Νοεμβρίου 07, 2020

Το τέλος των ψευδαισθήσεων.

Το τέλος των ψευδαισθήσεων, τι μεγαλεπήβολη σκέψη, τι μεγάλη προσταγή για τον άνθρωπο;
Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από κενές λέξεις εμπνευσμένες από φρενοβλαβείς γυναίκες, με αυτοκτονικές τάσεις.

 

Μια τελευταία αναπνοή.

Μια ακόμα.

Και μετά άλλη μια.

Κάθε στιγμή, που βλέπω το στέρνο μου, να φουσκώνει με πιάνει οργή.

Μια τόσο μεγάλη ακατάπαυστη οργή, που μόνο τα μανιασμένα κύματα της θάλασσας με καταλαβαίνουν. Νιώθω, ότι ξύπνησα από έναν βαρύ ύπνο, μέσα σε ένα στενό νεκροκρέβατο. Βλέπω τα κομμάτια από πεταμένα μπουκάλια, αποτσίγαρα, και ξεσκισμένα ρούχα. Ακούω κάπου από μέσα πνιχτές φωνές, και ένα ραδιόφωνο να παίζει ακατάπαυστα.

Κόσμο να μιλάει, να φωνάζει. Ουρλιάζουν σαν ζώα. Δεν μπορώ να μένω έτσι άλλο πια, και το στέρνο μου, το νιώθω όλο και πιο βαρύ, μέσα στα μισό κατεστραμμένα σκεπάσματα, βρίσκω το κορμί μου μελανιασμένο και ακρωτηριασμένο, σχεδόν δεν το αναγνωρίζω.

Που είναι τα χέρια μου;

Που είναι τα μαλλιά μου;

Που είναι τα πόδια μου;

Οι σκέψεις μου είναι συγκεχυμένες, μέσα στον καπνό και τα γαμημένα ουρλιαχτά, ψάχνω λίγη ηρεμία να σκεφτώ, να πάρω ανάσα, μια τελευταία ανάσα. Νιώθω τα άκρα μου να μουδιάζουν και ένα μεγάλο κύμα οργής και απόγνωσης κατακλύζει το σώμα μου, έτσι κουλουριασμένη στο υπέρλαμπρο αυτό δωμάτιο ψάχνω σκια. Δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου. Έχω οργή μέσα μου. Έχω την ανάγκη να ξεσκίσω τα μάτια μου. Και αυτές οι κραυγές δεν σταματούν, δεν υπάρχει οξυγόνο, μέσα στο φωτεινό δωμάτιο.

Δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο οι φωνές. Ο ήχος είναι οξύς και δεν θυμάμαι να έχω ξανά ακούσει κάτι τέτοιο ποτέ ξανά. Ο ήχος με το πέρασμα των λεπτών αυξάνεται και αρχίζει να αλλοιώνεται, να αποσυντίθεται και να μετατρέπεται σε ουρλιαχτά ετοιμοθάνατων παιδιών και απευθείας μετά να ακούγονται δυνατά υστερικά γέλια. Το κορμί συθέμελα τραντάζεται. Τώρα προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου και βλέπω γύρω μου ανθρώπους. Μάλλον, μαζεύτηκαν γύρω μου, γιατί με άκουσαν να ουρλιάζω. Δεν μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά τους, είναι καχύποπτοι, δεν έχουν πρόσωπο, ούτε μάτια, παρά μόνο σώμα, τα άκρα τους είναι καψαλισμένα και τα ρούχα τους είναι μαύρα. Είναι  όλο αυτό άραγε μέρος των ψευδαισθήσεων μου; Είναι άραγε αυτά τα ομοιώματα ανθρώπων  η οικογένεια μου; Είναι άραγε ο εαυτός μου, που διασπάστηκε σε πολλαπλές προσωπικότητες, μετά από όσα έγιναν; Είναι τα φαντάσματα του παρελθόντος; Δεν γνωρίζω. Μέσα στην σύγχυση μου, με άτσαλες κινήσεις προσπαθώ να φύγω από εκεί μέσα, αλλά δεν καταφέρνω να κουνήσω το κορμό μου, παρά μόνο να συνεχίσω να φωνάζω. Τα ανδρείκελα έρχονται όλο και πιο κοντά μου, νιώθω ότι περικυκλώνουν το νεκροκρέβατο μου, προσπαθώ να μην κοιτάω το άλλοτε σημείο, που έφερε τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, γυρνάω το βλέμμα μου και αντικρίζω το δωμάτιο. Μοιάζει με δωμάτιο κλινικής, αλλά μοιάζει αλλόκοτα και με το δωμάτιο στο πατρικό μου σπίτι.

