οι μόνοι συνοδοί σε ετούτη την σιωπηλή καταστροφή. Τώρα πιά, ακόμα κι
αυτό, το νιώθω να με εγκαταλείπει, σταδιακά. Οι γόπες περνούν από δίπλα μου και
στέκονται συνάμα επάνω στο βρεγμένο μου μαλλί. Η στάχτη έχει διαλυθεί πλήρως,
μέσα στο νερό και έχει δημιουργήσει μια έντονη μυρωδιά, που γεμίζει τα κατεστραμμένα
μου πνευμόνια.
Το
σώμα μου είναι βρώμικο. Το μυαλό μου είναι κενό. Νιώθω την ανάγκη να ανάψω άλλο
ένα τσιγάρο, μα καθώς γυρνάω να κοιτάξω το πακέτο, που είναι δίπλα μου,
παρατηρώ πως είναι βρεγμένο και τα τρία τσιγάρα, που περιέχει είναι νωπά. Η
μυρωδιά του νωπού καπνού σε συνδυασμό, με το σχεδόν κατεστραμμένο χαρτί, με συνοδεύουν
εδώ, σχεδόν μια αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην στασιμότητα. Μια
αιωνιότητα μέσα στην απόλυτη ματαίωση της στιγμής και της παραδοχής της ίδιας
μου της αδυναμίας, του εαυτού μου, που διαλύθηκε, που ξεγυμνώθηκε, που ηττήθηκε.
Οι σκέψεις μου είναι συγκεχυμένες μέσα στην απόλυτη σιγή.
Δεν
ακούγεται κανένας ήχος, πάρα μόνο μια λεπτή, σχεδόν φαντασιακή απομίμηση της αναπνοή.
Της δικής σου αναπνοής, μέσα από χιλιάδες καλώδια, μέσα από κλειστές πόρτες και
χαμένους ανθρώπους, που καρτερούν να ακούσουν την αναπνοή σου, που προσπαθούν
να σε δαμάσουν. Και ίσως τα καταφέρουν μια μέρα. Μια μέρα, θα λησμονηθείς, θα
γίνεις μια κοινότυπη, αλυσίδα επάνω σε ένα λαιμό μιας ολότελα αιθέριας ύπαρξης,
που θα θυμίζει ανθισμένα κρίνα μια ηλιόλουστη μέρα. Εκεί, δίπλα στην καρδιά της,
θα αναγράφεται το μονόγραμμα σου, από χρυσό. Τότε θα έχεις σκλαβωθεί. Θα έχεις γίνει
πεπερασμένη πληροφορία, μέσα στο αχανές εύρος της σκιάς της πόλης, που σε
δημιούργησε αλλά και τελικά σε δάμασε. Με τα φλογερά της χείλη και τις μεγαλεπήβολες
υποσχέσεις της κατάφερε να σε εγκλωβίσει και να σκίσει συθέμελα μεταμορφώνοντας
σε κάποιον ξένο, κάποιον άλλο.
Αυτή
η ακατέργαστη προσδοκία να σε δαμάσουν, να σε αποδεχτούν και να σε αγαπήσουν είναι
τελικά η καταστροφή σου. Η αχίλλειος πτέρνα σου, που όμως ποτέ δεν κατάφερες να
δαμάσεις. Αυτή η αδυναμία είναι, που ενώνει τους μοναχικούς ανθρώπους, σαν εμένα
κι εσένα. Ανθρώπους, που κατασπαράζονται, μέσα στην δύνη της πόλης, που τόσο αγαπούσες.
Αυτή είναι η αδυναμία, που μοιραζόμαστε. Η πηγαία ανάγκη μας να νιώσουμε όλο και λιγότερο μοναχοί. Μα δυστυχώς,
πότε δεν επιτελείται και έτσι παραμένουμε μόνοι, ίσως και πιο μόνοι από πριν. Όταν
επικρατούσε σιωπή η αναπνοή σου πάντα συνοδευόταν από μια μουσική επένδυση κάποιου
ξεχασμένου ραδιοφώνου. Μελωδίες, που σου θύμιζαν μια πιο αθώα εποχή. Και έτσι
κάποτε, ακόμα κι εκείνο το ξεχασμένο ραδιόφωνο σιώπασε και παράμεινε ο ήχος της
αναπνοής σου απογυμνωμένος, να ακούγεται στο ακουστικό, μέσα στην σιωπή της
νύχτας.
Et cette nuit-là, tout était silencieux, une fois pour
toutes.
Soudain, le son d'un briquet se fait entendre, qui est
maintenant suivi d'un autre nuage de fumée, à l'intérieur de la pièce glacée.
ΖΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου