Μαΐου 21, 2021

Un autre enfant du carré.

 Le premier volume.

Ένα ξεχασμένο καλοκαίρι υπήρξε ένα ξεχασμένο πλάσμα από κάθε μορφής θεϊκή ύπαρξη, εσύ. Ελλοχεύεις, μέσα σε ερημωμένα δρομάκια, ξεπροβάλεις και κρατάς ένα ποτήρι μισογεμάτο στο χέρι και κουνάς νωχελικά το κορμί σου, το βλέμμα σου είναι διακριτικό αλλά φαίνεται εμφανώς, πως κάτι αναζητάς, πώς κάτι καρτεράς. Στο άλλο σου χέρι υπάρχει πάντα ένα μισόσβηστο τσιγάρο. Η πορτοκαλί του γόπα αγγίζει με μαθηματική ακρίβεια τις άκρες των χειλιών σου, ενώ φλερτάρει με τις ελάχιστες κατάμαυρες τρίχες, που αγκαλιάζουν τα χείλη σου. Το βλέμμα σου είναι χαμένο μέσα στην ζάλη του καπνού και την ονειρική μελωδία της μουσικής, που παίζει απ’ το βάθος του Σπιρτόκουτου. Οι σκέψεις σου, χαμένες και ο πόθος σου οργιάζει, καθώς φαντασιώνεσαι κάποιο, άδειο φουστάνι, κάποιο γυναικείο σώμα να λικνίζεται, κατά την βούληση σου.

Έτσι, λοιπόν, περνάνε οι ώρες και οι μέρες σου, μέσα στο ημίφως, μέσα στο φυματικό φως του υπογείου. Όταν παραμιλάς και παραλογίζεσαι εκείνα τα μακρινά ταξίδια, που θα κάνεις και τα άδεια σεντόνια, που γιομίζουν με την μυρωδιά μιας κενής παρουσίας, κάποιο χαμένο καλοκαίρι του Αυγούστου, στην άδεια Αθήνα. Τα χέρια σου να καίνε και το κορμί σου σφίγγεται και καταπιάνεται, από τα ερεθίσματα του κρύου αέρα, που χαϊδεύουν το τραχύ σου βλέμμα. Ένα βλέμμα κενό. Ένα βλέμμα, που καρτερά να νιώσει την διακριτή μορφή κάποιου, για να λάμψει. Ένα χαμένο κορμί, που λικνίζεται μέσα στον στρόβιλο του καπνού. Ένα βλέμμα, που προσδοκά να ξεσκίσει κάθε ρόγχο ζωής στο πέρας του.

Πλαγιάζεις μαζί με ένα άλλο άδειο κουφάρι και αφήνεις την μορφή της, να οργιάσει μέσα σου, να γιομίσει τις πληγιασμένες παλάμες σου, με δάκρυα και μαύρα αποτυπώματα. Ακούς την βαριά της ανάσα, μέσα στα αυτιά σου, και της κλείνεις στο στόμα, και την αδειάζεις. Την καρτεράς να σε γεμίσει με τα φιλιά της, να το άρωμα της και να γεμίσει το κορμί σου με σημάδια ερωτικά, αποδείξεις πως υπήρξε, πως πέρασες από μέσα της. Να περάσει κι κείνη από την ρημαγμένη στο κλίνη και την σπασμένη σου καρδιά και μετά να την αφήσεις μαζί με κάποια άλλη παραίσθηση να την πάρει ο αγέρας, να την πάρει η κάπνα των τσιγάρων σου.

Ξυπνάς μόνος, ίσως πιο μόνος από ποτέ, μέσα σε τούτη την ρημαγμένη πραγματικότητα, χωρίς κανέναν γύρω σου. Χωρίς να αντέχεις το κεφάλι σου. Θωρείς τα άδεια σεντόνια και ξεσπάς σε κλάματα. Νιώθεις για πρώτη φορά το πραγματικό βάρος της θλίψης σου. Νιώθεις πως δεν είσαι τίποτα άλλο παρά μια μάζα, από πόνο και οργή. Μετουσιώνεσαι σε ένα μικρό ορφανό παιδί να σέρνει την ντροπή του, απάνω σε τούτο το σπασμένο μπουκάλι, που τώρα πετάς απάνω στο τοίχο και θρυμματίζεται. Ο ήχος αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη, με όλο το άδειο σου σπίτι, που κατοικείς μοναχός, χρόνια τώρα, παραμελημένος και κενός.

Νιώθεις το βάρος του χεριού σου, όταν χτυπάς το καθρέφτη, που όμως δεν σπάει, γιατί ακόμα και την ύστατη στιγμή δεν μπορείς να νιώσεις πόνο. Μένεις ένα δοχείο άδειο, ένα κουρέλι απάνω από ένα άδειο ποτήρι, ένα κορμί γυμνό, ανάμεσα σε τόσα άλλα. Ένα ανασφαλές ημίθανο κορμί, απάνω από ένα γεμάτο τασάκι, που σιγοσβήνει μια γόπα με κόκκινα απομεινάρια από κραγιόν.

Ξάφνου, εμφανίζεται μια αμυδρή κουνημένη εικόνα, σαν μακρινή ανάμνηση, θυμάσαι τότε, που όντας μεθυσμένος σου ξέφυγε μια κραυγή αγωνίας, σαν γοερό κλάμα, μέσα απ’ τα καμένα σου χείλη και ένα δάκρυ άγγιξε το τραχύ πρόσωπο σου. Τότε, που ένιωσες για πρώτη φορά, πως πια δεν μπορείς να αγγίξεις τον εαυτό σου και νιώσεις τον αέρα να διαπερνάει το ματωμένο σου χέρι. Τότε συνειδητοποιείς, πως πάνε χρόνια, από τότε ένιωθες τον καθάριο αγέρα στα μαλλιά σου και τις πρώτες σταγόνες της άνοιξης απάνω στο τραχύ σου δέρμα.

Αρχίζουν πάλι τα δάκρυα να γεμίζουν τα κατάμαυρα μάτια σου, αναρωτιέσαι πραγματικά πια, ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες ζωντανός. Έτσι αργά και σταθερά, γεμίζουν οι πνεύμονες με πεπιεσμένη νικοτίνη, από τα νευρικά χέρια σου, που τώρα προσπαθείς να ανάψεις ένα ακόμη τσιγάρο, από το παρατεταμένο πακέτο σου. Οι αναμνήσεις ετούτες, σε κάνουν να νιώθεις το καθάριο βάρος του πόνου σου, να γέρνει και να γιομίζει για πρώτη φορά, το σπασμένο σου ποτήρι, που κρατάς και την σκισμένη σου ψυχή να λιώνει, μέσα στην ενοχή της αβάστακτης καρδιάς σου.

Αρχίζεις να αναρωτιέσαι, αν ακόμα μπορείς να νιώσεις την αναπνοή σου. Η αναμονή σε τούτο σου το νέο παιχνίδι, αργεί τόσο, που χάνεις την υπομονή σου. Έτσι νομίζεις, πως αρχίζεις να τρελαίνεσαι και αρχίζει και τρέχει, σαν ποτάμι το αίμα απ’ την μύτη. Τούτο το αίμα είναι βρώμικο, λασπωμένο και σου γεμίζει τα μισόσβηστα τσιγάρα αλλά και το στόμα. Τρέχεις και βλέπεις πως τούτο το αίμα έχει γεμίσει το στόμα σου, και τα χέρια σου γιομίζουν σιγά σιγά και αυτά, με τις μικρές σταγόνες, που πέφτουν σαν σταγόνες από κάποιο παλιό κόκκινο κρασί. Εκείνο, που κρύβεις για τις ειδικές περιστάσεις, δίπλα στα βιβλία σου. Στρέφεις το βλέμμα σου στο καθρέπτη και απευθύνεις την τελευταία ερώτηση στον εαυτό σου, μια ερώτηση, που δεν μπορεί να ξεστομιστεί ούτε με σθένος, μα ούτε και με πόνο, παρά μόνο με τρόμο. Κοιτάς κατάματα το είδωλο σου και ρωτάς «Αναπνέω;».

 Έτσι έρημος πέφτεις κατά γης και σπαράζεις από πόνο, σε ένα βωβό κλάμα, που όμοιο του δεν έχεις ξανανιώσει. Έτσι σιωπηλός, μεθυσμένος και ημίθανος μένεις σε εμβρυακή στάση, μια αιωνιότητα και μια στιγμή. Το σπασμένο σου κορμί λυγίζει και σπάει. Έτσι, λοιπόν, έφυγες πονεμένος από τούτη την ζωή, πληγιασμένος και μόνος, με την μόνη σου συντροφιά τούτον τον απόηχο του παλιού ραδιοφώνου κάποιου γείτονα, που τρύπωσε, από κάποιο ανοιχτό παράθυρο. Με τούτη την γλυκόπικρη μελωδία, ακούς τον επιθανάτιο ρόγχο σου και αργοσβήνεις.

 

Ainsi, un autre enfant du carré est perdu.

Αlors, un autre enfant, de la rue, laisse son dernier souffle, seul.

 

Αφιερωμένο εξαιρετικά.

ΖΝ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: