Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αυγούστου 14, 2023

Enterrer la honte de la bête/ Θάψτε την ντροπή του θηρίου.


Θάψτε την ντροπή του θηρίου.

~

Σαν σε θωρώ ξανά δάκρυα γιομίζουν τα θολά μου μάτια. Ο αέρας είναι αποπνικτικός. Η βοή των οχημάτων λιώνουν την ίδια την άσφαλτο, μέσα στη δίνη του καύσωνα. Μου προκαλείται ίλιγγος.  Μια έντονη μυρωδιά καμένου λάστιχου και μια απόλυτη σιωπή ακολουθούν τις τελευταίες σου λέξεις, "δεν μπορούμε να είμαστε πλέον μαζί."

«Εκείνη την νύχτα την θυμάμαι, σαν τώρα. Σαν θωρώ μπροστά μου, το δρόμο ολοσκότεινο, δίχως το φεγγάρι να μας λούζει και να μας στεφανώνει. Να επικρατεί η εκκωφαντική σιωπή, που έσπαγε μονάχα για χάρη κάποιου οδηγού, χιλιόμετρα μακριά  από εμάς. Εκείνη την στιγμή αντίκρισα εκείνο το μελανό σημείο του ξέφωτου και να καλεί όλο κι πιο κοντά του. Ήταν ο ήχος του τόσο  δυνατός μέσα στο μυαλό μου, που για μια στιγμή χάθηκες κι εσύ μα και ο εγκόσμιος τόπος γύρω μου. Κι ήμουν μόνη μου, αντιμέτωπη το δικό μου σκοτάδι. Οι σκέψεις μου να ουρλιάζουν μέσα μου και εγώ να χορεύω μαζί του. Να φλέγομαι, να ποθώ τον χαμό μου. Να διστάζω συνάμα με την αραχνούφαντη αίσθηση των άκρων μου, που δειλά το ακουμπούσαν. Αλλά να κάνω ένα βήμα μπρος του. Τότε θυμάμαι να παίρνω βαθιά ανάσα και να βουλιάζω αργά τα πνευμόνια μου, με τον μολυσμένο αγέρα της πόλης και να λούζομαι βασανιστικά, με το σκοτάδι. Το σκοτάδι εκείνο το αξημέρωτο, που έκτοτε δεν ξύπνησα ποτέ ξανά η ίδια. Το μεταφυσικό χάος , που υπέγραψα την σιωπηρή μου καταδίκη, την δική μου κόλαση, γιομάτη με ατελείωτες ώρες περισυλλογής και αμφιταλάντευσης για την ζωή μου, που την παρέδωσα, τόσο εύκολα σε εσένα.

Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ λάτρευες την αψίδα του θανάτου μου. Όταν παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να βεβηλώσεις.

Και παρόλα αυτά εσύ δεν ακόμη, δεν με ποθούσες. Ντρεπόσουν, και απέφευγες να με κοιτάς, να με φιλάς, να με αγαπάς, όπως περηφανευόσουν ότι έκανες.  Με έφθειρε, που σαν ξημέρωνε, δεν ήμουν εγώ εκεί να σε τρέφω, με τον φόβο μου και τα σπλάχνα μου συσπάστηκαν . Τα χέρια μου έτρεμαν. Η όψη μου άλλαξε. Κι γύρισα νοερά εκεί. Σε εκείνο το σκοτεινό αξημέρωτο, που ο ήλιος ξέχασε να ανατείλει, όταν για πρώτη φορά, ένιωσα το ένστικτό μου, να αφηνιάζει σαν φοβισμένο άλογο, που με πρόσταζε, να τρέξω, να εξαφανιστώ μέσα στο σκοτεινό δρόμο με απώτερο σκοπό, να αναζητήσω βοήθεια. Όμως δεν το έκανα , αλλά ούτε κι αυτό ήταν αρκετό. Τίποτα για εσένα δεν ήταν αρκετό, ούτε οι ουλές μου, ούτε ο πόνος μου, ούτε η ψυχή μου, ούτε το ταλέντο μου. Απολύτως τίποτα, επειδή με θωρούσες, αδύναμη. Ελαττωματική, που δεν ήμουν ασπίλωτη, που ήδη είχα κακοποιηθεί ,που δεν ήσουν εσύ ο πρώτος μου βέβηλος, ο πρώτος μου βιαστής, το πρώτο μου κτήνος.»

~

Ένιωσα  την καρδιά μου , να σταματάει, να ηχεί. Τα απανωτά λακτίσματα επάνω στο στέρνο μου, που με κρατούν εν ζωή, διακόπηκαν ακαριαία. Ο χρόνος άρχισε να λιώνει και ετούτη η ανάμνηση μου, αργοσβήνει με τα χρόνια, όμως υπάρχει. Υπάρχει. Είναι ζωντανή μέσα μου. Είναι το τέλος, που δόθηκε από εσένα κι όχι από εμένα. Δόθηκε από εσένα. Είναι το μεγαλύτερο μου αμάρτημα, καθώς όλα τελείωσαν, με μια δική σου απόφαση. Με μια φράση, που έτσι απλά ξεστόμισες . Που γνώριζες πολύ καλά, τι θα προξενούσε, όταν επαναλάμβανες σαν σε προσευχή, πως μονάχα εσένα είχα, πως μονάχα εσύ μου άξιζες. Και έτσι η ντροπή μου, ορθώθηκε ξανά, σαν πελώριος ογκόλιθος ήρθε και κούρνιασε απάνω στο ξεθωριασμένο και ταλαιπωρημένο μου στέρνο και με συντρόφευε για πολλά ακόμη χρόνια .

Η ντροπή. Η αίσθηση της απέχθειας σου, να με θωρείς, με τραυμάτισε. Η αίσθηση πως δεν ήμουν πια αρκετή, αρεστή ή ακόμη κι ποθητή με σοδόμισε.  Περισσότερο απ' το ξύλο, περισσότερο απ' τον πόνο, που με ιδιαίτερη ευκολία και λεπτότητα μου προκαλούσες.

Με πονά, που σαν άλλαξες δρόμο, δεν ήμουν μαζί σου. Δεν στεκόμουν εκεί δίπλα στο σαθρό κρεβάτι σου, που ήταν γεμάτο από στάχτη και μούχλα. Με τα σκεπάσματα σου, να μυρίζουν ιδρώτα και τους ξεραμένους λεκέδες μου απ’ το αίμα της προηγούμενης φοράς, που έτσι εύκολα αποφάσισες, πως ήρθε η ώρα μου, για να σωφρονιστώ. Όταν το έκανες γνώριζα, πως το έκανες επειδή με αγαπούσες ή έστω ότι προσπαθούσες, πως ήμουν άξια της ελάχιστης προσοχής, που μου πρόσφερες.

Ο πραγματικός λόγος που τα υπόμεινα όλα ετούτα τα βασανιστήρια της επίγειας κόλασης μου, ήταν για εκείνο το πρώτο βράδυ, που σε είδα, να με θωρείς με καλοσύνη και αγαθότητα. Το είχα δει, αλλά πλέον, γνωρίζω, πως δεν ήσουν πραγματικά εσύ, αλλά κάποιος άλλος, κάποιος, που ίσως να άξιζε να σωθεί. Και να μην σπέρνει ένα κινούμενο χάος στο διάβα του.

Μια μορφή, που ίσως κάπου μέσα της να κρύβεται καλά ένα τραυματισμένο, μανιασμένο παιδί γεμάτο σημάδια από σβησμένα τσιγάρα απάνω στα χέρια του. Μα όχι, εσύ δεν ήσουν αυτό το παιδί, που προσπαθούσες να μοιραστείς λανθασμένα την υποτυπώδη ένδειξη της καλοσύνης σου. Εσύ παρίστανες, υποδυόσουν, εσύ κάλυπτες πολύ μαεστρικά το σκοτάδι σου. Προσπαθούσες να αποδείξεις περίτρανα , πως τα τραύματα μου δεν ήταν αρκετά. Εξου κι αποφάσισες να τα εμπλουτίσεις, σαν σημειώσεις κάποιου ξεχασμένου αυτοκαταστροφικού συγγραφέα, που μετά απ’ την επίσκεψη του σε κάποιο μαγαζί της παλαιάς Αθήνας, καθώς συμπλήρωνε και αλλοίωνε την αλήθεια του, με βαρύγδουπες δηλώσεις , που μόνο εκείνοι δεν έγραφαν, μα το ίδιο το ποτό εμίλαγε για λογαριασμό τους.

Εσύ όταν αποκαλύφθηκες μόνο φρίκη μου προκαλούσες. Μα εγώ ποθούσα βαθιά μέσα μου να σε σώσω. Να σε απελευθερώσω . Να σε αναδιαμορφώσω και μέσα από αυτό να απελευθερώσω εμένα, απ’ την ντροπή μου. Απ’ την οργή μου, απ’ την βαθιά μου μελαγχολία. Να με απελευθερώσω μια για πάντα, απ’ την ματαιότητα μου, για να ξέρω πως έσωσα κάποιον, γεγονός καθώς τα αφηγούμαι ετούτα ιδιαίτερα ναρκισσιστικό και εξαίρετα προβληματικό εκ μέρους μου. Κι οι στιγμές ξέφευγαν, και αναμιγνύονταν αδιάκοπα με, όσα μου είχες εκμυστηρευτεί με τα βάρη των συμφορών, που προξενούσες, όμως μου είχες πει ψέματα. Αποκυήματα της διεστραμμένης φαντασίωσης σου ήταν, όπως και σαδιστική μου, όψη, ως τιμωρός δεν ήταν παρά μόνο ονειρώξεις.

Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ καρτερούσες και δολοπλοκούσες την αψίδα του θανάτου μου, για να πας στο επόμενο θύμα σου. Όταν παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να βεβηλώσεις.

Και η ανάσα μου βάρυνε. Βάρυνε τόσο πολύ, που ένιωθα έναν οξύ πόνο να με διαπερνά και να μουδιάζει, γιατί δεν ήθελα να φύγεις.

Ντρέπομαι, που το λέω πια, αλλά όσο κι αν γνώριζα με ότι είχε απομείνει απ’ το κατεστραμμένο ένστικτο μου, πως εσύ ποθούσες τον χαμό μου, εγώ το υπέμεινα μαρτυρικά, σαν άλλος μαθητής Του, ανεχόμουν κάθε τι που σχεδίαζες, το επιθυμούσα, το ποθούσα με το παραπάνω.

 Γιατί ήξερα πως εγώ ήμουν εκείνη η ηλιαχτίδα στο παραθύρι του μυαλού σου, ήμουν εγώ ο λόγος, που ανέπνεες ,εγώ που σε άφηνα να με χαράζεις. Μέσα σε ετούτη την τρώγλη, που ζήσαμε μαζί. Όσο κι αν έκλαιγα, και όσο κι αν ηχούσαν τα ουρλιαχτά μου, μέσα στους χάρτινους τοίχους, εκεί έμαθα εσφαλμένος τι είναι για εμένα το ίδιο άτομο να είναι "ο πατέρας μου, ο καλύτερος μου φίλος και ο σύντροφός μου αλλά και ο βιαστής μου".

Αναπλήρωνες όλα ετούτα τα κενά, που μονάχος σου δημιούργησες. Και τώρα σαν θωρώ, απέξω ετούτο το καμένο και ρημαγμένο απομεινάρι μου , γνωρίζω πως δεν ήσουν εσύ το κτήνος μονάχα, αλλά εγώ.

Εγώ που άφηνα τον εαυτό μου να αλλοιωθεί, να αυτοτραυματιστεί, να βεβηλωθεί , να βιαστεί , να εύχεται κάθε στιγμή, που περνά και να είναι κάποια άλλη. Κάποια, που απλά είχε την ηλικία μου, τα μάτια μου, το σώμα μου, την φωνή μου, αλλά αυτή δεν ήμουν εγώ . Δεν γίνεται αυτή να ήμουν εγώ, ούρλιαζα μπροστά απ’ το καθρέφτη μου, που είχε ήδη σπάσει για να μην με παρατηρώ. Όμως όλα αυτά τα έκανα εγώ. Εγώ που αποφάσισα να σώσω κάποιον,που δεν άξιζε .Εγώ που δεν αγαπούσα εμένα, που ήμουν δειλή να αντιληφθώ πως είχα τόσο απεγνωσμένα ανάγκη για βοήθεια. Εγώ ενσάρκωνα το κτήνος και εσύ ήσουν το άδειο κουφάρι, που δρούσε, εγώ σου έδινα ζωή. Σε διέταζα και εσύ υπάκουες σιωπηρά την εντολή, να με σοδομίσεις.

Εγώ όμως πλέον σε καίω, μέσα στο ίδιο σου το μπουντρούμι, συνθλίβω την ημίθανη όψη σου και σε απαλλάσσω απ’ τα καθήκοντα σου. Σε περιλούζω με άφθονη βενζίνη μαζί με όσα αγαθά, σου έχουν απομείνει, τα τσιγάρα σου, τα γυαλιά σου και το τελευταίο μου κομμάτι από δάκρυα. Όμως τα δάκρυα μου και αυτό το κομμάτι της ντροπής ανήκει σε εμένα, καθώς το κρατώ ξανά στα χέρια μου, βλέπω καθάρια πως αν δεν το είχα θα ήμουν κι εγώ ένα ακόμη δίποδο κτήνος, σαν και του λόγου σου, ή για να το πω, πιο ορθά, ένα ακόμη μέτριο πλάσμα, που φαντασιώνεται να ασκεί εξουσία και να απειλεί πως θα με πληγώσει. Και το ειδεχθές έγκλημα είναι δικό μου, επειδή απαρνήθηκα τη φύση μου, όμως αυτό αλλάζει και με την γόπα απ’ το τσιγάρο μου, πυρπολώ και φωτίζω την νύχτα. Την προστάζω να φύγει πριν να έρθει η ώρα της. Την απαλλάσσω μαζί με εσένα.

~

Πλέον μπορείς να μετουσιωθείς και να φύγεις απ’ τις σκιές μου. Αυτό είναι το τελευταίο μου αντίο, γιατί πλέον είσαι για εμένα νεκρός. Η κηδεία σου έγινε πριν καιρό, ελπίζω να παραμείνεις εκεί, κανείς δεν ήρθε, κανείς δεν νοιάστηκε αρκετά και σε κανέναν δεν θα λήψεις, ούτε σε εμένα.


Tu ne fais plus peur à personne. 

dors dans ton sommeil éternel.

 Il a porri.

 ~

Au revoir.

 ~

 

Δεν τρομάζεις κανέναν πια.

Κοιμήσου στον αιώνιο ύπνο σου.

Σάπισε.

Αντίο.

 

ΖΝ.


Ιουλίου 09, 2023

La profanation de la bête

 

  Σαν προσπαθώ να ξεφύγω το κτήνος καρτερά εκεί. Καρτερά μέσα στο μυαλό των προγενέστερων ζώων μας. Παραμονεύει μέσα στην απαλή σιγή και τις σκιές. Τρέφεται με τις σκιές ετούτες , με τον φόβο, που δημιουργεί. Με κρατούσε δέσμια των ίδιων μου φόβων, μέσα στο ίδιο μου το σώμα με κλείδωνε και μέσα στον ίδιο μου τον φόβο αποζητούσα να πάρω ανάσα. Ζούσα μονάχα για να τον τρέφω, να τον υπηρετώ, να τον ζω, να του δίνω έναν λόγο, να επιβιώνει. Εγώ τον έτρεφα μέσα από τα ίδια μου τα σπλάχνα. Έτσι κατέληγα να τον φροντίζω. Παραμελώντας την ίδια μου την ύπαρξη, δεν ζούσα, απλά επιβίωνα. Ήθελα να τον ημερέψω, αλλά έφερε επάνω του σημάδια και σύμβολα, που κανείς δεν θα μπορούσε να σβήσει.

   Τα χέρια του είναι γιομάτα με αίμα. Αίμα νέων γυναικών, που πήρε μαζί του, όταν τις βεβήλωσε, όταν τις αλλοίωνε, όταν τις κατέστρεφε αργά και βασανιστικά. Κατηγορώντας πάντα τα θύματα, στον βωμό του πόνου του και της θλίψης του. Όταν τις βίαζε, όταν τις ανάγκαζε, να πάρουν στις ίδιες τους τις ζωές . Όταν όλα ετούτα τελείωναν στα μάτια του χαράζονταν μια αίσθηση ειδεχθούς ικανοποίησης. Το στόμα του γέμιζε με ένα βίαιο χαμόγελο. Στα ματωμένα του χέρια πάντα υπήρχε ένα τσιγάρο σβησμένο και ένα μαχαίρι.

   Θυμάμαι, εκείνο το βράδυ, που αποφάσισα να δραπετεύσω, να τρέξω μακριά. ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε απόλυτη κατανόηση της κατάστασης μου, εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα την οριστική και αμετάκλητη αυτοκτονία μου, ή να το πω ορθά την αυτοκτονία του χαρακτήρα μου.

   Ήταν μια καυτή νύχτα εκείνου του αποκαλόκαιρου, όταν άφησα πίσω μου, εκείνο το κατεστραμμένο στρώμα, ετούτο το ερειπωμένο διαμέρισμα, που είχε θεά εκείνον τον λόφο, μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Δεν υπήρχε πουθενά κανένα φως, οι δρόμοι ήταν άδειοι. Ακόμα και ετούτη η γαμημένη πόλη δεν συνείσφερε στην απόδραση μου. Ανασύρεται απ' την μνήμη η μυρωδιά του ιδρώτα μου, που έλουζε το λευκό μου φόρεμα και τα μαλλιά μου, να έχουν κολλήσει στο κρανίο μου. Οι παλάμες να είναι μουδιασμένες και η καρδιά μου αντηχούσε μέσα στα αυτιά μου, τόσο εκκωφαντικά, που νόμιζα, πως θα λιποθυμήσω.

   Το απόλυτο σκοτάδι τύλιγε με προσοχή κάθε μου ματωμένο βήμα, καθώς απ' τα πόδια μου και τα χέρια μου έτρεχαν σταγόνες απ’ το κατακόκκινο αίμα μου. Έτσι συνέχιζα να περπατώ μέσα στην νύχτα, στην απόλυτη σιγή της και να προσπαθώ να βγω το δρόμο της επιστροφής. Θυμάμαι να περπατάω για ώρες ολόκληρες μέσα στην καυτή άσφαλτο του δρόμου ανάμεσα στα σκουπίδια και στα αποτσίγαρα, ενώ στα χέρια μου να κρατώ το κλειδί του δικαίου σπιτιού. Του μόνου καταφυγίου μου.

   Σαν διέσχιζα τις λεωφόρους από κάποιο μακρινό φως είδα, πως το άλλοτε ολόλευκο φόρεμα μου είχε παντού απομεινάρια απ' το αίμα μου και μεγάλες μαύρες κηλίδες από βρωμιά. Ήμουν μόνη μου σε ολόκληρη την πόλη, ανάμεσα στα σκουπίδια και τα αποτσίγαρα περπατούσα και δεν ένιωθα τίποτα. Μόνο σαν κοντοστάθηκα μπροστά από ένα σταθμευμένο αμάξι και αντίκρισα πρώτη φορά τον εαυτό μου. Και δεν μπορούσα για πρώτη φόρα να αναγνωρίσω την ανάκλαση μου απάνω του. Ήμουν κάποια άλλη ...

   Σαν έφτασα στον κεντρικό δρόμο λίγα μέτρα μόλις πριν την είσοδο του σπιτιού μου, άκουσα μια άλαλη κραυγή, που θύμιζε σαν κάποιο πληγωμένο ζώο. Δεν γύρισα ποτέ πίσω μου να κοιτάξω κι έτρεξα, όσο πιο γρήγορα μπορούσα μέσα στο σπίτι. Σαν έκλεισε η πόρτα σωριάστηκα μπροστά απ' τα μάρμαρα της εισόδου και εκεί έκλαψα γοερά, για πρώτη φορά .Επιβίωσα, από τον μεθυστικό άρωμα του πόνου και γλύτωσα από εκείνα τα ματωμένα, βέβηλα χέρια και από εκείνο το βλοσυρό χαμόγελο, που σαν σχηματιζόταν μόνο πόνο προξενούσε.

   Επιβίωσα από την βαθιά απογοήτευση της ριζωμένης μου ύπαρξης. Απαλλάχθηκα από τον θάνατο και την καρτερική του αγκαλιά, που με πλάκωνε σαν ο ήλιος έπεφτε. Όταν το κτήνος χόρευε με τον φόβο μου και το θάνατο, τίποτα δεν μπορούσε να προμηνύει παρά μόνο, συσσωρευμένη οργή. Οργή για εμένα, που δεν έπραττα , που κοκάλωνα, που αποσιωπούσα, που αγαπούσα την τιμωρία μου, που αναζητούσα κατά βάθος τον θάνατο απ’ τα δικά του χέρια. Έτσι λοιπόν, όρθωσα τα πόδια μου, απάνω στο πεζούλι της εισόδου στηρίχτηκα στα ματωμένα και καμένα μου πόδια και σηκώθηκα ξανά, ύψωσα το βλέμμα μου, απάνω στον μαύρο αραχνούφαντο ουρανό και αντίκρισα τα αστέρια ίσως για πρώτη φορά από τότε που συνήθιζα να το κάνω μικρή.

   Άρχιζα ξανά να μαθαίνω να αναπνέω, γιατί είμαι πολύ σίγουρη, πως σαν ήμουν κλειδωμένη μέσα στο κελί μου, δεν ανέπνεα. Δεν υπήρχα, απλά επιβίωνα. Άρχισα τότε να μελετώ την αναπνοή μου, να καρτερώ τον επόμενο χτύπο της καρδιάς μου και να σπάω τις αλυσίδες του ίδιου μου μυαλού, γιατί είναι ακόμη πιο ψυχοφθόρο να τις ανοίγεις από κείνες, που σου φοράνε στα χέρια. Μετά από πολύ κόπο και φθορά απέκτησα ολότητα ως άτομο, δημιούργησα ξανά την ύπαρξη μου, μέσω  της βοήθειας.

   Όταν αντίκρισα ξανά το φως του ήλιου, έμαθα να αλληλοεπιδρώ, να μιλάω, ακόμη και να αποκτώ συναισθήματα ξανά. Για λίγο καιρό η ζωή κυλούσε ήρεμα, σχεδόν, όμως είναι γεμάτη απώλειες, φίλων, συγγενών και οικογενειών προσώπων. Η όψη μου στον καθρέφτη άρχισε να αποκατασταται και έτσι μπορούσα να αντιληφθώ  την έννοια του «εγώ», την οποία κι είχα χάσει ολότερα.

  Έτσι μια μέρα, απαλλαγμένη απ' το φόβο μου πλέον καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνον τον εφιάλτη, θωρώ ξανά το κτήνος. Το κτήνος είναι ακόμη πιο αποκρουστικό από πριν, πλέον είναι γεμάτο σύριγγες και η όψη του πλέον δεν θυμίζει σε τίποτα με εκείνον, που είχα δει. Το χαμόγελο του κυριαρχείται από το απόλυτο κενό και το βλέμμα του από πηγαία βλοσυρότητα. Το κτήνος όμως δεν έχει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά, που είχε παλιά. Σαν να άλλαξε.

   Δεν με αναζήτησε μετά την τελευταία μου έξοδο από εκείνο το θλιβερό μέρος. Όμως σαν τον κοίταξα αμυδρά εκείνο το μαρτυρικό πρωινό, αντίκρισα κάτι πρωτόγνωρο. Η όψη του δεν ήταν τρομακτική, δεν έχει ουλές στο πρώσοπο, ούτε ήταν παραμορφωμένος. Δεν έμοιαζε με κτήνος. Ήταν ένας συνηθισμένος, μέτριος, άρρωστος άνθρωπος. Άνθρωπος. Τόσα χρόνια ήταν άνθρωπος. Στα μάτια αρχίζουν και κυλούν δάκρυα, η καρδιά πάλλεται για άλλη μια φορά γοργά και τα μαλλιά μου κολλάνε στο λαιμό μου. Η αναπνοή μου κόπηκε. Είναι αλήθεια άνθρωπος. Ανήκει στο ίδιο είδος με εμένα .Τόσα χρόνια ήταν άνθρωπος. Νιώθω πως η λέξη χάνει πλέον το νόημα της ή αντιθέτως ολοκληρώνεται πλήρως σαν έννοια. Δεν είναι τίποτα άλλο από έναν καθημερινό, κοινότυπο, μίζερο ανθρωπάριο, που σέρνεται μέσα στην πολυκοσμία του αστικού φλοιού. Μπορεί να είναι ο πατέρας σου, ο αδερφός, ο φίλος σου .Το κτήνος αυτό υπάρχει μέσα μας, και θα συνεχίσει να κυριαρχεί, αν τον αφήσουμε να δρα ανενόχλητος, κεκαλυμμένος απ’ το φόβο και την θλίψη να εμποτίζει το μυαλό των επόμενων θλιμμένων και αυτοκαταστροφικών ατόμων, οδηγώντας τα με μαθηματική ακρίβεια στην επίγεια κόλαση τους.

   Νύχτες αξημέρωτες, δίχως φως, άφηνα να διαλύει την ύπαρξη μου, δημιουργώντας μια εσφαλμένη ερμηνεία της εικόνας του. Μιας εικόνας που ποθούσε αρρωστημένα να μου περάσει. Και όλα αυτά για την πολυπόθητη εξουσία ή ορθότερα την ψευδαίσθηση της. Ποτίζοντας και θρέφοντας τον φόβο και τις γαμημένες ψευδαισθήσεις περί ανωτερότητας του φύλου και των κοινωνικών μορφωμάτων αντλούσε δύναμη απ' το φόβο μου, τον φόβο κάθε έμβιου πλάσματος, που είχε την ατυχία να τον γνωρίσει.

   Και είμαι πλέον πολύ μεγάλη, στα εικοσιπέντε μου , έχω γεράσει! Έχω οργή μέσα μου, έχω θυμό. Καρτερώ να γεμίσω τα δικά μου χέρια με το αίμα του. Να πιέζω εγώ το στέρνο του μέχρι να λυγίσει. Να ακουστεί εκείνος ο οξύς ήχος των θρυμματισμένων κοκάλων, που σπάνε. Αλλά οφείλω, τόσο στην ύπαρξη μου και στις βαθιές μου χαρακιές να μην επιτρέψω να συμβεί. Να μην πέσω στο επίπεδο ενός απλώς ημίθανου, ημιτελούς πλάσματος.

   Αλλά δυστυχώς η τύχη δεν είναι ακόμη με το μέρος μου, και πάλι είχα την τύχη μια ηλιόλουστη μέρα του Αυγούστου να συναντηθούν τυχαία οι δρόμοι μου μαζί του. Όμως αυτή την φορά είμαι έτοιμη. Κατευθύνομαι για να πάω στη δουλειά μου και εκεί πλέον ενήλικη και ισχυρή τον συναντώ ξανά. Για αυτό και απλά προσπερνώ τον δρόμο. Εκείνος απλός προσπερνά και απεγνωσμένα καρτερά την φαινομενικά άλλοτε προσοχή που είχε απ’ το πρόσωπο μου. Γυρίζω και τον κοιτώ κατάματα, ενώ αυτός ψάχνει για τον φόβο και την ηδονική ικανοποίηση, που αντλούσε από εμένα, όταν ήμουν μια άλλη. Όμως αυτό το άτομο που αναζητά, πέθανε .Το κηδέψαμε, πριν πολύ καιρό .

   Αφού δολοφονήθηκε βίαια, βιάστηκε και κακοποιήθηκε σεξουαλικά απάνω σε κάτι χαλασμένα και ξεφτισμένα στρώματα, σε κάποιο ερημωμένο διαμέρισμα, ενώ στον νου της είχε πως πνίγηκε στη θάλασσα κάποιο κρύο βραδύ του χειμώνα. Εκεί σε εκείνον τον λόφο, σε εκείνη την θάλασσα άφησα τις αμαρτίες μου, τις ενοχές μου και αναγεννήθηκα. Επιβίωσα από το πόνο και θλίψη σου, τα σημάδια αυτά, που μου χαρίστηκαν απλόχερα είναι ένα κομμάτι μου, που ζει μέσα μου, όμως εσύ ανθρωπάκι δεν έχεις καμιά θέση μαζί τους. Δεν πρόκειται να με τρομάξει ξανά, ούτε να με βλάψει, επειδή δεν το αφήνω εγώ, δεν σε αφήνω να με αγγίξεις.

  Έτσι λοιπόν, κυριαρχώ της κατάστασης, ως νικήτρια. Με στεφανώνουν λοιπόν, αυτές οι ουλές, αυτά τα σημάδια, τόσο αυτά, που καλύπτουν τα χέρια μου, όσο και αυτά, που ενυπάρχουν στην ψυχή μου χαραγμένα βαθιά. Εσύ λοιπόν, καλό είναι να φύγεις. Να κρυφτείς, να μην απαιτείς τίποτα πια από εμένα. Η θέση σου, είναι πίσω στο ερείπιο, που αποκαλείς σπίτι.

  Καθώς λοιπόν, σε λούζει το αλαβάστρινο φως του καλοκαιρινού ήλιου, διαλύονται οι απομείναντες σκιές σου. Δεν μπορείς να κρυφτείς κάτω από αυτόν. Απλά άσε τον να εμφανίσει όλες τις σκιές και να στις κάψει ,κάθε μια από αυτές, αλλά ας πάρει και ένα μικρό κομμάτι από εσένα, το πιο μοναδικό σου, το πιο αθώο σου, να νιώσεις πραγματικά εκείνη την μεθυστική απελευθέρωση της έκθεση σου σε κάτι, που είναι ανώτερο από εσένα. Κι δεν είναι τίποτα άλλο από την αποκαθήλωση του κτήνους σου. Όλα τα δάκρυα που προκάλεσες, εξαϋλώνονται μαζί και όλες τις απειλές και τα άλαλα ουρλιαχτά σου .Φύγε. Ετούτος εδώ ο κόσμος δεν επιθυμεί άλογα κτήνη αλλά ούτε  αξιοθρήνητες υπάρξεις.

 

S'en aller!

Vous n'appartenez nulle part.

Personne n'est venu à vos funérailles.

Tu ne fais plus peur à personne.

 

Φύγε!

Δεν ανήκεις πουθενά.

Κανείς δεν ήρθε στην κηδεία σου.

Δεν τρομάζεις κανέναν πια.                                                                                                                                       ΖΝ

Νοεμβρίου 06, 2021

Quel déchet !

         


              Καρτερώ να ιδώ να περιβάλλεσαι, από κείνο το καταγάλανο χρώμα του ουρανού και να σείεται η γη, καθώς την διαβαίνεις. Μέσα σε ετούτα τα παρθενικά ακρογιάλια, αφήνεις μια βαριά αναπνοή και αποχαιρετάς τα προγονικά σου εδάφη, για ένα νέο αύριο, σαν ετούτο, που καρτεράς, μόλις αγγίξεις προσεχτικά το προσκεφάλι σου απάνω στο στέρνο μου. Μέσα στα μάτια σου, αναζητώ εκείνη την φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Τούτη την θάλασσα, που θωρώ κάθε φορά σαν σε παρατηρώ και σε γδύνω απαλά με τις ματιές μου. Οι προθέσεις μου σαν αγριεύουν πιάνουμε λιμάνι και χυμάω καταπάνω σου. Γίνομαι ένα με τα ανταριασμένα κύματα του φουρτουνιασμένου πλοίου. Σαν περνάει ετούτη η στιγμή, το θρόισμα της καρδιάς μου, γίνεται ένα με τον χτύπο της θάλασσας, που τρυπάει με βία ετούτα τα σκουριασμένα κουτιά, που με κρατούν μακριά σου. Το μόνο, που ποθώ πραγματικά είναι να γίνω ένα με ετούτη την γαλάζια πλανεύτρα, που σε ‘χει πάρει μακριά μου. Να πάρω φόρα και έτσι γαλήνια καθώς είμαι, να αφήσω πίσω κάθε μορφή ενοχής και κάθε φορτίο θλίψης και να πηδήξω μέσα, στην αγκαλιά ετούτης της μητέρας, να γυρίσω ξανά στην πρώιμη μορφή μου και πίσω στην δική σου αγκαλιά. Εκεί που μας περιβάλει ετούτο το καταγάλανο ιριδίζον στοιχείο της θείας μήτρας. Σαν ακούω την φωνή σου, να με καλείς, σκέφτομαι όλα ετούτα τα χρόνια, που περνούσαν χωρίς εσένα. Χωρίς την εικόνα της μορφής, που περιλούζεται κάτω από εκατομμύρια δροσοσταλίδες απάνω στο λείο δέρμα σου.

Σε ποθώ βαθιά, όπως ο φυλακισμένος την πρώτη ακτίδα φωτός έξω από το κελί του. Καρτερώ να νιώσω τα το βλέμμα σου, απάνω στο κορμί μου, να καίει την ψυχή μου. Έτσι, ετούτο το γαλάζιο χρώμα του ουρανού να διαλύσει κάθε σπιθαμή ενδοιασμού μέσα μου. Να ξετρυπώσουμε και να αδράξουμε τα λεπτά και τα δεύτερα, από κάθε θρόισμα ετούτων των φύλλων του καταπράσινου τοπίου, που μας πνίγει ασφυκτικά. Μα κι εκείνο το ταξίδι, που κάνει η άμμος για να φτάσει και να σε αγγίξει παροδικά για μόλις μερικά δεύτερα γίνονται ένα με την πνοή σου. Όλα ετούτα τα πεφωτισμένα παιχνιδίσματα του γαλάζιου ουρανού αντανακλώνται απάνω στα μάτια σου.

Όλο ετούτο το γαλάζιο του κόσμου, πώς είναι δυνατόν μην να σπαταλιέται απάνω στην δική σου ματιά; Όλο ετούτο το σμαραγδένιο φως, πώς γίνεται να μην έχει γίνει κόσμημα, απάνω στα δικά σου χέρια; Πώς, όλος αυτός ο αφρός να μην δροσίζει τα δικά σου ακροδάχτυλα μια ζεστή μέρα σαν αυτήν; Θεέ μου, πώς σπαταλάς όλου του κόσμου το γαλάζιο; Το μόνο, που καρτερώ είναι να σου χαρίσω απλόχερα, ετούτο το παρθενικό γαλάζιο χρώμα όλων εκείνων των θαλασσών και των ποταμών, που έχουν μονάχα τα μάτια ενός έμπειρου ναυτικού ιδεί, για να σου προσφέρουν γαλήνη στην φουρτουνιασμένη σου καρδιά και το πονεμένο σου μυαλό, που σαν το καίει μέρα νύχτα ο ήλιος, σου παίρνει λίγο από την λάμψη. Ω, μεγάλε Θεέ μου, πώς σπαταλάς όλο ετούτο το γαλάζιο του κόσμου, απάνω όλα εκείνα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, αντί να το προσφέρεις σε αυτά τα νέα κορμιά, γεμάτα έρωτα και ορμή;




ΖΝ.

Μαΐου 25, 2021

La muse de la mer.

       Άλλη μια νυχτιά, που θωρώ ετούτη δω την ανταριασμένη ξελογιάστρα, με τα κύματα της να σκάνε, σαν πυροτεχνήματα, μέσα στην ψυχή μου, σε τούτο το κακό τσακισμένο κατάστρωμα, που το τρώει το αγιάζι και η αλμύρα. Ο αγέρας ορμάει στο βρεγμένο μου μέτωπο, η αλμύρα εμποτίζει τις βαθιές ρυτίδες του προσώπου μου. Όσο για τα άγρια και ροζιασμένα μου χέρια, αυτά τα κατατρώει το αναθεματισμένο σκοινί. Μυρίζω στον αγέρα την θαλασσοταραχή και παρακαλώ τον μεγαλοδύναμο να μην μας πάρει μέσα στον υγρό της βασίλειο.  
        Θυμάμαι, αμυδρά την ζωή μου, πριν εκείνη την μεγάλη απόφαση, κάποιον ξεχασμένο Μάη του ’51, όπου σάλπαρα για πρώτη φορά. Τα τότε καχεκτικά χέρια μου να τρέμουν, μα την καρδιά μου να βροντοχτυπάει το στέρνο μου και να θέλει να βγει έξω, να ενωθεί με εκείνην, την υγρή μούσα, την Θάλασσα. Εκείνην να βογκά κάθε δειλινό και να φουσκώνει, από ηδονή, και να ποθεί μονάχα εκείνον. Κάθε βράδυ γινόμαστε το απάγκιο της. Όταν έρχεται κοντά του, εκείνη γιομίζει ολάκερη και αντανακλάει όλη του την λάμψη, μέσα στα βρώμικα θολά της νερά.
      Η Θάλασσα δεν είναι εκείνη η όμορφη γυναίκα, που φανταζόμουν τότε, μα είναι μια άγρια, λυσσασμένη και βαθιά πονεμένη γυναίκα, που χωράει κάθε λογής αντρίκια ψυχή μέσα της. Από κείνον τον ξένο θερμαστή, που τόσο πάλευε να κάμει δικό της, ένα μανιασμένο βράδυ το χειμώνα του ’65 και τους άλλους που τους αρπάζει από τα σπίτια τους και τους παρασέρνει σε έναν φρενήρη χορό με τα κύματα της. Ένας από αυτούς, έμελλε να ‘μουν κι εγώ.
         Μας κάνει να λησμονούμε, με το γλυκό της τραγούδι και την βαθιά μεθυστικήμυρωδιά της. Μας αγκαλιάζει, με το πέπλο της αλμύρας της και έτσι ζούμε, φυλακισμένοι, μέσα στους στενούς της κόλπους. Κι όταν αναζητούμε το χάδι της, μας το προσφέρει, απλόχερα, έτσι μεταμορφωμένη σε κάθε λογής γυναίκα του λιμανιού, που πλαγιάζουμε από το Μαρόκο μέχρι την Μπουσάν.
         Η θάλασσα για κάθε ένα από εμάς είναι η προσωπική του ηδονή, κι όταν φεύγουμε από το λιμάνι του Πειραιά και το πόδι μας ακουμπάει το μουσκεμένο μπουλμέ του καραβιού, μονάχα τότες νιώθουμε, ότι φτάσαμε στο σπιτικό μας. Κι όταν το ταξίδι μας τελειώσει θα επιστρέψουμε σε τούτα τα πατροπαράδοτα νερά, και θα‘μαστε πλέον, ένα με αυτήν την ανταριασμένη ξελογιάστρα, που οι άνθρωποι ονομάζουνε θάλασσα. Έτσι θα συνεχίζουμε το αιώνιο αγώνα της με τον ήλιο. Θα γίνουμε ένα με το πολυπόθητο ταραγμένο ηλιοβασίλεμα. Θα είμαστε το χάδι σε κάθε απομακρυσμένο ναυτικό αλλά και σε κάθε εν δυνάμει εραστή της, γιατί η υγρή αυτή μούσα αποτελείται από όλες τις ψυχές των θαλασσόλυκων, που πέθαναν αναζητώντας εκείνο το πάντρεμα της αλμύρας και των πύρινων χρωμάτων του ουρανού.



Αφιερωμένο στο μεγάλο δάσκαλο.

ΖΝ

Δεκεμβρίου 30, 2020

Η δύναμη της έμπνευσης.

             Είμαι μόνη μέσα στην δύνη των χρωμάτων, αιωρούμαι μέσα στην σκόνη του χρόνου από το χρονικό χθες, μέχρι το χρονικό αύριο. Μαζί με εμένα τρέχει το φως και οι εκατομμύρια σκιές του. Οι σκιές του, είναι άλλοτε σκοτεινές και άλλοτε υπόλευκες, αναλόγως με την επαφή τους με το φως και την απόσταση. Οι σκέψεις των σκιών είναι ποικίλες, υπάρχουν φορές, που θαρρώ, ότι τις ακούω να μουρμουρίζουν παλιές μελωδίες για το αυτό, άλλοτε να ψιθυρίζουν ότι τις άφησε πίσω, πως τις εγκατέλειψε μαζί με τα εκατομμύρια χρώματα του ουρανού, όμως το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας παραμένει πάντα σιωπηλό και ήμερο.

Θυμάται την σχεδόν μαύρη σκιά, που είχε στα έγκατα της γης, έπειτα πώς το φως το αγκάλιαζε, επάνω σε μια σταρένια παραλία, νοσταλγεί τον ήχο, που έκανε καθώς έσκαγε στην μικρή κρυφή τους παραλία με μόνη συντροφιά τον ούριο άνεμο κάποιου καλοκαιριού, θυμάται ακόμη, πως το άφηνε να εξατμιστεί, ώστε να ανέλθει στους ουρανούς μαζί του. Άλλοτε, πότε γινόταν λεπτομέρεια μέσα σε έναν θεόρατο λευκό καμβά και αγκάλιαζε στοργικά τα χέρια του καλλιτέχνη, τον γέμιζε όλο χαρά και νόημα και εκείνος σε αντάλλαγμα το άφηνε να κυλάει σε ολόκληρο το κορμί του με τέτοια λεπτότητα και αφοσίωση, που γινόταν μέρος του, αναπόσπαστο κομμάτι του. Μέχρι να έρθει η στιγμή να αποχαιρετιστούν και να δώσουν το επόμενο ραντεβού τους στον ουρανό, τότε ο καλλιτέχνης το επιστρέφει στα αδέρφια του στις εκατομμύρια μικρές σταγόνες, από δροσερό νερό αναμειγμένες με ιδρώτα αλλά και περηφάνεια, και πότε έπεφτε σε εκατομμύρια σταγόνες και κατέληγε ξανά μέσα στην θάλασσα, όπου εκεί πάλι καρτερούσε να ζήσει ξανά άλλο ένα τρομερό ταξίδι μαζί του.

Τα χρώματα γύρω μου, έχουν τόσα να μου διηγηθούν, τόσα να μου μάθουν για την τέχνη. Η κοσμική μουσική ακούγεται απ’ άκρη σε άκρη μέσα στο αχανές ετούτο σύμπαν δημιουργημένο, από μελωδίες και λέξεις εμποτισμένο από τυχαίες πινελιές και έντονα συναισθήματα και εικόνες άυλες. Γυμνή περιλουσμένη από χρώματα και ιδέες σαν μια εικόνα του παρελθόντος ακούω το φως να με καλεί στην αγκαλιά του. Μου ζητάει να γεννηθώ και να έλθω στο επίδοξο μυαλό κάποιας νέας εικόνας, να φωτίσω ένα σκοτεινό μυαλό με ιδέες και να αναγεννηθώ, μέσα από τις σκέψεις και φορέσω πάλι τις λέξεις κάποιου συγγραφέα, να πιτσιλιστώ από μια θάλασσα από εικόνες κάποιου καλλιτέχνη, που θα με δημιουργεί με ευλάβεια με το μολύβι του και θα με περιγράφει με το απαλό του χάδι, το πινέλο του.

Να γεννηθώ ξανά, μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα και να με αναζητάει ένας μικρός ήρωας μέσα στο χαρτί του, να αφήσω το αποτύπωμα μου επάνω σε τοίχους, σε χαρτιά μα και σε πεντάγραμμα. Να αναστενάξω από ηδονή μέσα σε κρυφές σκέψεις και σε μαγευτικές εικόνες βγαλμένες από την ζωή τους. Να με ακολουθήσουν, οι σκέψεις και οι σκιές και να αφήσω την οργιασμένη φαντασία τους, να πλάσει κατά το δοκούν. Να πάρω μαζί μου και τα χρώματα, το γαλάζιο, το λευκό και το κόκκινο, να στεριώσω μέσα στις καρδιές των χιλιάδων καλλιτεχνών και να τους ξυπνήσω, από το λήθαργο τους, να ζήσουν μαζί μου άλλη μια νύχτα και να φύγω το πρωί, καθώς το φως θα έχει έλθει για να τους περιλούσει με το θείο δώρο της δημιουργίας. Να ανέβω επάνω σε μια σκηνή και να ενσαρκώσω τον καλύτερο ρόλο της ζωής μου, να ακολουθήσω τις κόκκινες κλωστές της σκέψης τους, να γίνω η δημιουργία τους, η μητέρα τους, η ερωμένη τους και η μούσα τους. Να μπω μέσα σε παγωμένες καρδιές και τις αφήνω να χτυπήσουν δυνατά. Να γίνω η ερωμένη της τέχνης τους και να φωνάζουν από χαρά το όνομα μου, να με αποκαλούν σε όσες γλώσσες δημιουργήσει ο ανθρώπινος νους, να ξεπερνάνε για χάρη μου τα σύνορα του μυαλού τους, να με αποκαλούν Δημιουργία και Έμπνευση.

Και όταν όλα αυτά τελειώσουν να επιστρέψω εδώ, στην επουράνια βασιλεία των χρωμάτων μου, μέσα στην φύση μου, αλλά κοντοζυγώνει η στιγμή αυτή, όμως από την άλλη σκέφτομαι τα χρώματα, που θα δημιουργηθούν μέσα μου. Μπορεί το σπίτι μου να είναι εδώ αλλά η ψυχή μου καρτερεί να τρέξει μαζί τους, να μην επιστρέψω εδώ, να μείνω μαζί τους και μαζί με πάσης φύσεως καλλιτέχνη, που είχε, έχει και θα γεννηθεί. Να γεννηθώ και αργότερα, μετά από πολλά χρόνια να γίνω ένα με την θάλασσα και το γαλάζιο της χρώμα. Και τέλος να αφήσω την τελευταία μου πνοή μέσα σε ένα ανθόσπαρτο λιβάδι από χρώματα, να γίνω ένα με την φύση. Αυτή θέλω να είναι τελευταία μου ανάμνηση, να με καίει το φως και να αγκαλιάζουν τα χρώματα και οι σκιές τους. Είμαι έτοιμη. 

