Απριλίου 22, 2021

La reine des clowns.

 
   Η μουσική αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη το μουσικό μου θέμα. Οι φωνές μέσα στην κατάμεστη αίθουσα και οι κραυγές του όχλου να σείουν ολάκερη τη σκηνή. Ακούω την απρόσωπη φωνή του θιασάρχη να φωνάζει το όνομα μου. Τα πόδια μου τρέμουν. Με το βλέμμα μου κολλημένο μπρος από ένα σπασμένο κομμάτι από καθρέφτη, που ‘χω για να βάφομαι καρτερώ να εξαφανιστώ. Ένα απρόσιτο βλέμμα και μια απροσδιόριστη σκληρότητα έχει καταβάλλει το πρόσωπο μου. Καρτερώ πίσω από μια κατάμεστη αίθουσα να χορέψω, για τις ορέξεις των άλλων. Ακούω τις τρομπέτες, να ηχούν τόσο δυνατά, που μου κόβουν την ανάσα. Τα εκκωφαντικά τύμπανα παίζουν με χτύπο της καρδιάς μου. Κρύα δάκρυα κι ένας παγερός αγέρας φυσάει και ανασηκώνει τις βαριές κουρτίνες, που με χωρίζουν μόλις μια ανάσα από το πλήθος. Έτσι μπορώ και θωρώ για μια μονάχα στιγμή πίσω από αυτές. Δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα, παρά μόνο τις μαύρες σιλουέτες τους και την σκηνή, που εκεί πάνω θα βρεθώ για ένα ακόμα βράδυ, αγκαλιά με τις ορέξεις τους.

Η καρδιά μου επιδιώκει να βγει από το στέρνο μου και να σκορπιστεί ωσάν τα πυροτεχνήματα, μέσα στην σιγή των ουρανών και να διαταράξει παντελώς την ψευδαίσθηση της γαλήνης. Τώρα πια τρέμουν και τα κάτασπρα χέρια μου. Ο παγερός αγέρας παρασύρει τα ρούχα μου, τα βαμμένα κόκκινα και πράσινα μαλλιά μου. Μαζί τους ταξιδεύω και εγώ μαζί με τον ασθενικό καπνό του τσιγάρου μου, που σιγοκαίει στα δάχτυλα μου. Έτσι βρίσκω τον εαυτό μου να καπνίζει, μέσα σε αυτήν την αναθεματισμένη νύχτα. Τα μάτια μου δακρύζουν και το πορσελάνινο λευκό μου χρώμα μουτζουρώνεται με τα κατακόκκινα παραμορφωμένα χείλη μου και το καταπράσινο περίγραμμα των ματιών μου. Τα άλλοτε πορφύρα μου γάντια τώρα, που τα θωρώ είναι ξεσκισμένα, γεμάτα λεπτές κόκκινες κλωστές, πολυκαιρισμένα πια. Τα αντικρίζω να γίνονται ένα με τα καταπονημένα μου χέρια, που είναι γεμάτα με ουλές, από τα σκοινιά και το χώμα. Η στολή μου, που ήταν κάποτε ολόλευκη τώρα την έχει διαδεχτεί ένα χρώμα, που θυμίζει σωμών, αλλά έχει την μυρωδιά από το φρέσκο χώμα, που έγινε λάσπη, στις προηγούμενες παραστάσεις μου. Τα καραβάνια μας μπάζουν από καιρό νερό και όλα μου τα υπάρχοντα, πλέον διακατέχονται από την μυρωδιά της μούχλας.

Στο άλλοτε νεανικό μου πρόσωπο έχει τοποθετηθεί με μεγάλη προσοχή ένα προσωπείο, γεμάτο ρωγμές, ένα προσωπείο έτοιμο να διαμελιστεί. Να σπάσει μπροστά σε όλο το κόσμο, που φωνάζει για να ιδεί λίγο ακόμα την γυμνή και ταλαιπωρημένη μου σάρκα. Όταν βρίσκομαι καβάλα στην κούνια μου ή μέσα στο κλουβί μου, ή ακόμα όταν βρίσκομαι ανάμιγμένη με το χώμα. Αυτή η καταραμένη μυρωδιά του χώματος δεν φεύγει από πάνω, όσο κι αν τρίβω με μανία το σώμα μου. Όσο κι αν προσπαθώ να την καλύψω με την μυρωδιά του καμένου σκοινιού στα χέρια μου. Όσο κι αν ματώσω, η μυρωδιά μου, πλέον είναι αυτή. Προσπαθώ να χαμογελάσω αλλά το χαμόγελο μου είναι παγωμένο και μοιάζει με εκείνο, που έχουν οι κούκλες, που παίζουν τα νεαρά κορίτσια στην πόλη. Αυτό το χαμόγελο, μου έβαλαν για άλλη μια φορά να φορέσω και να ποζάρω για αυτούς, τους ηδονοβλεψίες που δουλεύω. Με πρωταγωνιστή τον σκληρό θιασάρχη. Εκείνος με έσπαγε κάθε μέρα από λίγο, όταν ούρλιαζε στο πρόσωπο μου "Είσαι απροσδόκητα παγερή, σαν ξεψυχισμένη κούκλα, χαμογέλα!" . Έτσι λοιπόν, όταν δεν έπαιρνα πια από φωνές μου «χάρισε» ένα μόνιμο χαμόγελο. Χαράζοντας με το μαχαίρι του και κάνοντας με να χαμογελάω έτσι, ψεύτικα μια για πάντα. Μου δημιούργησε απλόχερα και δυο μεγάλες ουλές, που εκτείνονταν από τα μέσα του μάγουλου μου και περνούν το ύψος των ματιών μου, απάνω από τα ωχρά μου φρύδια. Θαρρώ πως εκείνη την μέρα έχασα κάθε μικρό κομμάτι, του εαυτού μου και μεταμορφώθηκα σε αυτήν, που είμαι τώρα.

Έτσι αφέθηκα γιομάτη φθόνο και φόβο. Σε ετούτον που μου δώρισαν με όλη τους την ψυχή. Ώστε κανείς πια, να μην μπορεί να ουρλιάζει και να σκίζει με μανία τη σάρκα μου. Εκείνοι με κοιτούν με απέχθεια αλλά κάθε φορά βρίσκουν κάτι, που τους εκλύει, σαν μύγες απάνω στο ημίθανο ψοφίμι. Σαν άλλα όρνια με κατασπαράζουν και μετά φεύγουν. Κάθε φορά όμως επιστρέφουν για λίγο ακόμα, σαν να αναζητούν κάποιο χαμένο τους κομμάτι απάνω μου. Σαν μια διαστρεβλωμένη προβολή του εαυτού τους. Καρτερούν, να ιδούν μέσα στα δικά μου μάτια, το πιο απόκρυφο κομμάτι του εαυτού τους, μέσα από το δικό μου πληθωρικό μπούστο  ψάχνουν να ικανοποιήσουν τις πιο αρρωστημένες τους φαντασιώσεις, και μέσα στη δική μου φωνή προσπαθούν να ουρλιάξουν για μια στιγμή ελευθερίας, πέρα από κάθε ενοχή, πέρα από κάθε πουριτανισμό.

Έτσι μεταμορφώθηκα σε αυτό, που βλέπω πιά μέσα από το σπασμένο καθρέφτη, το βλέμμα μου είναι πια τόσο σκληρό, που σου παγώνει την ψυχή, ενώ τα χείλη μου πάντα σου προσφέρουν ένα διάπλατο χαμόγελο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό, από ένα ξεψυχισμένο χαμόγελο ενός γελωτοποιού. Ένας γελωτοποιός δεν επιτρέπεται να εκφράζεται, παρά μόνο να υπομένει μαρτυρικά και να χαμογελάει. 

Έτσι του ζητούν να σπάει την ύπαρξη του σε εκατομμύρια μικρά θραύσματα και να τα ξεχνάει όλα, όταν φιλοτεχνεί το φαινομενικά άτεχνο προσωπείο του και μπρος από άπληστες άμορφες φιγούρες, που του ζητούν, να ξεγυμνωθεί για ακόμη ένα βράδυ. Εκείνο το προσωπείο πια δεν εμπεριέχει χαρά ή πόνο, πάρα μόνο οργή.

Αυτή η πηγαία οργή, που σε κάνει να σφίγγεις τα δόντια και να μπήγεις μέσα στις παλάμες σου τα σπασμένα σου νύχια και να ματώνεις. Αυτή είναι και η μοναδική ένδειξη, πως είμαι ακόμα ζωντανή, πως αναπνέω μέσα στον όχλο. Κάθε βράδυ βρίσκομαι κάτω από τους εκτυφλωτικούς προβολείς και μέσα στις βοές του βαθιά εκφυλισμένου όχλου, που προσμένει να με ιδεί να πονάω, για ένα ακόμα βράδυ. Με κατασπαράζουν με ετούτα με τα αναθεματισμένα μάτια τους, ενώ το βλέμμα τους είναι νεκρό. Θυμίζουν κουφάρια, που προσδοκούν να γευτούν την σάρκα μου και όσο πιο κοντά τους είμαι, τόσο ανεβαίνει η λίμπιντος τους.

Ξάφνου, η μουσική επένδυση δυναμώνει και με ξυπνάει από τις βίαιες επιθυμίες μου. Ανοίγω τα μάτια μου και θωρώ ξανά αυτό το προσωπείο, όπου έχει λερωθεί και φαίνεται αχνά το καλά κρυμμένο μου μυστικό. Με γοργές κινήσεις διορθώνω τις ατέλειες μου και πηδάω απάνω, σαν να με χτύπησε κεραυνός. Μια τελευταία τζούρα και πετάω με περίτεχνο τρόπο την μισό σβησμένη μου γόπα και εκείνη προσγειώνεται κάτω στο νωπό χώμα. Παίρνω μία βαθιά ανάσα. Από τα μεγάφωνα ακούω τώρα να με καλούν με ουρλιαχτά και άλαλες κραυγές εκείνοι. Τους ακούω να σπαρταρούν, να φωνάζουν το όνομα μου, ένας κλόουν κάνει πάντα το κόσμο να γελά, ήρθε και η δική μου σειρά.


Μέσα από τις κραυγές ακούγεται η εκκωφαντική φωνή του θιασάρχη να λέει περήφανα:
Η βασίλισσα των κλόουν για άλλη μια βραδιά στην πόλη σας! Ελάτε κόσμε να την δείτε!


ΖΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: