Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παιδιά της πιάτσας.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παιδιά της πιάτσας.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μαΐου 25, 2021

Un autre enfant du carré.

Le deuxième volume.

Ανάλαφρη, που είναι, η σημερινή νυχτιά. Ο ουρανός μόλις έχει σκοτεινιάσει, και η τούτη η ώρα με βρίσκει, να θωρώ το είδωλο μου, μπρος από κάποιον καθρέπτη. Tα κλειδιά γλιστρούν απαλά, απ’ τα χέρια μου, και λικνίζονται μαζί με τον ρυθμό, από κάποιο παλιό γραμμόφωνο, που ακούγεται απ’ το δίπλα διαμέρισμα, που μου ‘χει παρασύρει τον συλλογισμό. Με ταξιδεύει στις παλιές εκείνες διηγήσεις του, με τούτο το ηχόχρωμα και κείνη την γνωστή μελωδία να με παρασέρνει. O αγέρας φυσάει και παίρνει τα μαλλιά μου. Μαζί με αυτόν ταξιδεύει και η φωτιά των σπίρτων και μου καψαλίζει ελαφρά τα ακροδάχτυλα. Καθώς προσπαθώ να μαζέψω τα μαλλιά μου, κοιτώ ψιλά τον γυμνό ουρανό. Δειλά, αρχίζουν να κάνουν και την εμφάνιση τους, οι πρώτοι αστερισμοί, και να σημαιοστολίζουν την γύμνια του, με τρόπο πρωτοφανή. Ελπίζω τούτο το υπερθέαμα, να το αντικρίζεις κι συ, μέσα σε τούτη την χειμερινή νυχτιά της τσιμεντένιας αυτοκρατορίας, που τώρα δα διασχίζεις. Τούτο, το κέντρο είναι γιομάτο με δικά σου αρώματα.

Με γρήγορες κινήσεις ανάβω το τσιγάρο και κατευθύνομαι, προς τα κει. Με συνοδεύει, ο χαρακτηριστικός ήχος, που κάνουν τα τακούνια μου, καθώς χτυπούν απαλά απάνω στο πλακόστρωτο. Οι στάχτες απ’ το τσιγάρο είναι και το μόνο στοιχείο, που αφήνω πίσω μου, μαζί με το φουλάρι στο λαιμό μου, που χορεύει με τον αγέρα τούτης της κρύας νύχτας. Τούτος ο ήχος, που με ακολουθεί, μου θυμίζει, σαν τότες που ‘μουν μικρή, και τον άκουγα, καθώς περνούσαν, οι γυναίκες, σε τούτους τους πολυσύχναστους δρόμους. Τώρα, πια είναι όμοιοι, με εκείνους τους λαβυρίνθους των καταγώγιων. Εκείνες τις εποχές, τις πιο αθώες, σαν θωρούσα μια γυναίκα να φλέγεται, μέσα σε εκείνα τα πυρωμένα χρώματα, με την ανάσα της να βαραίνει το στέρνο της, από το πυρωμένο τούτο φόρεμα, που πάντα κάτι καρτερούσε ενώ η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Τώρα, πια περπατώ εγώ, σε τούτα τα τακούνια, με τα χείλη μου να ‘ναι κατακόκκινα και να στολίζονται, από ένα μισόσβηστο τσιγάρο. Το χνώτο μου, μυρίζει καφέ σε συνδυασμό με το αλκοόλ. Τον λαιμό μου, τον έχω στολίσει, με ένα απαλό άρωμα. Τα μαλλιά μου είναι ανακατωμένα και πυρωμένα με εκείνο το φλογερό χρώμα της φωτιάς. Απάνω απ’ το αφτί μου υπάρχει μια μικρή κατάμαυρη πένα, που μάλλον, είχα ξεχάσει. Η καρδία μου χτυπά δυνατά καθώς φτάνω στο Σπιρτόκουτο. Το μόνο, που ποθώ, πιο πολύ είναι ένα δυνατό ποτήρι, από κείνο το ουίσκι, που είχα πάρει κι χθες. Οι σκέψεις μου χάνονται, μέσα στον λυσσασμένο αγέρα. Νιώθω, την λαχτάρα μου, να μου καταβάλει την καρδιά.

Μπαίνω μέσα και ξάφνου, βλέπω σαν μάνα εξ ουρανού, μια μορφή αλλιώτική απ’ τις άλλες, ατίθαση. Δημιουργημένη κατ’ εικόνα και ομοίωση της δικής μου επιθυμίας. Ενός νέου χαμένου άνδρα. Με μια εμφανής θλίψη να περιβάλλει τα σκοτεινά του μάτια. Ψάχνει απεγνωσμένα κάποια διέξοδο, από τούτο το φως. Παίζει με το βλέμμα του και χαμογελάει, ανάβει τσιγάρο και φυσάει το καπνό μακριά. Το σώμα του είναι νεανικό, πλούσιο και λυγερό, με μια χαρακτηριστική φωνή, που την κρυφακούω ανάλαφρα, σαν κοντοστέκομαι. Περνάω, από δίπλα του, και μυρίζω το άρωμα του. Τον αγγίξω τυχαία, και έτσι διασταυρώνονται τα βλέμματα μας. Τον ακούω να σιγομιλάει και να παραλογίζεται για κάποιους μουσικούς δρόμους, που είναι ξεχασμένοι. Καθώς θωρώ τον πόθο του να οργιάζει, για να ιδωθεί, απομακρύνομαι μα ξέρω πως τούτοι οι κόσμοι είναι όμοιοι. Δυο δυο κόσμοι, που μπορούν να συνυπάρξουν τα σώματα για μια ακόμη νύχτα. Αυτή η επιθυμία, που γεννάται μέσα μου, μου καίει τα σωθικά.

Να ‘μια και πάλι εδώ, δεμένη σε ένα αδιέξοδο. Να ‘μαι αλυσοδεμένη, με τον καπνό, που γιομίζεις, τα πνευμόνια μου. Τόσο η καρδία μου σφυροκοπάει μέσα στο ασθενικό μου στέρνο. Μέσα σε τούτα τα κακόφημα σοκάκια, μέσα στην βαριά σου αναπνοή, από κείνα τα σέρτικα τσιγάρα, εγώ ποθώ να ιδωθώ. Με την μυρωδιά, από κείνο το παλιό κρασί, να πλημυρίζει τα χείλη σου και να πέφτει μια λεπτή κόκκινη σταγόνα, απάνω στο μαύρο σου πουκάμισο. Καθώς οι δυο μας, δημιουργούμε τις συνθήκες, αλληλοσπαραζόμαστε, μέσα στην σιγαλιά. Καθώς, φοβάμαι να σε ιδώ και να αγγίξω, υποτάσσομαι. Υπομένω τον πόνο. Υποκλίνομαι, μπρος στα κατάμαυρα μάτια σου. Χάνω τον εγωισμό μου. Ξεγυμνώνομαι την ύστατη στιγμή. Δείχνω την αμαρτωλή μου σάρκα. Την βαθιά λάγνα μου πλευρά. Αγγίζω το πόνο σου. Αντέχω την βαριά σου αναπνοή. Μπορείς να κουβαλήσεις την καθάρια μου ματιά και την μελαγχολία μου; Μπορείς να με αγγίξεις; Μέσα σου κρύβεις, ένα μικρό παιδί, που σπαρταρά για αγάπη.

Και σαν φεύγει η νύχτα πια σε αποχαιρετώ, μέσα στην ζάλη. Χάνομαι. Ανήκεις στις σκιές της σκοτεινής μου μορφής, κι εγώ προσδοκώ να ζήσω, μέσα στο φθισικό φως της καπνιάς μου. Με το φως να μου καίει τα μάτια και τον καπνό μου να γεμίζει το δωμάτιο. Και σαν ανοίγω τα μάτια μου, βρίσκομαι ξανά, μέσα στο ίδιο μαγαζί, μόνη με κανένα τριγύρω. Το κεφάλι μου να καίει και εγώ να αναρωτιέμαι. Η απάντηση είναι πια, ξεκάθαρη στο μυαλό μου. Σε αφιερώνω τούτο το κομμάτι του εαυτού μου, ξεχασμένος καθώς είσαι πια, σε συγχωρώ, που δεν υπήρξες ποτέ.

 

Sachant maintenant que tu n'a jamais existé, que vous étiez un autre enfant à naître.

Αφιερωμένο εξαιρετικά.

ΖΝ.

Μαΐου 21, 2021

Un autre enfant du carré.

 Le premier volume.

Ένα ξεχασμένο καλοκαίρι υπήρξε ένα ξεχασμένο πλάσμα από κάθε μορφής θεϊκή ύπαρξη, εσύ. Ελλοχεύεις, μέσα σε ερημωμένα δρομάκια, ξεπροβάλεις και κρατάς ένα ποτήρι μισογεμάτο στο χέρι και κουνάς νωχελικά το κορμί σου, το βλέμμα σου είναι διακριτικό αλλά φαίνεται εμφανώς, πως κάτι αναζητάς, πώς κάτι καρτεράς. Στο άλλο σου χέρι υπάρχει πάντα ένα μισόσβηστο τσιγάρο. Η πορτοκαλί του γόπα αγγίζει με μαθηματική ακρίβεια τις άκρες των χειλιών σου, ενώ φλερτάρει με τις ελάχιστες κατάμαυρες τρίχες, που αγκαλιάζουν τα χείλη σου. Το βλέμμα σου είναι χαμένο μέσα στην ζάλη του καπνού και την ονειρική μελωδία της μουσικής, που παίζει απ’ το βάθος του Σπιρτόκουτου. Οι σκέψεις σου, χαμένες και ο πόθος σου οργιάζει, καθώς φαντασιώνεσαι κάποιο, άδειο φουστάνι, κάποιο γυναικείο σώμα να λικνίζεται, κατά την βούληση σου.

Έτσι, λοιπόν, περνάνε οι ώρες και οι μέρες σου, μέσα στο ημίφως, μέσα στο φυματικό φως του υπογείου. Όταν παραμιλάς και παραλογίζεσαι εκείνα τα μακρινά ταξίδια, που θα κάνεις και τα άδεια σεντόνια, που γιομίζουν με την μυρωδιά μιας κενής παρουσίας, κάποιο χαμένο καλοκαίρι του Αυγούστου, στην άδεια Αθήνα. Τα χέρια σου να καίνε και το κορμί σου σφίγγεται και καταπιάνεται, από τα ερεθίσματα του κρύου αέρα, που χαϊδεύουν το τραχύ σου βλέμμα. Ένα βλέμμα κενό. Ένα βλέμμα, που καρτερά να νιώσει την διακριτή μορφή κάποιου, για να λάμψει. Ένα χαμένο κορμί, που λικνίζεται μέσα στον στρόβιλο του καπνού. Ένα βλέμμα, που προσδοκά να ξεσκίσει κάθε ρόγχο ζωής στο πέρας του.

Πλαγιάζεις μαζί με ένα άλλο άδειο κουφάρι και αφήνεις την μορφή της, να οργιάσει μέσα σου, να γιομίσει τις πληγιασμένες παλάμες σου, με δάκρυα και μαύρα αποτυπώματα. Ακούς την βαριά της ανάσα, μέσα στα αυτιά σου, και της κλείνεις στο στόμα, και την αδειάζεις. Την καρτεράς να σε γεμίσει με τα φιλιά της, να το άρωμα της και να γεμίσει το κορμί σου με σημάδια ερωτικά, αποδείξεις πως υπήρξε, πως πέρασες από μέσα της. Να περάσει κι κείνη από την ρημαγμένη στο κλίνη και την σπασμένη σου καρδιά και μετά να την αφήσεις μαζί με κάποια άλλη παραίσθηση να την πάρει ο αγέρας, να την πάρει η κάπνα των τσιγάρων σου.

Ξυπνάς μόνος, ίσως πιο μόνος από ποτέ, μέσα σε τούτη την ρημαγμένη πραγματικότητα, χωρίς κανέναν γύρω σου. Χωρίς να αντέχεις το κεφάλι σου. Θωρείς τα άδεια σεντόνια και ξεσπάς σε κλάματα. Νιώθεις για πρώτη φορά το πραγματικό βάρος της θλίψης σου. Νιώθεις πως δεν είσαι τίποτα άλλο παρά μια μάζα, από πόνο και οργή. Μετουσιώνεσαι σε ένα μικρό ορφανό παιδί να σέρνει την ντροπή του, απάνω σε τούτο το σπασμένο μπουκάλι, που τώρα πετάς απάνω στο τοίχο και θρυμματίζεται. Ο ήχος αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη, με όλο το άδειο σου σπίτι, που κατοικείς μοναχός, χρόνια τώρα, παραμελημένος και κενός.

Νιώθεις το βάρος του χεριού σου, όταν χτυπάς το καθρέφτη, που όμως δεν σπάει, γιατί ακόμα και την ύστατη στιγμή δεν μπορείς να νιώσεις πόνο. Μένεις ένα δοχείο άδειο, ένα κουρέλι απάνω από ένα άδειο ποτήρι, ένα κορμί γυμνό, ανάμεσα σε τόσα άλλα. Ένα ανασφαλές ημίθανο κορμί, απάνω από ένα γεμάτο τασάκι, που σιγοσβήνει μια γόπα με κόκκινα απομεινάρια από κραγιόν.

Ξάφνου, εμφανίζεται μια αμυδρή κουνημένη εικόνα, σαν μακρινή ανάμνηση, θυμάσαι τότε, που όντας μεθυσμένος σου ξέφυγε μια κραυγή αγωνίας, σαν γοερό κλάμα, μέσα απ’ τα καμένα σου χείλη και ένα δάκρυ άγγιξε το τραχύ πρόσωπο σου. Τότε, που ένιωσες για πρώτη φορά, πως πια δεν μπορείς να αγγίξεις τον εαυτό σου και νιώσεις τον αέρα να διαπερνάει το ματωμένο σου χέρι. Τότε συνειδητοποιείς, πως πάνε χρόνια, από τότε ένιωθες τον καθάριο αγέρα στα μαλλιά σου και τις πρώτες σταγόνες της άνοιξης απάνω στο τραχύ σου δέρμα.

Αρχίζουν πάλι τα δάκρυα να γεμίζουν τα κατάμαυρα μάτια σου, αναρωτιέσαι πραγματικά πια, ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες ζωντανός. Έτσι αργά και σταθερά, γεμίζουν οι πνεύμονες με πεπιεσμένη νικοτίνη, από τα νευρικά χέρια σου, που τώρα προσπαθείς να ανάψεις ένα ακόμη τσιγάρο, από το παρατεταμένο πακέτο σου. Οι αναμνήσεις ετούτες, σε κάνουν να νιώθεις το καθάριο βάρος του πόνου σου, να γέρνει και να γιομίζει για πρώτη φορά, το σπασμένο σου ποτήρι, που κρατάς και την σκισμένη σου ψυχή να λιώνει, μέσα στην ενοχή της αβάστακτης καρδιάς σου.

Αρχίζεις να αναρωτιέσαι, αν ακόμα μπορείς να νιώσεις την αναπνοή σου. Η αναμονή σε τούτο σου το νέο παιχνίδι, αργεί τόσο, που χάνεις την υπομονή σου. Έτσι νομίζεις, πως αρχίζεις να τρελαίνεσαι και αρχίζει και τρέχει, σαν ποτάμι το αίμα απ’ την μύτη. Τούτο το αίμα είναι βρώμικο, λασπωμένο και σου γεμίζει τα μισόσβηστα τσιγάρα αλλά και το στόμα. Τρέχεις και βλέπεις πως τούτο το αίμα έχει γεμίσει το στόμα σου, και τα χέρια σου γιομίζουν σιγά σιγά και αυτά, με τις μικρές σταγόνες, που πέφτουν σαν σταγόνες από κάποιο παλιό κόκκινο κρασί. Εκείνο, που κρύβεις για τις ειδικές περιστάσεις, δίπλα στα βιβλία σου. Στρέφεις το βλέμμα σου στο καθρέπτη και απευθύνεις την τελευταία ερώτηση στον εαυτό σου, μια ερώτηση, που δεν μπορεί να ξεστομιστεί ούτε με σθένος, μα ούτε και με πόνο, παρά μόνο με τρόμο. Κοιτάς κατάματα το είδωλο σου και ρωτάς «Αναπνέω;».

 Έτσι έρημος πέφτεις κατά γης και σπαράζεις από πόνο, σε ένα βωβό κλάμα, που όμοιο του δεν έχεις ξανανιώσει. Έτσι σιωπηλός, μεθυσμένος και ημίθανος μένεις σε εμβρυακή στάση, μια αιωνιότητα και μια στιγμή. Το σπασμένο σου κορμί λυγίζει και σπάει. Έτσι, λοιπόν, έφυγες πονεμένος από τούτη την ζωή, πληγιασμένος και μόνος, με την μόνη σου συντροφιά τούτον τον απόηχο του παλιού ραδιοφώνου κάποιου γείτονα, που τρύπωσε, από κάποιο ανοιχτό παράθυρο. Με τούτη την γλυκόπικρη μελωδία, ακούς τον επιθανάτιο ρόγχο σου και αργοσβήνεις.

 

Ainsi, un autre enfant du carré est perdu.

Αlors, un autre enfant, de la rue, laisse son dernier souffle, seul.

 

Αφιερωμένο εξαιρετικά.

ΖΝ.

 

Μαΐου 03, 2021

Les Cigarettes bon marché.

 

 

Η μουσική του δρόμου και τα φτηνά μου τσιγάρα με συνοδεύουν, μέσα στην ασυγχρόνιστη οπερετική φαντασμαγορία των ήχων της. Μικρές, που είναι οι στιγμές όταν διακρίνεις ένα καθάριο βλέμμα, από τα βρωμισμένα και χαραγμένα παράθυρα, που εκατοντάδες ψυχές οδηγούνται, σε κάθε λογής φανερά ημιυπόγεια αλλά και στα πιο καθάρια μονοπάτια των αστικών εκτάσεων της τσιμεντένιας αυτοκρατορίας του καπνού. Μονάχα μερικά καθάρια σύνολα, από δυαδικά μαυρισμένα και ολοκάθαρα βλέμματα ξεπροβάλουν, από τα σπασμένα γυαλιά και καθηλώνουν τον παρατηρητή. Καθώς εκείνος, υπομονετικά καρτερεί να βιώσει, για μια ακόμη φορά, εκείνον τον θείο εξωραϊσμένο του φόβου της στιγμιαίας θέασης. Η γκάμα όλων ετούτων των φοβιών εκτείνεται, από τις πιο μικροαστικές ψευδαισθήσεις, που μοιάζουν σχεδόν ναρκοληπτικές, μα και άλλοτε χαράζονται βίαια απ’ άκρη σ‘ άκρη στο βλέμμα των φοβισμένων μελαγχολικών μορφών, ετούτων των καλά κρυμμένων ματιών, που τώρα αντικρίζω. Τα δυαδικά αυτά σύνολα, που γδέρνουν την εικόνα του κόσμου και την αναδιαμορφώνουν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους, τώρα θωρούν κι εμένα.
Το βλέμμα αυτό, της πεπιεσμένης ανάγκης να ιδωθείς είναι και η μεγαλύτερη απάτη. Μια σύγχρονη τραγωδία, του 20ου αιώνα, ένα καλά προσεγμένο είδωλο. Ένα σύνολο καθόλα απρεπών διακριτικά αδιάκριτων ματιών με παρατηρούν, καθώς αγγίζουν χειρουργικά το βλέμμα μου, για να ψάξουν για κάποια αδυναμία, κάποια φυγή, προς όφελος της γοργής σαρκικής ηδονής, για τον δρόμο, προς την ανάδειξη του θλιβερού αυτού παρόντος. Για να ικανοποιηθεί ετούτη, η παροδική παρόρμηση, η καθάρια σαρκική όψη. Ένα ημιτελές σαρκικό σφαγείο, γιομάτο με κάθε λογής επίδοξους θαμώνες, από τον καθόλα τίμιο νεανίσκο, μέχρι και τον αμαρτωλά ημιμαθή μόρτη, της δήθεν ανωτάτης ταξικής μορφής, που επιδιώκει να αρπάξει κάθε μορφής ηδονή, από τούτη την σπασμένη μποτίλια, που κουβαλά για ψυχή. Τέτοια παιδιά και πολλά άλλα όμοια τους μαζεύονται σαν τις μύγες, απάνω από κάθε λογής νεαρά κοράσια, που καρτερούν απλώς να ιδωθούν και να αγαπηθούν, όπως εκείνα ποθούν. Και έτσι λοιπόν, αρχινάνε και οι σύγχρονες τραγωδίες, βουτηγμένες στο ψέμα και στην λοιδορία, εμποτισμένες με την μυρωδιά του εφήμερου καπνού, από τούτα τα φτηνά τσιγάρα, που φουμάρουμε όλοι, εδώ μέσα.
Τα βλέμματα ετούτα θυμίζουν, αραχνούφαντες κλωστές, που αγκαλιάζουν με ευλάβεια ένα γύμνιο κορμί περιλουσμένο, από το σεληνόφως. Οι «αθώες» μελανές κηλίδες των ματιών σου αγκαλιάζονται, από τις απόμακρες αυτοδημιούργητες μελωδίες, μέσα σε’ αυτό το ανταριασμένο παρόν. Αχνά διαγράφονται και οι πρώτες ουλές, που γεννήθηκαν μέσα από την αλλεπάλληλη ανάλυση της ενοχικής σου μορφής. Μη και κανείς την ιδεί. Μη και κάνεις τις φανερώσει, όπως συνηθίζεται, από τις πιο οικίες εσωτερικές φωνές τούτης της αναθεματισμένης ενοχής και των ποικίλων συμπλεγμάτων. Η ενοχή και συνάμα ο καταπιεσμένος φόβος στο βλέμμα σου είναι και τα μόνα στοιχεία, που προδίδουν το καλά κρυμμένο χαμόγελο σου, όταν περιλούζεσαι μέσα στο φυματικό φως του καθρέπτη σου, καθώς αντικρίζεις ένα πλάσμα, που θύμιζε κάποτε άνθρωπο. Ετούτη η μορφή στο πέρας των χρόνων αλλοιώθηκε τόσο, που ακόμα κι εσύ δεν ξέρεις τι αντικρίζεις πια. Η ανάγκη σου να εξουσιάζεις είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ματιών σου.
Για αυτό και προσπαθείς μέσω της ψευδαίσθησης και της συνεχόμενης ζάλης να αναισθητοποιείς τον εαυτό σου, να σε καταστρέφεις γουλιά με γουλιά κάθε γαμημένο λεπτό, που περνάει. Να μουδιάζεις τον πόνο, μέχρι να λιποθυμήσεις. Μέχρι να χάσεις τις αισθήσεις σου. Μέχρι να μεταμορφωθείς σε κάποιον άλλο και να παρουσιάσεις την καθάρια σου μορφή, ενός ολοκληρωτικά νέου εαυτού, ενός αυταρχικού κυρίαρχου αρένα, που δαμάζει και που κυριαρχεί απάνω σε αδύναμα όντα. Με τον τρόπο αυτό απαλύνεις τα βαθιά σου τραύματα, που σου δημιούργησαν. Όταν σε παραμελούσαν. Όταν σε εγκατέλειπαν. Όταν σε απέρριπταν. Όταν σε σκότωναν. Όταν ήσουν ακόμα εύπλαστη μορφή, σε διαμέλισαν και τώρα βρίσκεις την αφορμή να το κάνεις κι εσύ. Κι όλα αυτά για να εκδικηθείς την γυναίκα, που σε έβγαλε απ’ την μήτρα της, την πρώτη γυναίκα που σε απέρριψε, την μητέρα σου. Θα’ ναι τώρα πια περίφανη για σε, που ‘γινες σωστό θεριό σαν μάθαινε πως το ον που έχει τόσο καταστρέφει εκδικείται. Συνοφρυώνομαι και συλλογιέμαι, πώς θα νιωθε, όταν αντίκριζε μέσα στην δύνη των σκέψεων, τον πόθο σου για αυτήν , για την επιστροφή σου, μέσα της; Πώς θα νιωθε, σαν αντιλαμβανόταν, πως το πολύτιμο τούτο πλάσμα, την ποθεί τόσο, που στα μάτια των συντρόφων του, αντικρίζει τα δικά της.
Ετούτα τα βλέμματα θυμίζουν ανθρωπάρια, ανεμοδαρμένα, απ’ το αγιάζι και το καυσαέριο της ασφυκτικής τους ύπαρξης. Μορφές σαν και την δικήν σου, φέρουν διηγήσεις από άλλες εποχές. Που όμως κανείς μας δεν πρόφτασε να γιοφτεί. Έτσι, οι εποχές αυτές μένουν άμεμπτες, μέσα στην ονείρωξη εκείνων των σιωπηλών δυαδικών συνόλων, από χαρτί και κατάμαυρο μελάνι. Χρώματα καλά εμποτισμένα από τα καταπιεσμένα ένοχα μυστικά μας. Κι τι δεν εξιτάρει περισσότερο τους ηδονοβλεψίες τούτου του κόσμου, από ετούτα καλά φυλαγμένα μυστικά;
Έτσι λοιπόν, ψευδώς ιδωμένη, από την φυματική ματιά σου, προφταίνω να ιδώ τα φθισικά φώτα της, μα ετούτα δω τα μάτια δεν με αφήνουν να πάρω το βλέμμα μου, από πάνω τους. Όμως, δεν βλέπω απλώς την μορφή σου, την αγγίζω και την θωρώ. Έτσι γυμνή πια, αφήνω ένα δάκρυ γιομάτο ενοχή και συνάμα πόνο. Τον πόνο της ηττημένης μου μορφής, που τόσο εύκολα κατακτήθηκε και έσπασε, σαν κλαδάκι στο ράμφος μιας Αλκυόνης, που πρόφτασε να ξεγλιστρήσει στο ροδαλό σούρουπο. Μια παραδοχή, που ποτέ δεν θα μάθεις. Μια σκληρή και απρόσιτη ματιά σου, συνοδεύεται πάντα από μια τόσο αισθησιακή μελωδία από το ραδιόφωνο του δρόμου. Έτσι με κάνει να λησμονώ για λίγο την ασθενική σου μορφή. Τώρα πια με ωθεί να αναπολώ κι εγώ εκείνες τις εποχές, που ο πόθος μου γιόμιζε τα ρούχα μου με το άρωμα των φτηνών ποτών και με την μελωδική σιγαλιά της βαριάς ανάσας μου ,απ’ τα τσιγάρα.
Έτσι λοιπόν, ήρθε και η ώρα για την αποκαθήλωση και την παραδοχή των σκληρών ετούτων εικόνων. Εικόνων, που ελλοχεύει ο πόνος των πληγών, που καίνε μέσα στην απόλυτη σιωπή της νύχτας, με την μποτίλια σου να σπάει και να γιομίζει θρύψαλα το θλιβερό σου καταγώγιο. Με την ψυχή στο στόμα, για άλλη μια φορά, παίρνω κι γω τον δρόμο της επιστροφής. Μιας επιστροφής γιομάτη περισυλλογή και συνάμα φούμα. Καθώς, φουμάρω το φως της ασθενικής νύχτας, μέχρι και την άκρη της τελευταίας μου βρόμικης, από κραγιόν γόπας, σε κάποιο στενάκι του δρόμου αναρωτιέμαι, πώς μπόρεσα για ένα ακόμη βράδυ, να ξαποστάσω με ένα τέτοιο ανδρείκελο σαν και του λόγου σου. Πώς κατάφερα να προσπεράσω την κατάμαυρη ματιά σου; Η απάντηση έρχεται, σαν από μηχανής θεός, και πυρώνει την ματιά μου με οργή, όχι για σε αλλά για με.
Ένα παιδί της πιάτσας σαν κι μένα, ποθεί βαθιά στην ψυχή του να αγκαλιάσουν τα τραύματα του και το δουν, όπως πραγματικά είναι. Η μορφή μου μετουσιώνεται σε ένα δοχείο, που υποδέχεται την μαρτυρική κάθοδο του χαρακτήρα, που τώρα σέρνει τα πληγιασμένα πόδια του σε αυτόν τον δρόμο, με ένα άδειο πακέτο από τσιγάρα στο χέρι κι ένα παγωμένο βλέμμα να έχει καταβάλει την μοναχική μου όψη. Κατηφορίζω προς το δικό μου ερειπωμένο σπιρτόκουτο για ένα ακόμη ένα βράδυ, μοναχή, δίχως κανείς να με έχει δει, χωρίς κανείς να με έχει αγγίζει. Έτσι άμεμπτη, πλαγιάζω χρόνια, μόνο που ακόμα κι τώρα ποθώ την όψη σου, χωρίς όμως αυτή να εμπεριέχει τα κιτρινισμένα από την νικοτίνη χέρια σου. Επιθυμώ την ματιά σου, χωρίς τον παραπλανητικό σου λόγο. Ποθώ, να ιδωθώ και να μην κατασπαραχθώ από την όψη του παγερού ετούτου καύσωνα της τσιμεντένιας πόλης, που με περιβάλει. Προσδοκώ να αναστηθώ, αλλά χωρίς να χρειαστεί να μαρτυρήσω, για τούτο μου το σφάλμα. Επιδιώκω να ζήσω.


Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλα τα παιδιά της πιάτσας.


ΖΝ.
 


Απριλίου 26, 2021

Une petite mort quotidienne.

Ξάφνου μέσα στις παραισθήσεις νιώθω μια ακατάπαυστη αγωνία να μου καίει τα σωθικά. Νιώθω ένα ακατάπαυστο άγχος να κυριεύει το σώμα μου και η ψυχή μου να κρεμιέται από μια σου αναπνοή. Αυτό με κάνει να θέλω να χαθώ και να παύσω να αναπνέω. Αυτή η καταραμένη αναμονή με κάνει να θέλω να ουρλιάξω. Μα τώρα δεν μπορεί να βγει, ούτε η ανάσα μου. Αυτή η αναμονή, με κάνει να ποθώ ακόμα περισσότερο το ψέμα σου. Αυτή η αδυναμία μου, να σε λαχταρώ, να σε αναμένω σχεδόν μαρτυρικά, με κάνει να χάνομαι. Έτσι, βρίσκω τον εαυτό μου μέσα σε μια παγωμένη μπανιέρα και ο μόνος μου σύντροφος να είναι οι σκέψεις μου και ο ήχος της μισόκλειστης βρύσης, που έρχεται να προστεθεί με ευλάβεια, μέσα στο λιμνάζων νερό. Εκεί βρίσκομαι, γυμνή, με ένα τσιγάρο να αργοσβήνει στα ακροδάχτυλα μου.
Η στάχτη, πέφτει μέσα στο βρώμικο νερό, μαζί με κάθε ώρα, που περνάει εγώ σε καρτερώ, όμως η ώρα αυτή ποτέ φτάνει και παραμένω μόνη. Μόνη. Μια βαριά λέξη, απρόσιτη και απερίγραπτα βασανιστική, για να μπορέσω ακόμα και να την ξεστομίσω μέσα στο παγωμένο δωμάτιο. Το βλέμμα μου έχει παγώσει και συνεχίζω να κοιτώ με ευλαβική προσήλωση το γυμνό μου σώμα, που τώρα πια, έχει μελανιάσει, από το παγωμένο νερό και έχει βρωμίσει, από τις γόπες που με περιβάλλουν. Την προσοχή μου την διακόπτει μια μικρή κατσαρίδα, που δραπετεύει από το σιφόνι του μπάνιου. Γυρνάω να την κοιτάξω. Η κατσαρίδα κουνάει έντρομη τις κεραίες τις και την νιώθω να με περιεργάζεται. Έτσι μένουμε και οι δύο στάσιμες για λίγη ώρα, μέσα στον πυκνό καπνό. Με μια γρήγορη κίνηση αρχίζει και τρέχει, προς το μέρος μου. Εγώ δεν αντιδρώ, μα συνεχίζω να την παρατηρώ. Σηκώνω με αργές κινήσεις το χέρι μου και την βάζω μέσα στην παλάμη μου.
Εκείνη, τρομοκρατημένη καθώς είναι, αρχίζει να τρέχει, προς την αντίθετη κατεύθυνση και εν τέλει δραπετεύει, με τρομερούς ελιγμούς, μέσα στο σκοτεινό σιφόνι. Το χέρι μου, έτσι απλωμένο καθώς είναι, έμεινε να προεξέχει από την μπανιέρα. Το βρώμικο νερό επάνω μου έχει κατασταλάξει και τώρα οι λεπτές σταγόνες φεύγουν, από τα ακροδάχτυλα μου και πέφτουν απάνω στο λευκό πλακάκι. Ένας φαινομενικά μη διακριτός ήχος, αλλά στα αυτιά μου μοιάζει με σφαίρες, που διαπερνούν το κορμί μου. Το σώμα μου, που είναι ήδη παραμορφωμένο αλλοιώνεται ακόμα περισσότερο. Το σώμα μου είναι γιομάτο από ουλές, αναμνήσεις από μια άλλη εποχή αλλά τώρα πια είναι και οι μόνοι συνοδοί σε ετούτη την σιωπηλή καταστροφή. Τώρα πιά, ακόμα κι αυτό, το νιώθω να με εγκαταλείπει, σταδιακά. Οι γόπες περνούν από δίπλα μου και στέκονται συνάμα επάνω στο βρεγμένο μου μαλλί. Η στάχτη έχει διαλυθεί πλήρως, μέσα στο νερό και έχει δημιουργήσει μια έντονη μυρωδιά, που γεμίζει τα κατεστραμμένα μου πνευμόνια.