Πάμε;


ΖΝ

Ιουνίου 24, 2019

Η σπουδή στο χρώμα.



Η ΙΔΕΑ-Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ.


  Είναι ατελείωτες οι στιγμές που καρτερώ τις Σκιές μέσα στη σιγή της νύχτας. Το φως του φεγγαριού σήμερα δεν εμφανίστηκε, τώρα είναι η ώρα που μπορείς να φανερώσεις τα πιο σκοτεινά σου μυστικά στον εαυτό σου και να δείξεις το αληθινό σου πρόσωπο μπροστά από τον καθρέπτη.  Μπορείς να είσαι όποιος θες, να μεταμορφωθείς στον Ιδανικό άλλον!
  Δεν το ξέρεις; Μπορείς να υποκρίνεσαι καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Να ορίζεις τη φύση, να ορίζεις το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι να είσαι ξύπνιος. Να μην αποκοιμηθείς ,να μην χαθείς και να θυμάσαι τα μονοπάτια του μυαλού σου, να γίνεις ο Ιδανικός Άλλος.
  Να γίνεις συγγραφέας και πρωταγωνιστής της ίδιας σου της ζωής που εξελίσσεται μέσα σε μονοπάτια  ξέφρενης ασυδοσίας και ηδονής. Το ξέρω πως αναζητάς της ελευθερία σου, να διαλύσεις την νωθρή και  γκρίζα σου καθημερινότητα που σε φθείρει. Εύχεσαι να έρθει το σκοτάδι για να αποκαλύψεις τα μυστικά σου. Αναζητάς την απόλυτη ελευθερία μεταξύ μέρας και νύχτας, αναζητάς τον απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ Λευκού και Μαύρου. Να βιώσεις τον πόνο που κρύβεις σε όλο του το μεγαλείο, να βιώσεις ακραίες εκρήξεις χαράς και σπαραγμού. Ίσως μπορείς να θες να γευτείς τον ανεκπλήρωτο έρωτα, την ηδονική σάρκα του Ιδανικού Άλλου ,να αφουγκραστείς τις σκιές στους τοίχους, να αγγίξεις τα χρώματα των Άλλων ,να μιλήσεις με τα πάθη που κατακλύζουν την ύπαρξη σου είτε είναι ευγενή είτε όχι και τόσο.
  Μπορείς να χαθείς μέσα στους ήχους των ουρλιαχτών που ακούς μέσα στο κεφάλι σου και να βιώσεις κάθε συναίσθημα που καταπιέζεις κάτω από το προσωπείο που σπάει κάθε βράδυ. Ξέρω τι ψάχνεις αυτό που αναζητά κάθε καταδικασμένος που βρίσκεται εδώ.

ΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΑ.


Αναζητάς την απόλυτη ελευθερία, το μόνο που σε εμποδίζει είναι το φως, πρέπει να προσέχεις. Είναι ύπουλο έχει την τάση να φέρνει στην επιφάνεια όσα κρύβεις.

Έχει την τάση να διαλύει τις Σκιές και να καταστρέφει τα έργα σου. Όταν το φως εμφανίζεται εσύ πρέπει να τρέξεις, να κρυφτείς πίσω από τις σκιές, μέσα σε εσοχές στους τοίχους, μέσα σε μονοπάτια ξένα, μέσα σε υφές ρούχων ,μέσα σε σκοτεινά τοπία. Να μην χάσεις τον δρόμο σου, να ξέρεις που να κρυφτείς.
  Να καρτεράς, να υπομένεις την φυγή μέσα στο μυαλό σου και παράλληλα να λειτουργείς μέσων των αισθήσεων σου, να ακούς την αναπνοή σου. Τα μονοπάτια θα είναι δύσκολα να τα ξαναβρείς γιατί το φως τα αλλοιώνει και μοιάζουν ξένα.
  Μπορεί μην τα καταφέρεις και τότε το φως θα σε αλλάξει, θα σου διαλύσει τις υφές και θα σε κάνει να χάσεις το χρώμα σου. Κάποιοι μπόρεσαν και συμφιλιώθηκαν με το Λευκό, υποτάχθηκαν θα μπορούσαμε να πούμε σε αυτή τη σκληρότητα του, το Τυραννικό Λευκό είναι η αρχή και το τέλος από αυτό προερχόμαστε και σε αυτό καταλήγουμε. Το λευκό του καμβά και το Λευκό του φωτός ταυτίζονται σε πολλούς, με μια μεγαλοπρεπή κίνηση σε εξαλείφουν από το καμβά. Σε κάνουν υποσκίαση, σε κάνουν ωχρή αναφορά στη μεγαλοπρέπεια τους. Εσύ όμως που θες να ξεφύγεις να έχεις στο μυαλό σου πως δεν πρέπει να του υποταχθείς να μην το αφήσεις να σε αλλάξει να μείνεις αναλλοίωτος στο χρόνο. Είναι και αυτός ο εχθρός σου καθώς είναι ταγμένος με την αλλαγή και τις «τάσεις» και τα κινήματα.
  Πολλοί αντιστάθηκαν στο Κυριαρχικό Λευκό ενώ άλλοι Ιδανικοί Άλλοι το αναζήτησαν είναι δική σου επιλογή, εγώ απλά όφειλα να σε προειδοποιήσω, να σε προστατέψω από τον εαυτό σου, σε βλέπω ήδη να τάσσεσαι υπέρ του ,να το κυνηγάς μέσα στις αποχρώσεις σου, να το αναζητάς μέσα στους πίνακες σου και μέσα στους Ιδανικούς Άλλους. Είναι δική σου η μάχη αυτή. Εγώ την επιλογή αυτή την έκανα πριν πολλά χρόνια αλλά σίγουρα ξέροντας σε δεν θα ταχθείς με το παρελθόν αλλά σταθείς μπροστά σε αυτή την αυθεντική επιλογή και θα θελήσεις να γίνεις ένας Αυθεντικός Ιδανικός Άλλος.
Καλή τύχη λοιπόν, πήγαινε σε ξένα μέρη μη ακόμα αγγιγμένα από άλλους σε παρθένα μονοπάτια να έχεις πίστη στον εαυτό σου ακόμη κι αν όλοι σου υπαγορεύουν να γυρίσεις πίσω. Η πρωτοπορία σε περιμένει και το παρελθόν είναι τώρα ο εχθρός σου. Μακάρι να ιδωθούμε ξανά μέσα σε ένα μέρος που να αντέχει και τους δυο μας. Να μπορείς να αντέξεις και το παρελθόν σου που υπενθυμίζει ότι εσύ απεχθάνεσαι. Να μπορείς να αντιταχθείς στη σκιά και στους ωχρούς φωτισμούς μιας άλλης εποχής.

Με εκτίμηση, το Παρελθόν σου.

ΖΝ.