Ο ήχος του ραδιοφώνου έρχεται εισβάλει βίαια, όταν κάποιος ανοίγει την πόρτα. Ο ήχος αυτός είναι τόσο οξύς, που νιώθω τα αυτιά μου να ματώνουν.

Το δωμάτιο έχει γεμίσει από άμορφα πλάσματα, που ουρλιάζουν. Ο ήχος δεν είναι ανθρώπινος. Ένα σύνολο από κατεστραμμένες σκέψεις, σε συνδυασμό με την ανάγκη να βγάλω τα εντόσθια μου, με πνίγει. Πνίγομαι, από την πικρή γεύση των στομαχικών μου υγρών. Πέφτω στο πάτωμα και γονατίζω. Βγάζω ό,τι είχα μέσα μου. Τα χείλη μου γεμίζουν με αίμα. Το αίμα λερώνει το πρόσωπο μου, τα ρούχα μου, των γύρω μου και το πάτωμα. Το πάτωμα είχε ένα υπόλευκο χρώμα και στιγμιαία, μέσα σε μια στιγμή κατακλύζεται από ένα έντονο κόκκινο χρώμα, όπως έναν λευκό καμβά, που πρώτη φορά πετάς μια κόκκινη πιτσιλιά. Το αίσθημα που έχω τη συγκεκριμένη στιγμή είναι αβάσταχτο, μέσα στο χάος των ήχων, προσπαθώ να βρω την ισορροπία μου και να σηκωθώ από το πάτωμα, αλλά δεν τα καταφέρνω και ξαναπέφτω, επάνω στον εμποτισμένο μου εμετό. Λερώνομαι, και καθώς πέφτω γεύομαι την γεύση του αμυδρά. Αρχίζω, να παρατηρώ, πως η κατάσταση έχει πλήρως ξεφύγει. Προσπαθώ να διαφύγω από την πόρτα, που είναι μόλις λίγα μέτρα πιο δίπλα μου. Τα άμορφα ανδρείκελα σταματάνε να ουρλιάζουν και με κοιτάνε προσεκτικά. Αρχίζουν, να κάνουν άκρη και εγώ κατευθύνομαι όλο και πιο κοντά στην πόρτα. Με το ένα μου χέρι την ανοίγω και αντικρίζω το απόλυτο σκοτάδι. Οι κούκλες απομακρύνονται από την πόρτα και ο κύκλος, που έκαναν γύρω από το καταπονημένο μου σώμα σπάει. Με όλη μου την δύναμη σέρνομαι, να φύγω μακριά από αυτά τα αλλόκοτα πλάσματα.

Ο ήχος του ραδιοφώνου τώρα με τρελαίνει, πιάνομαι από έναν τοίχο και τον ψηλαφίζω προσεκτικά. Στηρίζω όλο μου το βάρος πάνω του, και σηκώνομαι για πρώτη φορά όρθια. Κατευθύνομαι όλο και πιο κοντά στην αναθεματισμένη συσκευή, με αργά βήματα πιάνομαι από τους τοίχους. Βλέπω στο βάθος του διαδρόμου, ένα μεγάλο ρόπαλο και τρέχω να το πάρω, να σπάσω το ραδιόφωνο.

Το αρπάζω και το σπάω, θρυμματίζεται σε μικρότερα κομμάτια ενώ παράλληλα πετάει μικρές σπίθες, που φωτίζουν όλο το σκοτεινό χώρο γύρω μου και έτσι στιγμιαία μπορώ να διακρίνω το μέγεθος του δωματίου που βρίσκομαι. Όλα με ιλιγγιώδη ταχύτητα σταματούν .

Ο χρόνος σταματάει και επικρατεί σιωπή, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα για πρώτη φορά, μπορώ να ακούσω την αναπνοή μου, κάτι που μέσα στο απόλυτο χάος, ξεχνάω πόσο με ενοχλεί. Κλείνω για ένα λεπτό τα μάτια μου.

Δεν ακούγεται τίποτα.

Μια ακόμα αναπνοή.

Η τελευταία αναπνοή.

Μια ακόμα .