Το σώμα μου είναι βρώμικο. Το μυαλό μου είναι κενό. Νιώθω την ανάγκη να ανάψω άλλο ένα τσιγάρο, μα καθώς γυρνάω να κοιτάξω το πακέτο, που είναι δίπλα μου, παρατηρώ πως είναι βρεγμένο και τα τρία τσιγάρα, που περιέχει είναι νωπά. Η μυρωδιά του νωπού καπνού σε συνδυασμό, με το σχεδόν κατεστραμμένο χαρτί, με συνοδεύουν εδώ, σχεδόν μια αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην στασιμότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην απόλυτη ματαίωση της στιγμής και της παραδοχής της ίδιας μου της αδυναμίας, του εαυτού μου, που διαλύθηκε, που ξεγυμνώθηκε, που ηττήθηκε. Οι σκέψεις μου είναι συγκεχυμένες μέσα στην απόλυτη σιγή.
Δεν ακούγεται κανένας ήχος, πάρα μόνο μια λεπτή, σχεδόν φαντασιακή απομίμηση της αναπνοή. Της δικής σου αναπνοής, μέσα από χιλιάδες καλώδια, μέσα από κλειστές πόρτες και χαμένους ανθρώπους, που καρτερούν να ακούσουν την αναπνοή σου, που προσπαθούν να σε δαμάσουν. Και ίσως τα καταφέρουν μια μέρα. Μια μέρα, θα λησμονηθείς, θα γίνεις μια κοινότυπη, αλυσίδα επάνω σε ένα λαιμό μιας ολότελα αιθέριας ύπαρξης, που θα θυμίζει ανθισμένα κρίνα μια ηλιόλουστη μέρα. Εκεί, δίπλα στην καρδιά της, θα αναγράφεται το μονόγραμμα σου, από χρυσό. Τότε θα έχεις σκλαβωθεί. Θα έχεις γίνει πεπερασμένη πληροφορία, μέσα στο αχανές εύρος της σκιάς της πόλης, που σε δημιούργησε αλλά και τελικά σε δάμασε. Με τα φλογερά της χείλη και τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις της κατάφερε να σε εγκλωβίσει και να σκίσει συθέμελα μεταμορφώνοντας σε κάποιον ξένο, κάποιον άλλο.
Αυτή η ακατέργαστη προσδοκία να σε δαμάσουν, να σε αποδεχτούν και να σε αγαπήσουν είναι τελικά η καταστροφή σου. Η αχίλλειος πτέρνα σου, που όμως ποτέ δεν κατάφερες να δαμάσεις. Αυτή η αδυναμία είναι, που ενώνει τους μοναχικούς ανθρώπους, σαν εμένα κι εσένα. Ανθρώπους, που κατασπαράζονται, μέσα στην δύνη της πόλης, που τόσο αγαπούσες. Αυτή είναι η αδυναμία, που μοιραζόμαστε. Η πηγαία ανάγκη μας  να νιώσουμε όλο και λιγότερο μοναχοί. Μα δυστυχώς, πότε δεν επιτελείται και έτσι παραμένουμε μόνοι, ίσως και πιο μόνοι από πριν. Όταν επικρατούσε σιωπή η αναπνοή σου πάντα συνοδευόταν από μια μουσική επένδυση κάποιου ξεχασμένου ραδιοφώνου. Μελωδίες, που σου θύμιζαν μια πιο αθώα εποχή. Και έτσι κάποτε, ακόμα κι εκείνο το ξεχασμένο ραδιόφωνο σιώπασε και παράμεινε ο ήχος της αναπνοής σου απογυμνωμένος, να ακούγεται στο ακουστικό, μέσα στην σιωπή της νύχτας.

Et cette nuit-là, tout était silencieux, une fois pour toutes.
Soudain, le son d'un briquet se fait entendre, qui est maintenant suivi d'un autre nuage de fumée, à l'intérieur de la pièce glacée.

ΖΝ.