Απριλίου 22, 2025

J'espère que les murs ne parlent pas

 


Είναι ξημερώματα Σαββάτου και το φλογερό φεγγάρι κάνει την παρουσία του στον ουρανού, κάπου πίσω από κάτι χαλάσματα. Οι σκέψεις είναι θολές και αναμεμιγμένες με ποτά και ο καπνός από το τσιγάρο μας ενώνει μέσα από τις σιωπές.

Οι σιωπές δεν είναι πια εκκωφαντικές, μα ήρεμες, γαλήνιες. Το τσιγάρο σβήνει κι ανάβει ξανά το επόμενο. Την σιωπή την διακόπτει το σπίρτο από την τσέπη σου και με μια κίνηση έβαλες φωτιά στο φεγγάρι, που υψωνόταν μέσα στον κατάμαυρο ουρανό. Κανένα αστέρι δεν φωτοβολούσε μονάχα οι ματιές μας, εκεί για να σφραγίσει τις σκέψεις μας .

Κάναμε μια ολόκληρη συζήτηση μόνο με τις αναπνοές μας και το αλκοόλ που γλιστρούσε απαλά μέσα στις φλέβες μας. Όλα ήταν τόσο αρμονικά οι δείκτες του ρολογιού δεν σταμάτησαν, μονάχα αυξανόταν η ταχύτητα και η αδρεναλίνη μέσα μας. Όσο περισσότερο τρέχαμε τα δάκρυα μου με έκαιγαν, αλλά δεν ήθελα να σταματήσουν. Δεν αντέχω να ζω μέσα σε τοίχους που με κρατούν φυλακισμένη.

Δεν διαπραγματεύομαι την ευτυχία μου άλλο πια. Βγαίνω έξω με τα κλειδιά του αυτοκινήτου, εκείνου του παλιού σαράβαλου, που με πάει σε μέρη μοναδικά με θέα και γαλήνη αφήνοντας πίσω κάθε λογής φυλακή. Οδηγώ μέσα στις σιωπές της πόλης. Εκεί που όλοι κοιμούνται εγώ σπάω τα κοντέρ και νιώθω τον παλμό της καρδιάς μου, να με αφήνει πατώντας το γκάζι και ταξιδεύω μέσα στο μυαλό μου. Οι σκέψεις μου χάνονται μαζί με την άκαυτη βενζίνη απάνω στην άσφαλτο που διανύω μοναχή.

Κοιτώντας το φανάρι που σαν ανάβει σε βλέπω δίπλα μου με την μηχανή και ταξιδεύουμε αφήνοντας τα πάντα πίσω μας, μονάχα μια αυτήν την κόντρα. Μετά γυρνάμε πίσω…

Και ίσως μια μέρα συναντηθούμε ξανά σε κάποιο φανάρι, τότε οι τοίχοι δεν θα κρατάνε τα μυστικά μας, τότε που ο ένας θα περιμένει τον άλλον σε κάποια μεγάλη πλατεία με φώτα και μουσική να παίζει εκκωφαντικά. Τότε που οι τοίχοι να δεν θα κρατάνε τα μυστικά μας. Τότε που δεν θα μας ενώνει μονάχα το τραύμα.


Εις το επανιδείν.

ΖΝ

Οκτωβρίου 31, 2024

Les questions


Γιατί να μείνω;

Γιατί να φύγω;

Γιατί να σε αναζητώ;

Γιατί να σε προσμένω;

Γιατί σε αγαπώ;

Γιατί δεν αγαπώ εμένα;

Γιατί ;

Όλη μου η ζωή κυμαίνεται από ένα γιατί φορεμένο στα χείλη.

Γιατί ο κόσμος είναι άσχημος; Ρωτούσα με λυγμούς την μητέρα.

Γιατί ο κόσμος είναι όμορφος;

Γιατί δεν βρίσκω το θάρρος να έρθω;

Γιατί δεν βρίσκεις την τόλμη να γυρίσεις;

Γιατί διαλέγω την σιωπή.

Γιατί;

Γιατί διαλέγω την ασφάλεια έναντι της μανίας.

Γιατί δεν με σκέφτεσαι;

Γιατί δεν με προσμένεις;

Γιατί δεν με κρατάς σφιχτά;

Γιατί με άφησες να φύγω;

Γιατί δεν τολμάς αδερφή μου;

Γιατί;

Γιατί δεν με εμπιστεύεσαι μητέρα;

Γιατί τον άφησες να σε χτυπήσει ξανά;

Γιατί του έδωσες κλειδιά;

Γιατί δεν σήκωσες το ακουστικό να φωνάξεις μέσα στη σιωπή;

Γιατί διαλέγεις το παιδί, αντί για εμάς;

Γιατί διαλέγω να ζω μέσα στη χαρά, ενώ δεν είμαι εγώ χαρούμενη;

Γιατί;

Γιατί κλειδώνεις τη πόρτα του μπάνιου και κλαις μοναχή;

Γιατί δεν με ακούς πατέρα;

Γιατί δεν σε έκανα να νιώσεις περήφανη για εμένα;

Γιατί δεν είμαι αρκετή;

Γιατί δεν χαμογελάς πια;

Γιατί σαν ακούω βήματα στις σκάλες σε προσμένω ξανά;



ΖΝ.

Οκτωβρίου 06, 2024

L'inconfort de l'ombre.


Μέσα στην νύχτα εμφανίζεται σαν μια τερατώδη σκιά και με τα πελώρια κύματα σου με παρασέρνεις μέσα.

Μέσα στον φρενήρη ρυθμό σου .

Και όσο το μπάσο χτυπά μέσα στη καρδιά μου, έρχεσαι όλο και πιο κοντά. Παραμονεύεις κοντά μου, βρίσκεσαι μόλις μια ανάσα μακριά μου, μα σαν δεν μαγευτώ και δεν σε αποθεώσω χάνεσαι, μέσα στην αναπνοή μου και απρόσμενα εξαφανίζεσαι. Ξαφνικά μέσα μου γεννιέται το κενό της σκιάς σου, που με καθηλώνει, με απομακρύνει από την πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα μου δεν έχει καμία πια σημασία και όλα ξεθωριάζουν μέσα στην μάτια σου, σαν παλιές φωτογραφίες, που έμειναν χρόνια μπροστά από το αχνό φως της κάμαρής μου. Η δυσφορία που μου προκαλεί ένα άγγιγμα σου, με κάνει να σε καρτερώ με όλη μου την καρδία. Μου κλέβεις επανειλημμένα την θέληση μου για ζωή. Τον ενθουσιασμό μου να αλλάξω και να απαλλαχθώ από εσένα , από τα κύματα σου και από το φτηνό περιτύλιγμα της αλαζονείας και του ναρκισσισμού σου.

Ο ναρκισσισμός σου, με κάνει, να αποστρέφω το βλέμμα μου. Μα για μια μονάχα στιγμή, μονάχα ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, επιθυμώ να γυρίσω τα μάτια μου και να σε αντικρίσω. Να σε πιάσω με τα βρόμικα χέρια μου και να αγγίξω απαλά το κορμί σου. Να ορμήσω μέσα σου βίαια και να σε κάνω να δεις τι κτηνώδες πλάσμα έπλασες , το οποίο είναι βαθιά άπληστο και βλοσυρό.

Μα σαν περνά ο καιρός και το πάθος ξεφτίζει επανέρχομαι στην αλήθεια. Παρατηρώ τα χέρια μου που είναι ώχρα, λερωμένα και τρέμουν, μονάχα έτσι αναπολώ τον πόνο και την οδύνη που μου προκάλεσες, σαν να μην υπήρξε ποτέ ξανά τέτοια ζωντανή μνήμη, σαν κι αυτήν που ζήσαμε. Όμως τίποτα δεν έχουμε ζήσει. Τίποτα που να μην μπορεί να εξηγηθεί, τίποτα που δεν μπορεί να μην αναλυθεί και να ερμηνευτεί.

Η τόση μου επιθυμία μου προκαλεί δυσφορία.

Εκείνες τις στιγμές, που νιώθω το κορμί μου βαρύ και το δέρμα μου τραχύ ,σε σκέφτομαι. Όλες εκείνες τις στιγμές που ξεμπλέκω και τραβώ απ' την ρίζα τα αχυρένια μου μαλλιά , προσδοκώ να ακούσω την μηχανή του αυτοκινήτου σου, που θα με περιμένει μέσα στο σκοτάδι να με οδηγήσεις σε νέα δυσπρόσιτα μονοπάτια. Να τρέχουμε  με την ιλιγγιώδη ταχύτητα, μέσα σε άδειους δρόμους, να ταξιδεύουμε με την ταχύτητα που σπάει τα κοντέρ της μηχανής και τα μάτια μου να δακρύζουν. Να ακούω την καρδιά μου να χτυπά δυνατά και να μου κόβεται η ανάσα, όμως ταυτόχρονα να επικρατεί νεκρική σιωπή μέσα στο χαομένο μυαλό μου. Μόνο τότε συνειδητοποιώ, πόσο ζωντανή είμαι και πόσο ανάγκη σε έχω πραγματικά.

Είμαι ζωντανή όταν βρίσκομαι κοντά στην απόλυτη καταστροφή, σαν και τότε που έμπηγα βαθιά το μαχαίρι μέσα στις φλέβες μου, μόνο τότε ένιωθα την απόλυτη ευτυχία και τότε σταματούσαν οι άλαλες κραυγές μέσα στο κεφάλι μου. Έτσι κι τώρα προσδοκώ να πάρεις εσύ το μαχαίρι και να κόψεις την ζωή μου στα δυο... Σε δύο ισότιμα και ισάξια κομμάτια, το ένα είναι αυτό που περιβάλλει την καθωσπρέπεια και τον ορθολογισμό και το άλλο την απόλυτη παρόρμηση και τον φόβο για το άγνωστο, εκείνο το κρυφό μου μυστικό, που παραμονεύει και προσμένει να αποκαλυφθεί, για να διαλυθεί ολόκληρος ο κόσμος μου, έτσι όπως τώρα έχει πάρει μορφή.

Θέλω να  σε γνωρίσω πίσω απ' το προσωπείο σου .

Θέλω να σπάσω την δυσφορία του καθωσπρεπισμού σου και να σε κάνω ευάλωτο, όπως είμαι κι εγώ κοντά σου.

Προσμένω να σου δείξω πως αξίζει να είσαι κομμάτι και των δύο μου εαυτών αρκεί να το επιλέξεις, να δεις πίσω από το όμορφο και πρόσχαρο βλέμμα μου , εκεί θα σου αποκαλυφθεί το απόλυτο σκοτάδι και η ματαίωση μου. Σε εκείνο το σημείο όπου τα ρολόγια μέσα στο μυαλό μου σπάζουν και λιώνουν οι δείκτες τους  ομαδοποιούνται με τα τραύματα μου και το άγχος μου. Το μόνο που θέλω από εσένα είναι χρόνος.

Χρόνος να δοκιμάσεις την απόρριψη μου και να σεργιανίσεις για νέες περιπέτειες, μέσα σε παράνομα τρένα και άβατα. Μα πρέπει να φανώ δυνατή και ξεφύγω άλλο ένα βράδυ μακριά σου, σαν και τόσα άλλα, που περάσαμε χώρια. Άλλο ένα είναι κι αυτό, που οδηγεί στην ματαίωση μου και το μόνο, που με περιμένει είναι μια βαλίτσα γεμάτη από σπασμένα και καμένα απομεινάρια της φαντασίας και του πόθου μου για αυτοκαταστροφή.

Απριλίου 18, 2024

Les notes du train.

Η αιώνια ανατολή.

Lever de soleil éternel/ Αιώνια ανατολή.


Δεν θα παινέψω τα προτερήματα σου , ούτε θα σε ψέξω. Θέλω να υμνήσω απλά την διττή σου φύση. Τώρα που αρχίζω να την θωρώ για πρώτη φορά, αρχίζω και την ποθώ αληθινά. Αδιαφορώ για τα συναισθήματα ολάκερου του κόσμου. Αδιαφορώ για τον πόθο μου, να σε μαγνητίσω, να σε κυριευσω. Μονάχα να ιδώ το είδωλο μου στην ματιά σου, μέσα στο σκοτάδι.

 Εκεί που μπορώ να νιώσω πραγματικά αληθινή, μοναδική. Ακόμα και η δική μου η φύση διαιρείται μαζί σού. Και ο χρόνος παγώνει, μονάχα σε ετούτη την στιγμή. Την στιγμή που ακουμπώ ευλαβικά το κεφάλι μου απάνω στο στερνό σου κορμί και ακούω την καρδιά μου να βροντά ολάκερο το σώμα σου. Βλέπω τους σπασμούς στο βλέμμα σου . Κανείς μας δεν είναι ο ίδιος με τότε. Μεγαλώσαμε. Αλλάξαμε. Ζούμε σε δύο σύμπαντα εκ διαμέτρου αντίθετα. Εγώ ζω μέσα στο ηλιόλουστο φως, που είναι γεμάτο χρώματα και μελωδίες, ενώ εσύ μέσα στο σκοτάδι, μέσα στις σκιές . Ζούμε σε δύο διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας πραγματικότητας . Ζούμε μέσα στις δικές μας ουτοπίες. Όμως αν υπάρχει μονάχα μια στιγμή, που οι δύο κόσμοι μας ενωθούν, θα έρθεις να με βρεις; Για αυτή την αιώνια ανατολή του ηλίου.Για αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου θα με αντικρίσεις πίσω απ' το τζάμι σου;




 ZN.

Φεβρουαρίου 14, 2024

La reine des clowns au Pays des Merveilles / Η Βασίλισσα των κλόουν στην Χώρα των θαυμάτων

 

La reine des clowns

Είμαι η βασίλισσα των κλόουν και η σκηνή ανήκει δικαιωματικά σε εμένα. Με εξτασιάζει η λαχτάρα τους, να με αντικρύσουν, με μεθάει η μεγαλοπρέπεια της σκηνής. Κι ετούτος ο ήχος των ταμπούρλων συγχρονίζεται στην εντέλεια με τους χτύπους της καρδιάς μου. Πάλλεται ο ρυθμός μέσα μου, σαν να κατοικοέδρευε απ’ την αρχή της δημιουργίας μου και να καρτερούσε ετούτη την στιγμή, για να αποδράσει, την στιγμή που περπατήσω περήφανα απάνω της. Απολαμβάνω κάθε στιγμή που βρίσκομαι απάνω σε ετούτο το σανίδι. Με  παρασέρνει το μεθυστικό φως απ’ τους προβολείς , που βρίσκονται απάνω μου. Τα φώτα, ο ήχος είναι όλα έτοιμα. Μπορώ εγώ να χάσω την πιο λαμπρή στιγμή μου; Έχω την προσοχή τους και η σκηνή μου ανήκει, αρχίζω και ζητωκραυγάζω το κοινό μου. Τον λαό μου, τον όχλο μου, που ήρθε μονάχα για εμένα. Ήρθαν να δουν από πρώτο χέρι το συναρπαστικό μου σόου, με τις φωτιές και τον δικό μου θίασο. Όλοι οι άλλοι δεν μπορούν να με συναγωνιστούν. Ούτε οι ακροβάτισσες με τα αποκαλυπτικά κοντά τους κορμάκια και τα ποτατά τους κόλπα απάνω στα σκοινιά τους. Δεν ήρθαν να θαυμάσουν τα εγκλωβισμένα μας ημίθανα ζώα, ήρθαν να παρακολουθήσουν μονάχα εμένα.

 Ήρθαν να ιδούν από πρώτο χέρι την ίδια την φαντασμαγορία προσωποποιημένη. Ετούτοι όλοι εδώ ήρθαν να θαυμάσουν την έννοια της πυρωμένης σάρκας, ήρθαν να θαυμάσουν την ημιπαράφρονη μορφή μου, να λαμποκοπάει από πάνω μέχρι κάτω. Καθώς βγάζω ελαφρώς τα βαριά ρούχα του καθωσπρεπισμού, λούζομαι με βενζίνη και φλέγομαι, χορεύω με το ροδαλό χρώμα της φλόγας. Ενώ ταυτόχρονα λικνίζομαι στην μεθυστική μελωδία των έκρυθμων κραυγών του ακέφαλου όχλου. Οι φωνές τους με κάνουν, να συνεχίζω κάθε στιγμή, όλων ετούτων των μαρτυρικών βασανιστηρίων, που με την πάροδο των χρόνων τα έχω απομυθοποιήσει και αρχίζω και τα προσμένω. Έγινα κι εγώ ένα με την καμένη μου σάρκα, ένα με το προσωπείο του κλόουν, που μου φόρεσαν με την βία. Άρχισα με την πάροδο του χρόνου, να αναμένω την βία και την προκαλώ, να προσμένω ηδονικά τα αγγίγματα τους και να φαντασιώνομαι να προβαίνω σε όλες εκείνες τις ακόλαστες ειδεχθείς πράξεις. Είδα στα μάτια τους την μανία και μαγεύτηκα, σαν παιδί, που βλέπει για πρώτη φορά ένα αληθινό σόου μάγου. Καρτερώ, να παραδοθώ και εγώ με την σειρά μου, σε όλες ετούτες τις πράξεις σε εκείνους, που με έβλαψαν και να στεφανωθώ με το πορφυρό αίμα τους. Πρώτα όμως αφήστε με να σας μαγέψω και να νιώσω για λιγάκι μονάχα ζωντανή, μέσα στην φλόγα της πυρκαγιάς απάνω στην σκηνή. Αδημονώ να ακούσω όλα ετούτα τα ουρλιαχτά τους και εκείνο το ηχηρό χειροκρότημα.

Ήρθαν να με δουν, να δίνω τον καλύτερο μου εαυτό επάνω στην σκηνή, όταν καίω με μεγάλη ευλάβεια κομμάτια της σάρκας μου και προσκαλώντας τον καπνό να εισέλθει μέσα μου.

-Το σόου μου, δεν είναι για παιδιά, αλλά μπορείτε να τα φέρετε στο τσίρκο μας και μην ανησυχείτε θα τα «φτιάξουμε εμείς»! 