Ανοίγω τα μάτια μου, τίποτα από όλα αυτά δεν έχει συμβεί, είμαι πάλι στο νεκροκρέβατο μου και ακούγεται από μακριά ο ήχος ενός χαλασμένου ραδιοφώνου, που μιλάει ακατάπαυστα. Οι συνομιλητές είναι εμφανώς από άλλη χώρα και για αυτό δεν καταλαβαίνω την συζήτηση, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν με νοιάζει ιδιαίτερα, ακούω από μακριά την καμπάνα κάποιας εκκλησίας και  έναν απόηχο από κάποιο ασθενοφόρο. Τίποτα, που να παραπέμπει σε αυτόν τον τρελό εφιάλτη, που αντίκρισα την προηγούμενη φορά. Ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω ένα λευκό δωμάτιο. Είμαι μόνη μου. Αυτό με χαροποιεί και με ενθουσιασμό σηκώνομαι αλλά βλέπω, πως δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου, ξεσκεπάζομαι γρήγορα και βλέπω, πως δεν έχω άκρα.

Με κομμένη ανάσα αναπνέω βαθιά και  σηκώνομαι από το κρεβάτι. Αγγίζω το σώμα μου, να δω αν κάποιο μέλος του σώματος μου λείπει. Μέσα στο άγχος και την απόλυτη κατάρρευση δεν προλαβαίνω να παρατηρήσω αν έχω και τις άλλες αισθήσεις μου. Με  μεγάλη μου χαρά αντιλαμβάνομαι, πως είμαι αρτιμελής, αλλά δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου, αγγίζω με προσοχή το κεφάλι μου, και αντιλαμβάνομαι έντρομη, ότι οι κόγχες των ματιών μου είναι άδειες. Δεν έχω μάτια και αυτό μου προκαλεί ουρλιαχτά τόσο δυνατά, που ξυπνάω από τον δυνατό αυτό απόηχο του εαυτού μου, μέσα στο αέναο αυτό παραλήρημα των ψευδαισθήσεων μου. Μέσα στις ψευδαισθήσεις μου, βιώνω τον ακόρεστο πόνο και την καταστροφή τόσο της σωματικής μου ακεραιότητας αλλά και των ψυχολογικών μου μεταπτώσεων, που το μόνο, που θέλω είναι να σταματήσουν οι ψευδαισθήσεις και τα ντελίρια. Ο ολοκληρωτικός διαχωρισμός από τον εαυτό μου είναι πλέον γεγονός.

Τελευταία αναπνοή.

Τελευταία ψευδαίσθηση.

Σηκώνομαι και συνειδητοποιώ, πώς κάθε μνήμη του προηγούμενου εαυτού μου επανέρχεται, κάθε μικρή ανάμνηση και κάθε λεπτομέρεια.

Θυμάμαι ποιά ήμουν. Αυτή η διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι κομμάτι μου.

Μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα βγάζω με προσοχή τις ενέσεις από τα χέρια και τα πόδια μου. Σηκώνομαι και βλέπω με τρόμο το ένα μου χέρι είναι κατεστραμμένο, όχι όμως από φωτιά αλλά από τα έντονα σημάδια, (που έχω κάνει στον εαυτό μου. Πώς είναι δυνατόν να έχω προκαλέσει τόσο έντονο πόνο σε εμένα;)  

   Αρχίζω και τρέχω στους διαδρόμους και προσπερνάω άγνωστους ανθρώπους και γιατρούς. Οι σκιές τους είναι θεόρατες στους μεγάλους άδειους τοίχους και όσο τρέχω και τους προσπερνώ βλέπω, πώς τα πρόσωπα τους κρύβονται, λες και δεν φέρουν χαρακτηριστικά. Προσπαθώ, να βγω μέσα από αυτό το χάος και νιώθω τον αέρα στα μαλλιά μου να με αναζωογονεί και το αίμα μου να καίει μέσα στην σάρκα μου. Βλέπω τα χέρια μου, που είναι γεμάτα με αίματα. Με μία βαθιά ανάσα ουρλιάζω. Επικρατεί σιωπή, εκτός από έναν απόηχο από το απέναντι κτίριο, του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, παίρνω μια βαθιά ανάσα και μένω εκεί.

Λίγη ώρα αργότερα βρίσκω το θάρρος και λέω με δυνατή φωνή:

 

"Το τέλος των ψευδαισθήσεων, τι μεγαλεπήβολη σκέψη, τι μεγάλη προσταγή για τον άνθρωπο;

Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από κενές λέξεις εμπνευσμένες από φρενοβλαβείς γυναίκες, με αυτοκτονικές τάσεις".


Ζ.Ν.