Τους λέω με ιδιαίτερη χάρη και ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματίζεται τώρα στο προσωπείο μου. Σήμερα η παράσταση μου, θα είναι μοναδική. Έχω σκαρώσει πολλά για αυτούς αλλά κυρίως για τον θιασάρχη μας. Τον Αγαπημένο αυτό άνθρωπο, που μας κρατά κλειδωμένα όλα εμάς τα απόκληρα όντα ετούτου του κόσμου και για να βγάζουμε τα προς το ζην πουλάμε λίγη χαρά, αναμεμιγμένη με μπόλικη χρυσόσκονη και διάφορα πολυμορφικά σχέδια απάνω στα μπαλόνια μας. Πουλάμε την παιδικότητα μας, την ψυχή μας, όση μας έχει δηλαδή, απομείνει. Εγώ και ο λόχος απ’ τους κλόουν μου, μπορούν να σας συνοδεύσουν σε ποικίλα μονοπάτια φαντασίας, μέσω της αθωότητας σας. Το μόνο που ζητάμε είναι υπομονή και το χέρι σας, προς την ουτοπία. Αυτόν τον μαγευτικό κόσμο, που ξεχειλίζει από γέλια και ξεγνοιασιά.

Για όλα ετούτα τα χαμένα παιδιά, που κανείς ποτέ δεν τους χάρισε ένα χαμόγελο, παρά μόνο πόνο, είμαστε εμείς εδώ να τα «γιατρέψουμε». Σας διαβεβαιώ πως είμαστε καλοί εμείς οι κλόουν. Ποτέ δεν θα βλάψουμε ένα παιδί. Ποτέ μου δεν είδα καλοσύνη σε ετούτο τον κόσμο και ευσπλαχνικότατα. Πάντα ήμουν το αδύναμο κορίτσι, που καρτερούσε να επισκεφτεί τον φαντασμαγορικό κόσμο της  ουτοπίας, που τόσο του υπόσχονταν οι Μεγάλοι. Εκείνοι οι μεγάλοι, που στο παραμικρό ξεστράτισμα ορμούν απάνω σου με βία και διαγράφουν, κάθε όμορφη στιγμή. Για αυτόν τον λόγο τα παιδιά δίπλα μας δεν διατρέχουν κίνδυνο. Εγώ μόνο τους Μεγάλους απεχθάνομαι, γιατί ξέχασαν, πως να είναι παιδιά. Πάνω από όλους όμως αδημονώ να συναντηθώ με εκείνον, τον μαυροφορεμένο θιασάρχη, που η όψη του μονάχα με σκιά μοιάζει πια. Τίποτα άλλο δεν θυμίζει εκείνον τον φαινομενικά γλυκομίλητο και ιδιαίτερα ευγενικό νέο άνδρα, που τα χαρακτηριστικά του, τα ζήλευαν όλα τα απολλώνια αγάλματα.

 Όταν η σκιά ετούτη με άρπαξε απ’ το χέρι και με έσυρε σε εδώ στο καραβάνι, που με την θέληση μου, τον ακολούθησα σε ετούτο το ταξίδι, μέσα στην χώρα των Θαυμάτων. Μου υποσχέθηκε αγάπη και στοργή αλλά παρόλα αυτά, που χάρισε παράνοια και οδυρμό. Πιο πολύ καρτερώ, να τον ιδώ, να περιτριγυρίζεται μέσα στο δικό του πορφυρό αίμα, να λουφάζει στην γωνία κι εγώ να γελώ. Να γελώ τόσο δυνατά, που οι κραυγές μου να ακουστούν απ’ άκρη σε άκρη ολόκληρου του τσίρκου Του. Εδώ να γίνει και η ταφή του, μεταξύ των δικών του φρικιών, που έφερε στη ζωή και μετά με το εναπομύναντο κουφάρι του, κάνω εξτασιακό έρωτα, μόνο που τώρα εγώ θα τον πονώ. Εγώ θα τον καβαλήσω και θα του δείξω, τι κρύβεται πίσω από το σπασμένο προσωπείο μου. Θέλω να τον κάνω για μια τελευταία φορά δικό μου, και να αποτινάξω το δώρο της ζωής, που του χαρίσθηκε απλόχερα, όταν γεννήθηκε.

 Καθώς με κοιτά στα μάτια, για πρώτη φορά να τον νουθετήσω και να τον κάνω αίμα μου. Με τα σπασμένα μου νύχια, να του βγάλω αργά και βασανιστικά τα μάτια απ’ τις κόγχες του και να σπάσω το χαμόγελο του, ενώ τρέχει ποτάμι το αίμα μου και γίνεται μια άμορφη μάζα με το δικό του. Και θέλω όλοι να με θωρούν καθαρά κι ξάστερα καθώς παίρνω εκδίκηση για όλα τα παιδιά, που έσυρε εδώ μέσα στο καρναβάλι του τρόμου. Κι όταν θα αργοσβήνει μια για πάντα να τον αφήσω έτσι, γυμνό και αβοήθητο να τον κατασπαράξουν τα φρικιά, που έπλασε με τα ίδια του τα ματωμένα χέρια. Ποθώ όσο τίποτα άλλο να πάρω την θέση του και να γίνω εγώ η αρχηγός του θιάσου, που θα βασιλεύω, όμως με δικαιοσύνη και περίσσιο σεβασμό προς τα πλάσματα του είδους μου, γιατί μονάχα εκεί βρήκα κι εγώ την οικογένεια, που πραγματικά αποζητούσα.

Έτσι λοιπόν θα σας αφήσω να καρτεράτε ετούτο το αλλιώτικο θέαμα στην χώρα των θαυμαστών ταχυδακτυλουργών και των ελεύθερων φρικιών. Το τσίρκο μας κλείνει σύντομα. Εσείς όμως, που ποθείτε την βία και αποζητάτε την καταστροφή, μέσω του πόνου ελάτε να δείτε ελεύθερα, έχουμε θέσεις πάντα για εσάς, δίπλα στο νεκρό κουφάρι του προηγούμενου θιασάρχη μας.

Venez admirer la Reine des Clowns au Pays des Merveilles et les Free Freaks ! Venez laisser votre esprit vagabonder.

Viens!

Ελάτε να θαυμάσετε την Βασίλισσα των κλόουν στην Χώρα των θαυμάτων και των ελεύθερων φρικιών! Ελάτε να οργιάσει ο νους σας.

Ελάτε!

 

 

ΖΝ.

Ιανουαρίου 22, 2024

Le vieux cauchemar

 

Ας μιλήσουμε άλλη μια φορά για εσένα. Για εσένα, που μαζί σου πέρασα μια μαρτυρική αιωνιότητα. Για μια άλλη γαμημένη φορά, θα αναφερθώ σε εσένα. Ξανά.

Σε εσένα, που κατοικοέδρευες μέσα μου. Που σε κουβαλώ απάνω μου, σαν μαρτυρικό σύμβολο, σαν μια ουλή, από κάποιο σοβαρό τραυματισμό, που όμως πια δεν φαίνεται και έχει ενσωματωθεί μαζί με την υπόλοιπη μορφή μου. Που τα δάκρυα μου σου ανήκαν. Και σου ανήκουν ακόμη, κι αν εσύ δεν υπάρχεις πια. Υπάρχει μονάχα η σκιά σου, απάνω στο σώμα μου και οι βαθιές ουλές, που μου χάραξες.

 Μου τις χάρισες, σε μια τόσο τρυφερή ηλικία. Πως μπόρεσες και το έκανες αυτό σε ένα κορίτσι μόλις δεκατριών ετών; Πώς μπόρεσες να ασελγήσεις απάνω του, ενώ ακόμη ήμουν παιδί; Πώς μπόρεσες να καλύψεις όλη ετούτη την πλεκτάνη τόσα χρόνια κι ακόμη συνεχίζεις και το κάνεις; Πως αντέχεις τον εαυτό σου; Πώς μπορείς και σηκώνεσαι απ’ το κρεβάτι σου και βγαίνεις έξω κι ζεις, ενώ ξέρεις, τι πόνο έχεις προκαλέσει; Πώς αντέχεις την ίδια σου την ύπαρξη, όταν κακοποιείς ανήλικα κορίτσια και τα βιάζεις διαστρεβλώνοντας μια για πάντα τα είδωλα τους στον καθρέφτη; Σε ερεθίζει, που ξέρεις, πως όλα ετούτα τα πλάσματα δεν θα αντικρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη ξανά χωρίς την δική σου σκιά; Πώς γίνεται και με κοιτούσες στα μάτια τόσο άδεια, όταν εισχωρούσες μέσα μου; Σε ερεθίζει, που γνωρίζεις, πως ακόμη έχω το αρχικό του ονόματος σου χαραγμένο απάνω στις φλέβες μου; Που προσπαθώ να λησμονώ την μορφή σου, μα ακόμα κι μετά από τόσα χρόνια, εσύ υπάρχεις ακόμη εκεί και καρτεράς να λουφάξεις την ευκαιρία, να με κακοποιήσεις ακόμη μια φορά;

Τότε που η καρδιά μου δεν είχε διαμελιστεί, δεν είχε καταβαραθρωθεί. Όταν δεν υπήρχαν οι βαθιές ουλές στην σάρκα μου, τότε που τα μάτια μου δεν ήταν τόσο θολά. Τότε που οι λέξεις και έννοιες δεν είχαν διαβρωθεί απ’ τα ψέματα και τις άλαλες κραυγές σου. Τότε που δεν είχα σπιλωθεί απ’ τα κηλιδωμένα χέρια σου. Κι απ’ το βλέμμα σου, που ήταν ολότελα παραμορφωμένο. Που τότε το σώμα μου ακόμη μου ανήκε; Τότε που δεν είχα ακόμη αυτοκτονικές τάσεις και ροπή προς την αυτοκαταστροφή!

Πες μου, πως εγώ πρέπει, να κοιτώ κάθε μέρα, όλα ετούτα τα σύνολα από αθώα μάτια, ξέροντας ότι διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο, να διαβρωθούν από εσένα; Πώς μπορώ να ηρεμήσω ξέροντας, πως διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο με μένα;

Τώρα πια είμαι ενήλικη. Είμαι στην ηλικία, που μπορώ και διακρίνω πλέον εγώ τον πόνο στα παιδικά μάτια, πες μου, πως μπόρεσες και το έκανες αυτό. Δεν το χωράει η λογική μου, τα όρια της νοημοσύνης μου, δεν το βαστάνε. Κοιτώ τα μάτια τους και είναι τόσο αθώα. Αναπολώ τις στιγμές, που ήμουν κι εγώ έτσι, χαρούμενη. Τότε που σαν αθώο παιδί γιομάτο ελπίδα και ανάγκη για αγάπη, εσύ έτσι απλά κατέστρεψες την αθωότητα στο βλέμμα μου, για πάντα. Για να μπορέσεις να ικανοποιήσεις τις αρρωστημένες ανάγκες σου, για να γιομίσεις την κατεστραμμένη σου και θολή αυτό-εικόνα σου, με την αγάπη μου και τα αθώα μου παιδικά χέρια, που απάνω σου γέμιζαν την κενότητα σου, ως ον. Δεν το έκανες για να τιμωρήσεις, αλλά για να μπορείς να ανέχεσαι έστω και για λίγο τον εαυτό σου, στην ιδέα πως αντλείς έμπνευση από ένα έφηβο κορίτσι, που το εκμεταλλεύεσαι και το διαμορφώνεις καθ’ εικόνα σου.

Τώρα με κοιτώ κι αντί για ουλές απ’ τις πέτρες και τα παιδικά παιχνίδια φέρω βαθιές χαρακιές στις κεντρικές μου αρτηρίες. Έχω βαθιές ουλές στο πρόσωπο, απ’ το κλάμα και πίσω απ’ την κεκαλυμμένη μου πρόσχαρη μορφή, υπάρχει το πέπλο της θλίψης, που επικαλύπτει κάθε γαμημένο συναίσθημα. Θα ήθελα, τόσο πολύ να σε μισήσω, να κλάψω, να ουρλιάξω μέχρι να χαθεί η φωνή μου, όμως αυτό, που κάνω δεν είναι παρά να προσπαθώ να σε συγχωρέσω και να συνειδητοποιήσω, πως δεν ήσουν τίποτα άλλο παρά ένα διεστραμμένο είδωλο της ενηλικίωσης. Πρώτα όμως πρέπει να συγχωρήσω εμένα, που μου συνέβησαν όλα αυτά. Τότε που άφησα την ενηλικίωση μου, να την καταστρέψει ένα βδελυρό όν, εσύ.

Η ενηλικίωση μου είναι γιομάτη από θλίψη και οργή. Οργή, που είναι κουρνιασμένη μέσα μου, από τότε που σε είδα από πάνω μου, να με πονάς. Όταν με κατέκτησες, γιατί για εσένα ήταν κατόρθωμα, να με κάνεις να απεχθάνομαι το σώμα μου. Προσπάθησα να δραπετεύσω εκείνη την στιγμή, που γινόταν μέσα από εκείνο το παράθυρο, που έφερε ελάχιστο εκείνο το πρωί, που με κακοποίησες. Μέσα σε ένα ηλιόλουστο δωμάτιο εκείνη την Πέμπτη του Ιανουαρίου. Μέσα σε ένα αδιάφορο δωμάτιο λευκό δωμάτιο με ελάχιστα αντικείμενα και έναν κατακόκκινο καναπέ, έναν χώρο, που θύμιζε ψυχιατρική κλινική. Τόσο αφιλόξενο και αποστειρωμένο. Από εκείνη την μέρα δεν θυμάμαι πολλά, μονάχα την επιβλητική σου παρουσία, όμως τα μάτια σου δεν τα θυμάμαι, δεν σε θυμάμαι να θωρείς, ούτε μια φορά. Δεν σε θυμάμαι να με αγγίζεις παρόλο που ξέρω πως το έκανες. Δεν μπορώ να ανακαλέσω ούτε κι τώρα την μορφή σου, παρά μόνο την σκιά της, που καταπλάκωνε ολόκληρη την καρδιά μου σαν σε θωρούσα μπρος μου.

Θυμάμαι μονάχα τα μάτια μου, που ήταν κολλημένα στο ταβάνι και δεν τολμούσα να κοιτάξω την δική σου κενή ματιά. Όταν σε κοιτούσα δάκρυζα και με πρόσταζες να γυρίσω το βλέμμα μου, κάπου αλλού. Για όλα εκείνα τα ψέματα σου, που δεν τα έλεγες μονάχα σε εμένα αλλά και στον εαυτό σου, σε προσκαλώ να απαλλαχθείς απ’ το βάρος των πράξεων σου. Φύγε, γίνε πραγματικά σκιά. Γίνε αυτό που πραγματικά σου αρμόζει μια κακή ανάμνηση στο πέρας της παιδικής ηλικίας. Φύγε.

 

Γίνε ο παλιός εφιάλτης κάτω από το κρεβάτι μου και σαν έρθει η αυγή εξαφανίσου.

sois le vieux cauchemar sous mon lit et quand l'aube arrive, disparais.

 

disparais.

 

 

 

ΖΝ.

Αυγούστου 14, 2023

Enterrer la honte de la bête/ Θάψτε την ντροπή του θηρίου.


Θάψτε την ντροπή του θηρίου.

~

Σαν σε θωρώ ξανά δάκρυα γιομίζουν τα θολά μου μάτια. Ο αέρας είναι αποπνικτικός. Η βοή των οχημάτων λιώνουν την ίδια την άσφαλτο, μέσα στη δίνη του καύσωνα. Μου προκαλείται ίλιγγος.  Μια έντονη μυρωδιά καμένου λάστιχου και μια απόλυτη σιωπή ακολουθούν τις τελευταίες σου λέξεις, "δεν μπορούμε να είμαστε πλέον μαζί."

«Εκείνη την νύχτα την θυμάμαι, σαν τώρα. Σαν θωρώ μπροστά μου, το δρόμο ολοσκότεινο, δίχως το φεγγάρι να μας λούζει και να μας στεφανώνει. Να επικρατεί η εκκωφαντική σιωπή, που έσπαγε μονάχα για χάρη κάποιου οδηγού, χιλιόμετρα μακριά  από εμάς. Εκείνη την στιγμή αντίκρισα εκείνο το μελανό σημείο του ξέφωτου και να καλεί όλο κι πιο κοντά του. Ήταν ο ήχος του τόσο  δυνατός μέσα στο μυαλό μου, που για μια στιγμή χάθηκες κι εσύ μα και ο εγκόσμιος τόπος γύρω μου. Κι ήμουν μόνη μου, αντιμέτωπη το δικό μου σκοτάδι. Οι σκέψεις μου να ουρλιάζουν μέσα μου και εγώ να χορεύω μαζί του. Να φλέγομαι, να ποθώ τον χαμό μου. Να διστάζω συνάμα με την αραχνούφαντη αίσθηση των άκρων μου, που δειλά το ακουμπούσαν. Αλλά να κάνω ένα βήμα μπρος του. Τότε θυμάμαι να παίρνω βαθιά ανάσα και να βουλιάζω αργά τα πνευμόνια μου, με τον μολυσμένο αγέρα της πόλης και να λούζομαι βασανιστικά, με το σκοτάδι. Το σκοτάδι εκείνο το αξημέρωτο, που έκτοτε δεν ξύπνησα ποτέ ξανά η ίδια. Το μεταφυσικό χάος , που υπέγραψα την σιωπηρή μου καταδίκη, την δική μου κόλαση, γιομάτη με ατελείωτες ώρες περισυλλογής και αμφιταλάντευσης για την ζωή μου, που την παρέδωσα, τόσο εύκολα σε εσένα.

Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ λάτρευες την αψίδα του θανάτου μου. Όταν παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να βεβηλώσεις.

Και παρόλα αυτά εσύ δεν ακόμη, δεν με ποθούσες. Ντρεπόσουν, και απέφευγες να με κοιτάς, να με φιλάς, να με αγαπάς, όπως περηφανευόσουν ότι έκανες.  Με έφθειρε, που σαν ξημέρωνε, δεν ήμουν εγώ εκεί να σε τρέφω, με τον φόβο μου και τα σπλάχνα μου συσπάστηκαν . Τα χέρια μου έτρεμαν. Η όψη μου άλλαξε. Κι γύρισα νοερά εκεί. Σε εκείνο το σκοτεινό αξημέρωτο, που ο ήλιος ξέχασε να ανατείλει, όταν για πρώτη φορά, ένιωσα το ένστικτό μου, να αφηνιάζει σαν φοβισμένο άλογο, που με πρόσταζε, να τρέξω, να εξαφανιστώ μέσα στο σκοτεινό δρόμο με απώτερο σκοπό, να αναζητήσω βοήθεια. Όμως δεν το έκανα , αλλά ούτε κι αυτό ήταν αρκετό. Τίποτα για εσένα δεν ήταν αρκετό, ούτε οι ουλές μου, ούτε ο πόνος μου, ούτε η ψυχή μου, ούτε το ταλέντο μου. Απολύτως τίποτα, επειδή με θωρούσες, αδύναμη. Ελαττωματική, που δεν ήμουν ασπίλωτη, που ήδη είχα κακοποιηθεί ,που δεν ήσουν εσύ ο πρώτος μου βέβηλος, ο πρώτος μου βιαστής, το πρώτο μου κτήνος.»

~

Ένιωσα  την καρδιά μου , να σταματάει, να ηχεί. Τα απανωτά λακτίσματα επάνω στο στέρνο μου, που με κρατούν εν ζωή, διακόπηκαν ακαριαία. Ο χρόνος άρχισε να λιώνει και ετούτη η ανάμνηση μου, αργοσβήνει με τα χρόνια, όμως υπάρχει. Υπάρχει. Είναι ζωντανή μέσα μου. Είναι το τέλος, που δόθηκε από εσένα κι όχι από εμένα. Δόθηκε από εσένα. Είναι το μεγαλύτερο μου αμάρτημα, καθώς όλα τελείωσαν, με μια δική σου απόφαση. Με μια φράση, που έτσι απλά ξεστόμισες . Που γνώριζες πολύ καλά, τι θα προξενούσε, όταν επαναλάμβανες σαν σε προσευχή, πως μονάχα εσένα είχα, πως μονάχα εσύ μου άξιζες. Και έτσι η ντροπή μου, ορθώθηκε ξανά, σαν πελώριος ογκόλιθος ήρθε και κούρνιασε απάνω στο ξεθωριασμένο και ταλαιπωρημένο μου στέρνο και με συντρόφευε για πολλά ακόμη χρόνια .

Η ντροπή. Η αίσθηση της απέχθειας σου, να με θωρείς, με τραυμάτισε. Η αίσθηση πως δεν ήμουν πια αρκετή, αρεστή ή ακόμη κι ποθητή με σοδόμισε.  Περισσότερο απ' το ξύλο, περισσότερο απ' τον πόνο, που με ιδιαίτερη ευκολία και λεπτότητα μου προκαλούσες.

Με πονά, που σαν άλλαξες δρόμο, δεν ήμουν μαζί σου. Δεν στεκόμουν εκεί δίπλα στο σαθρό κρεβάτι σου, που ήταν γεμάτο από στάχτη και μούχλα. Με τα σκεπάσματα σου, να μυρίζουν ιδρώτα και τους ξεραμένους λεκέδες μου απ’ το αίμα της προηγούμενης φοράς, που έτσι εύκολα αποφάσισες, πως ήρθε η ώρα μου, για να σωφρονιστώ. Όταν το έκανες γνώριζα, πως το έκανες επειδή με αγαπούσες ή έστω ότι προσπαθούσες, πως ήμουν άξια της ελάχιστης προσοχής, που μου πρόσφερες.

Ο πραγματικός λόγος που τα υπόμεινα όλα ετούτα τα βασανιστήρια της επίγειας κόλασης μου, ήταν για εκείνο το πρώτο βράδυ, που σε είδα, να με θωρείς με καλοσύνη και αγαθότητα. Το είχα δει, αλλά πλέον, γνωρίζω, πως δεν ήσουν πραγματικά εσύ, αλλά κάποιος άλλος, κάποιος, που ίσως να άξιζε να σωθεί. Και να μην σπέρνει ένα κινούμενο χάος στο διάβα του.

Μια μορφή, που ίσως κάπου μέσα της να κρύβεται καλά ένα τραυματισμένο, μανιασμένο παιδί γεμάτο σημάδια από σβησμένα τσιγάρα απάνω στα χέρια του. Μα όχι, εσύ δεν ήσουν αυτό το παιδί, που προσπαθούσες να μοιραστείς λανθασμένα την υποτυπώδη ένδειξη της καλοσύνης σου. Εσύ παρίστανες, υποδυόσουν, εσύ κάλυπτες πολύ μαεστρικά το σκοτάδι σου. Προσπαθούσες να αποδείξεις περίτρανα , πως τα τραύματα μου δεν ήταν αρκετά. Εξου κι αποφάσισες να τα εμπλουτίσεις, σαν σημειώσεις κάποιου ξεχασμένου αυτοκαταστροφικού συγγραφέα, που μετά απ’ την επίσκεψη του σε κάποιο μαγαζί της παλαιάς Αθήνας, καθώς συμπλήρωνε και αλλοίωνε την αλήθεια του, με βαρύγδουπες δηλώσεις , που μόνο εκείνοι δεν έγραφαν, μα το ίδιο το ποτό εμίλαγε για λογαριασμό τους.

Εσύ όταν αποκαλύφθηκες μόνο φρίκη μου προκαλούσες. Μα εγώ ποθούσα βαθιά μέσα μου να σε σώσω. Να σε απελευθερώσω . Να σε αναδιαμορφώσω και μέσα από αυτό να απελευθερώσω εμένα, απ’ την ντροπή μου. Απ’ την οργή μου, απ’ την βαθιά μου μελαγχολία. Να με απελευθερώσω μια για πάντα, απ’ την ματαιότητα μου, για να ξέρω πως έσωσα κάποιον, γεγονός καθώς τα αφηγούμαι ετούτα ιδιαίτερα ναρκισσιστικό και εξαίρετα προβληματικό εκ μέρους μου. Κι οι στιγμές ξέφευγαν, και αναμιγνύονταν αδιάκοπα με, όσα μου είχες εκμυστηρευτεί με τα βάρη των συμφορών, που προξενούσες, όμως μου είχες πει ψέματα. Αποκυήματα της διεστραμμένης φαντασίωσης σου ήταν, όπως και σαδιστική μου, όψη, ως τιμωρός δεν ήταν παρά μόνο ονειρώξεις.

Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ καρτερούσες και δολοπλοκούσες την αψίδα του θανάτου μου, για να πας στο επόμενο θύμα σου. Όταν παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να βεβηλώσεις.

Και η ανάσα μου βάρυνε. Βάρυνε τόσο πολύ, που ένιωθα έναν οξύ πόνο να με διαπερνά και να μουδιάζει, γιατί δεν ήθελα να φύγεις.

Ντρέπομαι, που το λέω πια, αλλά όσο κι αν γνώριζα με ότι είχε απομείνει απ’ το κατεστραμμένο ένστικτο μου, πως εσύ ποθούσες τον χαμό μου, εγώ το υπέμεινα μαρτυρικά, σαν άλλος μαθητής Του, ανεχόμουν κάθε τι που σχεδίαζες, το επιθυμούσα, το ποθούσα με το παραπάνω.

 Γιατί ήξερα πως εγώ ήμουν εκείνη η ηλιαχτίδα στο παραθύρι του μυαλού σου, ήμουν εγώ ο λόγος, που ανέπνεες ,εγώ που σε άφηνα να με χαράζεις. Μέσα σε ετούτη την τρώγλη, που ζήσαμε μαζί. Όσο κι αν έκλαιγα, και όσο κι αν ηχούσαν τα ουρλιαχτά μου, μέσα στους χάρτινους τοίχους, εκεί έμαθα εσφαλμένος τι είναι για εμένα το ίδιο άτομο να είναι "ο πατέρας μου, ο καλύτερος μου φίλος και ο σύντροφός μου αλλά και ο βιαστής μου".

Αναπλήρωνες όλα ετούτα τα κενά, που μονάχος σου δημιούργησες. Και τώρα σαν θωρώ, απέξω ετούτο το καμένο και ρημαγμένο απομεινάρι μου , γνωρίζω πως δεν ήσουν εσύ το κτήνος μονάχα, αλλά εγώ.

Εγώ που άφηνα τον εαυτό μου να αλλοιωθεί, να αυτοτραυματιστεί, να βεβηλωθεί , να βιαστεί , να εύχεται κάθε στιγμή, που περνά και να είναι κάποια άλλη. Κάποια, που απλά είχε την ηλικία μου, τα μάτια μου, το σώμα μου, την φωνή μου, αλλά αυτή δεν ήμουν εγώ . Δεν γίνεται αυτή να ήμουν εγώ, ούρλιαζα μπροστά απ’ το καθρέφτη μου, που είχε ήδη σπάσει για να μην με παρατηρώ. Όμως όλα αυτά τα έκανα εγώ. Εγώ που αποφάσισα να σώσω κάποιον,που δεν άξιζε .Εγώ που δεν αγαπούσα εμένα, που ήμουν δειλή να αντιληφθώ πως είχα τόσο απεγνωσμένα ανάγκη για βοήθεια. Εγώ ενσάρκωνα το κτήνος και εσύ ήσουν το άδειο κουφάρι, που δρούσε, εγώ σου έδινα ζωή. Σε διέταζα και εσύ υπάκουες σιωπηρά την εντολή, να με σοδομίσεις.

Εγώ όμως πλέον σε καίω, μέσα στο ίδιο σου το μπουντρούμι, συνθλίβω την ημίθανη όψη σου και σε απαλλάσσω απ’ τα καθήκοντα σου. Σε περιλούζω με άφθονη βενζίνη μαζί με όσα αγαθά, σου έχουν απομείνει, τα τσιγάρα σου, τα γυαλιά σου και το τελευταίο μου κομμάτι από δάκρυα. Όμως τα δάκρυα μου και αυτό το κομμάτι της ντροπής ανήκει σε εμένα, καθώς το κρατώ ξανά στα χέρια μου, βλέπω καθάρια πως αν δεν το είχα θα ήμουν κι εγώ ένα ακόμη δίποδο κτήνος, σαν και του λόγου σου, ή για να το πω, πιο ορθά, ένα ακόμη μέτριο πλάσμα, που φαντασιώνεται να ασκεί εξουσία και να απειλεί πως θα με πληγώσει. Και το ειδεχθές έγκλημα είναι δικό μου, επειδή απαρνήθηκα τη φύση μου, όμως αυτό αλλάζει και με την γόπα απ’ το τσιγάρο μου, πυρπολώ και φωτίζω την νύχτα. Την προστάζω να φύγει πριν να έρθει η ώρα της. Την απαλλάσσω μαζί με εσένα.

~

Πλέον μπορείς να μετουσιωθείς και να φύγεις απ’ τις σκιές μου. Αυτό είναι το τελευταίο μου αντίο, γιατί πλέον είσαι για εμένα νεκρός. Η κηδεία σου έγινε πριν καιρό, ελπίζω να παραμείνεις εκεί, κανείς δεν ήρθε, κανείς δεν νοιάστηκε αρκετά και σε κανέναν δεν θα λήψεις, ούτε σε εμένα.


Tu ne fais plus peur à personne. 

dors dans ton sommeil éternel.

 Il a porri.

 ~

Au revoir.

 ~

 

Δεν τρομάζεις κανέναν πια.

Κοιμήσου στον αιώνιο ύπνο σου.

Σάπισε.

Αντίο.

 

ΖΝ.


Ιουλίου 09, 2023

La profanation de la bête

 

  Σαν προσπαθώ να ξεφύγω το κτήνος καρτερά εκεί. Καρτερά μέσα στο μυαλό των προγενέστερων ζώων μας. Παραμονεύει μέσα στην απαλή σιγή και τις σκιές. Τρέφεται με τις σκιές ετούτες , με τον φόβο, που δημιουργεί. Με κρατούσε δέσμια των ίδιων μου φόβων, μέσα στο ίδιο μου το σώμα με κλείδωνε και μέσα στον ίδιο μου τον φόβο αποζητούσα να πάρω ανάσα. Ζούσα μονάχα για να τον τρέφω, να τον υπηρετώ, να τον ζω, να του δίνω έναν λόγο, να επιβιώνει. Εγώ τον έτρεφα μέσα από τα ίδια μου τα σπλάχνα. Έτσι κατέληγα να τον φροντίζω. Παραμελώντας την ίδια μου την ύπαρξη, δεν ζούσα, απλά επιβίωνα. Ήθελα να τον ημερέψω, αλλά έφερε επάνω του σημάδια και σύμβολα, που κανείς δεν θα μπορούσε να σβήσει.

   Τα χέρια του είναι γιομάτα με αίμα. Αίμα νέων γυναικών, που πήρε μαζί του, όταν τις βεβήλωσε, όταν τις αλλοίωνε, όταν τις κατέστρεφε αργά και βασανιστικά. Κατηγορώντας πάντα τα θύματα, στον βωμό του πόνου του και της θλίψης του. Όταν τις βίαζε, όταν τις ανάγκαζε, να πάρουν στις ίδιες τους τις ζωές . Όταν όλα ετούτα τελείωναν στα μάτια του χαράζονταν μια αίσθηση ειδεχθούς ικανοποίησης. Το στόμα του γέμιζε με ένα βίαιο χαμόγελο. Στα ματωμένα του χέρια πάντα υπήρχε ένα τσιγάρο σβησμένο και ένα μαχαίρι.

   Θυμάμαι, εκείνο το βράδυ, που αποφάσισα να δραπετεύσω, να τρέξω μακριά. ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε απόλυτη κατανόηση της κατάστασης μου, εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα την οριστική και αμετάκλητη αυτοκτονία μου, ή να το πω ορθά την αυτοκτονία του χαρακτήρα μου.

   Ήταν μια καυτή νύχτα εκείνου του αποκαλόκαιρου, όταν άφησα πίσω μου, εκείνο το κατεστραμμένο στρώμα, ετούτο το ερειπωμένο διαμέρισμα, που είχε θεά εκείνον τον λόφο, μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Δεν υπήρχε πουθενά κανένα φως, οι δρόμοι ήταν άδειοι. Ακόμα και ετούτη η γαμημένη πόλη δεν συνείσφερε στην απόδραση μου. Ανασύρεται απ' την μνήμη η μυρωδιά του ιδρώτα μου, που έλουζε το λευκό μου φόρεμα και τα μαλλιά μου, να έχουν κολλήσει στο κρανίο μου. Οι παλάμες να είναι μουδιασμένες και η καρδιά μου αντηχούσε μέσα στα αυτιά μου, τόσο εκκωφαντικά, που νόμιζα, πως θα λιποθυμήσω.

   Το απόλυτο σκοτάδι τύλιγε με προσοχή κάθε μου ματωμένο βήμα, καθώς απ' τα πόδια μου και τα χέρια μου έτρεχαν σταγόνες απ’ το κατακόκκινο αίμα μου. Έτσι συνέχιζα να περπατώ μέσα στην νύχτα, στην απόλυτη σιγή της και να προσπαθώ να βγω το δρόμο της επιστροφής. Θυμάμαι να περπατάω για ώρες ολόκληρες μέσα στην καυτή άσφαλτο του δρόμου ανάμεσα στα σκουπίδια και στα αποτσίγαρα, ενώ στα χέρια μου να κρατώ το κλειδί του δικαίου σπιτιού. Του μόνου καταφυγίου μου.

   Σαν διέσχιζα τις λεωφόρους από κάποιο μακρινό φως είδα, πως το άλλοτε ολόλευκο φόρεμα μου είχε παντού απομεινάρια απ' το αίμα μου και μεγάλες μαύρες κηλίδες από βρωμιά. Ήμουν μόνη μου σε ολόκληρη την πόλη, ανάμεσα στα σκουπίδια και τα αποτσίγαρα περπατούσα και δεν ένιωθα τίποτα. Μόνο σαν κοντοστάθηκα μπροστά από ένα σταθμευμένο αμάξι και αντίκρισα πρώτη φορά τον εαυτό μου. Και δεν μπορούσα για πρώτη φόρα να αναγνωρίσω την ανάκλαση μου απάνω του. Ήμουν κάποια άλλη ...

   Σαν έφτασα στον κεντρικό δρόμο λίγα μέτρα μόλις πριν την είσοδο του σπιτιού μου, άκουσα μια άλαλη κραυγή, που θύμιζε σαν κάποιο πληγωμένο ζώο. Δεν γύρισα ποτέ πίσω μου να κοιτάξω κι έτρεξα, όσο πιο γρήγορα μπορούσα μέσα στο σπίτι. Σαν έκλεισε η πόρτα σωριάστηκα μπροστά απ' τα μάρμαρα της εισόδου και εκεί έκλαψα γοερά, για πρώτη φορά .Επιβίωσα, από τον μεθυστικό άρωμα του πόνου και γλύτωσα από εκείνα τα ματωμένα, βέβηλα χέρια και από εκείνο το βλοσυρό χαμόγελο, που σαν σχηματιζόταν μόνο πόνο προξενούσε.

   Επιβίωσα από την βαθιά απογοήτευση της ριζωμένης μου ύπαρξης. Απαλλάχθηκα από τον θάνατο και την καρτερική του αγκαλιά, που με πλάκωνε σαν ο ήλιος έπεφτε. Όταν το κτήνος χόρευε με τον φόβο μου και το θάνατο, τίποτα δεν μπορούσε να προμηνύει παρά μόνο, συσσωρευμένη οργή. Οργή για εμένα, που δεν έπραττα , που κοκάλωνα, που αποσιωπούσα, που αγαπούσα την τιμωρία μου, που αναζητούσα κατά βάθος τον θάνατο απ’ τα δικά του χέρια. Έτσι λοιπόν, όρθωσα τα πόδια μου, απάνω στο πεζούλι της εισόδου στηρίχτηκα στα ματωμένα και καμένα μου πόδια και σηκώθηκα ξανά, ύψωσα το βλέμμα μου, απάνω στον μαύρο αραχνούφαντο ουρανό και αντίκρισα τα αστέρια ίσως για πρώτη φορά από τότε που συνήθιζα να το κάνω μικρή.

   Άρχιζα ξανά να μαθαίνω να αναπνέω, γιατί είμαι πολύ σίγουρη, πως σαν ήμουν κλειδωμένη μέσα στο κελί μου, δεν ανέπνεα. Δεν υπήρχα, απλά επιβίωνα. Άρχισα τότε να μελετώ την αναπνοή μου, να καρτερώ τον επόμενο χτύπο της καρδιάς μου και να σπάω τις αλυσίδες του ίδιου μου μυαλού, γιατί είναι ακόμη πιο ψυχοφθόρο να τις ανοίγεις από κείνες, που σου φοράνε στα χέρια. Μετά από πολύ κόπο και φθορά απέκτησα ολότητα ως άτομο, δημιούργησα ξανά την ύπαρξη μου, μέσω  της βοήθειας.

   Όταν αντίκρισα ξανά το φως του ήλιου, έμαθα να αλληλοεπιδρώ, να μιλάω, ακόμη και να αποκτώ συναισθήματα ξανά. Για λίγο καιρό η ζωή κυλούσε ήρεμα, σχεδόν, όμως είναι γεμάτη απώλειες, φίλων, συγγενών και οικογενειών προσώπων. Η όψη μου στον καθρέφτη άρχισε να αποκατασταται και έτσι μπορούσα να αντιληφθώ  την έννοια του «εγώ», την οποία κι είχα χάσει ολότερα.

  Έτσι μια μέρα, απαλλαγμένη απ' το φόβο μου πλέον καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνον τον εφιάλτη, θωρώ ξανά το κτήνος. Το κτήνος είναι ακόμη πιο αποκρουστικό από πριν, πλέον είναι γεμάτο σύριγγες και η όψη του πλέον δεν θυμίζει σε τίποτα με εκείνον, που είχα δει. Το χαμόγελο του κυριαρχείται από το απόλυτο κενό και το βλέμμα του από πηγαία βλοσυρότητα. Το κτήνος όμως δεν έχει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά, που είχε παλιά. Σαν να άλλαξε.

   Δεν με αναζήτησε μετά την τελευταία μου έξοδο από εκείνο το θλιβερό μέρος. Όμως σαν τον κοίταξα αμυδρά εκείνο το μαρτυρικό πρωινό, αντίκρισα κάτι πρωτόγνωρο. Η όψη του δεν ήταν τρομακτική, δεν έχει ουλές στο πρώσοπο, ούτε ήταν παραμορφωμένος. Δεν έμοιαζε με κτήνος. Ήταν ένας συνηθισμένος, μέτριος, άρρωστος άνθρωπος. Άνθρωπος. Τόσα χρόνια ήταν άνθρωπος. Στα μάτια αρχίζουν και κυλούν δάκρυα, η καρδιά πάλλεται για άλλη μια φορά γοργά και τα μαλλιά μου κολλάνε στο λαιμό μου. Η αναπνοή μου κόπηκε. Είναι αλήθεια άνθρωπος. Ανήκει στο ίδιο είδος με εμένα .Τόσα χρόνια ήταν άνθρωπος. Νιώθω πως η λέξη χάνει πλέον το νόημα της ή αντιθέτως ολοκληρώνεται πλήρως σαν έννοια. Δεν είναι τίποτα άλλο από έναν καθημερινό, κοινότυπο, μίζερο ανθρωπάριο, που σέρνεται μέσα στην πολυκοσμία του αστικού φλοιού. Μπορεί να είναι ο πατέρας σου, ο αδερφός, ο φίλος σου .Το κτήνος αυτό υπάρχει μέσα μας, και θα συνεχίσει να κυριαρχεί, αν τον αφήσουμε να δρα ανενόχλητος, κεκαλυμμένος απ’ το φόβο και την θλίψη να εμποτίζει το μυαλό των επόμενων θλιμμένων και αυτοκαταστροφικών ατόμων, οδηγώντας τα με μαθηματική ακρίβεια στην επίγεια κόλαση τους.

   Νύχτες αξημέρωτες, δίχως φως, άφηνα να διαλύει την ύπαρξη μου, δημιουργώντας μια εσφαλμένη ερμηνεία της εικόνας του. Μιας εικόνας που ποθούσε αρρωστημένα να μου περάσει. Και όλα αυτά για την πολυπόθητη εξουσία ή ορθότερα την ψευδαίσθηση της. Ποτίζοντας και θρέφοντας τον φόβο και τις γαμημένες ψευδαισθήσεις περί ανωτερότητας του φύλου και των κοινωνικών μορφωμάτων αντλούσε δύναμη απ' το φόβο μου, τον φόβο κάθε έμβιου πλάσματος, που είχε την ατυχία να τον γνωρίσει.

   Και είμαι πλέον πολύ μεγάλη, στα εικοσιπέντε μου , έχω γεράσει! Έχω οργή μέσα μου, έχω θυμό. Καρτερώ να γεμίσω τα δικά μου χέρια με το αίμα του. Να πιέζω εγώ το στέρνο του μέχρι να λυγίσει. Να ακουστεί εκείνος ο οξύς ήχος των θρυμματισμένων κοκάλων, που σπάνε. Αλλά οφείλω, τόσο στην ύπαρξη μου και στις βαθιές μου χαρακιές να μην επιτρέψω να συμβεί. Να μην πέσω στο επίπεδο ενός απλώς ημίθανου, ημιτελούς πλάσματος.

   Αλλά δυστυχώς η τύχη δεν είναι ακόμη με το μέρος μου, και πάλι είχα την τύχη μια ηλιόλουστη μέρα του Αυγούστου να συναντηθούν τυχαία οι δρόμοι μου μαζί του. Όμως αυτή την φορά είμαι έτοιμη. Κατευθύνομαι για να πάω στη δουλειά μου και εκεί πλέον ενήλικη και ισχυρή τον συναντώ ξανά. Για αυτό και απλά προσπερνώ τον δρόμο. Εκείνος απλός προσπερνά και απεγνωσμένα καρτερά την φαινομενικά άλλοτε προσοχή που είχε απ’ το πρόσωπο μου. Γυρίζω και τον κοιτώ κατάματα, ενώ αυτός ψάχνει για τον φόβο και την ηδονική ικανοποίηση, που αντλούσε από εμένα, όταν ήμουν μια άλλη. Όμως αυτό το άτομο που αναζητά, πέθανε .Το κηδέψαμε, πριν πολύ καιρό .

   Αφού δολοφονήθηκε βίαια, βιάστηκε και κακοποιήθηκε σεξουαλικά απάνω σε κάτι χαλασμένα και ξεφτισμένα στρώματα, σε κάποιο ερημωμένο διαμέρισμα, ενώ στον νου της είχε πως πνίγηκε στη θάλασσα κάποιο κρύο βραδύ του χειμώνα. Εκεί σε εκείνον τον λόφο, σε εκείνη την θάλασσα άφησα τις αμαρτίες μου, τις ενοχές μου και αναγεννήθηκα. Επιβίωσα από το πόνο και θλίψη σου, τα σημάδια αυτά, που μου χαρίστηκαν απλόχερα είναι ένα κομμάτι μου, που ζει μέσα μου, όμως εσύ ανθρωπάκι δεν έχεις καμιά θέση μαζί τους. Δεν πρόκειται να με τρομάξει ξανά, ούτε να με βλάψει, επειδή δεν το αφήνω εγώ, δεν σε αφήνω να με αγγίξεις.

  Έτσι λοιπόν, κυριαρχώ της κατάστασης, ως νικήτρια. Με στεφανώνουν λοιπόν, αυτές οι ουλές, αυτά τα σημάδια, τόσο αυτά, που καλύπτουν τα χέρια μου, όσο και αυτά, που ενυπάρχουν στην ψυχή μου χαραγμένα βαθιά. Εσύ λοιπόν, καλό είναι να φύγεις. Να κρυφτείς, να μην απαιτείς τίποτα πια από εμένα. Η θέση σου, είναι πίσω στο ερείπιο, που αποκαλείς σπίτι.

  Καθώς λοιπόν, σε λούζει το αλαβάστρινο φως του καλοκαιρινού ήλιου, διαλύονται οι απομείναντες σκιές σου. Δεν μπορείς να κρυφτείς κάτω από αυτόν. Απλά άσε τον να εμφανίσει όλες τις σκιές και να στις κάψει ,κάθε μια από αυτές, αλλά ας πάρει και ένα μικρό κομμάτι από εσένα, το πιο μοναδικό σου, το πιο αθώο σου, να νιώσεις πραγματικά εκείνη την μεθυστική απελευθέρωση της έκθεση σου σε κάτι, που είναι ανώτερο από εσένα. Κι δεν είναι τίποτα άλλο από την αποκαθήλωση του κτήνους σου. Όλα τα δάκρυα που προκάλεσες, εξαϋλώνονται μαζί και όλες τις απειλές και τα άλαλα ουρλιαχτά σου .Φύγε. Ετούτος εδώ ο κόσμος δεν επιθυμεί άλογα κτήνη αλλά ούτε  αξιοθρήνητες υπάρξεις.

 

S'en aller!

Vous n'appartenez nulle part.

Personne n'est venu à vos funérailles.

Tu ne fais plus peur à personne.

 

Φύγε!

Δεν ανήκεις πουθενά.

Κανείς δεν ήρθε στην κηδεία σου.

Δεν τρομάζεις κανέναν πια.                                                                                                                                       ΖΝ

Ιανουαρίου 26, 2022

C'est dommage !

 

Σαν κοιτώ μέσα σε ετούτα τα μάτια παρατηρώ εκείνα τα καυτά, συγκρατημένα δάκρυα, που θολώνουν το βλέμμα, που παραμορφώνουν το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά. Σαν θωρώ ετούτο το σώμα διακρίνω, όσα κρύβονται καλά, όλα εκείνα τα κρυμμένα μυστικά, μα κι εκείνες τις πόρτες, που είναι ερμητικά κλειστές. Σαν απομακρύνω τις σκέψεις μου και προσπαθώ να ορθοποδήσω, παρατηρώ μια σκιά, που πλανιέται γύρω μου. Μια εκκωφαντική σιωπή πλανάται απάνω απ’ την παγωμένη ετούτη νυχτιά.

Σε αυτό εδώ το είδωλο, που έδωσα πνοή, που έδωσα στοργή, τώρα το βλέπω να ραγίζει, αργά και σταθερά. Το σπάσιμο του, είναι θριαμβικό, είναι ένδοξο, όπως και τούτη εδώ η μέρα. Καθώς σπάει εγώ παραμένω εκεί, να το παρατηρώ, καρτερικά και ένα κομμάτι μου, σπάει μαζί του, ένα λεπτό κομμάτι της σάρκας μου γεμίζει, από ρωγμές. Δεν με τρομάζει εμένα, η φθορά. Έχω πενθήσει πολλές φορές, ετούτα τα είδωλα, όπως έχω πενθήσει ακόμα περισσότερο, τον εαυτό μου. Τον εαυτό μου, που τα αγκάλιασε, που τα φρόντισε, που τα αγάπησε, που τα γέμισα με το αίμα μου. Σαν θωρώ αυτό εδώ να ραγίζει κι άλλο, επιθυμώ να το απαλλάξω από τον πόνο του, από τις πληγές του. Έτσι λοιπόν, το αγκαλιάζω και το αντικρίζω για μια τελευταία φορά και του ψιθυρίζω για μια τελευταία φορά, λόγια γεμάτα αγάπη και έρωτα. Προσεκτικά, απαλά και όμορφα, μπήγω τα νύχια μου, μέσα στα μάτια του και το αφήνω εκεί αιμόφυρτο για λίγο, για να νιώσει τον πόνο μου. Καθώς γεμίζουν τα χέρια μου, με το καυτό του αίμα, χάνονται και τα δικά μου μάτια, ξεχύνονται στον αγέρα της παγωμένης πόλης.

Σαν να προσπαθώ να αναπνεύσω μου κόβεται η αναπνοή. Είναι τόσο κρίμα, να καρτερώ να ιδωθώ μα για ακόμη μια φορά, έκανα λάθος. Ένα τραγικό λάθος, που νόμιζα, πως είχα αλλάξει. Μα τίποτα, δεν αλλάζει, ξένη περιτριγυρισμένη, με ένα ψευδές ημίθανο είδωλο. Και είναι κρίμα, που θάβω ένα νεκρό σώμα, γεμάτο ελπίδες και όνειρα, ετούτο το είδωλο ήταν και η μόνη μου ελπίδα μέσα αυτόν τον παγωμένο και απόκοσμο περιβάλλον, να επιβιώσω. Είναι κρίμα, που για ακόμη μια φορά, θα κηδέψω, όλες μου τις ελπίδες, που είναι τόσο βαθιά ριζωμένες μέσα μου, που όταν τις ξεριζώσω, δεν θα έχει απομείνει τίποτα, σε ετούτο εδώ το χάος, παρά μόνο η σιωπή και αυτό το γοερό κλάμα, κάποιου πολύ πληγωμένου παιδιού, που άφησα πίσω μου.

Comme si l'espoir du monde entier se perdait dans le silence et la fumée et c'est dommage...

ΖΝ.

Νοεμβρίου 06, 2021

Quel déchet !

         


              Καρτερώ να ιδώ να περιβάλλεσαι, από κείνο το καταγάλανο χρώμα του ουρανού και να σείεται η γη, καθώς την διαβαίνεις. Μέσα σε ετούτα τα παρθενικά ακρογιάλια, αφήνεις μια βαριά αναπνοή και αποχαιρετάς τα προγονικά σου εδάφη, για ένα νέο αύριο, σαν ετούτο, που καρτεράς, μόλις αγγίξεις προσεχτικά το προσκεφάλι σου απάνω στο στέρνο μου. Μέσα στα μάτια σου, αναζητώ εκείνη την φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Τούτη την θάλασσα, που θωρώ κάθε φορά σαν σε παρατηρώ και σε γδύνω απαλά με τις ματιές μου. Οι προθέσεις μου σαν αγριεύουν πιάνουμε λιμάνι και χυμάω καταπάνω σου. Γίνομαι ένα με τα ανταριασμένα κύματα του φουρτουνιασμένου πλοίου. Σαν περνάει ετούτη η στιγμή, το θρόισμα της καρδιάς μου, γίνεται ένα με τον χτύπο της θάλασσας, που τρυπάει με βία ετούτα τα σκουριασμένα κουτιά, που με κρατούν μακριά σου. Το μόνο, που ποθώ πραγματικά είναι να γίνω ένα με ετούτη την γαλάζια πλανεύτρα, που σε ‘χει πάρει μακριά μου. Να πάρω φόρα και έτσι γαλήνια καθώς είμαι, να αφήσω πίσω κάθε μορφή ενοχής και κάθε φορτίο θλίψης και να πηδήξω μέσα, στην αγκαλιά ετούτης της μητέρας, να γυρίσω ξανά στην πρώιμη μορφή μου και πίσω στην δική σου αγκαλιά. Εκεί που μας περιβάλει ετούτο το καταγάλανο ιριδίζον στοιχείο της θείας μήτρας. Σαν ακούω την φωνή σου, να με καλείς, σκέφτομαι όλα ετούτα τα χρόνια, που περνούσαν χωρίς εσένα. Χωρίς την εικόνα της μορφής, που περιλούζεται κάτω από εκατομμύρια δροσοσταλίδες απάνω στο λείο δέρμα σου.

Σε ποθώ βαθιά, όπως ο φυλακισμένος την πρώτη ακτίδα φωτός έξω από το κελί του. Καρτερώ να νιώσω τα το βλέμμα σου, απάνω στο κορμί μου, να καίει την ψυχή μου. Έτσι, ετούτο το γαλάζιο χρώμα του ουρανού να διαλύσει κάθε σπιθαμή ενδοιασμού μέσα μου. Να ξετρυπώσουμε και να αδράξουμε τα λεπτά και τα δεύτερα, από κάθε θρόισμα ετούτων των φύλλων του καταπράσινου τοπίου, που μας πνίγει ασφυκτικά. Μα κι εκείνο το ταξίδι, που κάνει η άμμος για να φτάσει και να σε αγγίξει παροδικά για μόλις μερικά δεύτερα γίνονται ένα με την πνοή σου. Όλα ετούτα τα πεφωτισμένα παιχνιδίσματα του γαλάζιου ουρανού αντανακλώνται απάνω στα μάτια σου.

Όλο ετούτο το γαλάζιο του κόσμου, πώς είναι δυνατόν μην να σπαταλιέται απάνω στην δική σου ματιά; Όλο ετούτο το σμαραγδένιο φως, πώς γίνεται να μην έχει γίνει κόσμημα, απάνω στα δικά σου χέρια; Πώς, όλος αυτός ο αφρός να μην δροσίζει τα δικά σου ακροδάχτυλα μια ζεστή μέρα σαν αυτήν; Θεέ μου, πώς σπαταλάς όλου του κόσμου το γαλάζιο; Το μόνο, που καρτερώ είναι να σου χαρίσω απλόχερα, ετούτο το παρθενικό γαλάζιο χρώμα όλων εκείνων των θαλασσών και των ποταμών, που έχουν μονάχα τα μάτια ενός έμπειρου ναυτικού ιδεί, για να σου προσφέρουν γαλήνη στην φουρτουνιασμένη σου καρδιά και το πονεμένο σου μυαλό, που σαν το καίει μέρα νύχτα ο ήλιος, σου παίρνει λίγο από την λάμψη. Ω, μεγάλε Θεέ μου, πώς σπαταλάς όλο ετούτο το γαλάζιο του κόσμου, απάνω όλα εκείνα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, αντί να το προσφέρεις σε αυτά τα νέα κορμιά, γεμάτα έρωτα και ορμή;




ΖΝ.