Ιανουαρίου 13, 2019
Η ρευστότητα του χρόνου.
Αυτά που θα σας αφηγηθώ όντως έχουν συμβεί. Είναι γεγονότα που έγιναν την Τάδε μέρα , τον ψι μήνα του έτους ΧΧΧΧ. Θέλω να με προσέξετε πολύ καλά. Δεν τα φαντάστηκα ,εγώ η αγαπημένη σας αφηγήτρια είδα τον χρόνο να σταματάει με τα ίδια μου τα μάτια, όμως ας αρχίσουμε από την αρχή. Γενικά ποτέ δεν κατάλαβα πλήρως την έννοια του χρόνου,από παιδί με δυσκόλευε η ρευστότητα του.
O Διαστεβλωμένος καθρέπτης.
Σε κοιτάω όλο νόημα και
σου λέω:
-Αν είχα να διαλέξω
ανάμεσα σε ολόκληρο τον κόσμο από την μια πλευρά και εσένα από την άλλη θα
διάλεγα εσένα. Με κοιτάς, ήρεμος σηκώνεσαι με καληνυχτίζεις και μου δείχνεις
τον ήλιο. Ξημερώνει.
Ξυπνάω πάλι σε ένα
δωμάτιο άδειο, κρύο που το όνειρο έχει διαδεχτεί την φρικαλεότητα της αλήθειας.
Εσύ με αποχαιρετάς και με καλωσορίζουν οι τύψεις .Πάλι κενή και πάλι μόνη. Να
πλαγιάζω με ένα ξένο κορμί με τη σκέψη
πώς όταν κοιμηθώ ίσως σε ανταμώσω
και θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα.
Για πάντα; Ίσως και όχι.
Ξημερώνει τώρα, αντίο πρέπει να φύγω. Θα ήθελα τόσο πολύ να σου μιλήσω αλλά
πνίγομαι. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στην πραγματικότητα. Τίποτα δεν είναι,
όπως νομίζω, και για όλα ευθύνεσαι εσύ.
Κοίτα, πώς με έκανες! Με
διαστρέβλωσες. Σε άφησα να πάρεις το τελευταίο κομμάτι του εαυτού μου. Σου
έδωσα τα πάντα κι όμως δεν σου έφταναν. Σου έδειξα όλες τις αδυναμίες μου και
εσύ πάτησες σε αυτές και τις χρησιμοποίησες. Με έκανες να νιώθω ανίκανη πια να
αγαπήσω ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό. Γιατί; Τι έχεις να αποδείξεις; Κοίτα
πώς με έκανες!
Να πλαγιάζω με ένα άδειο
κορμί; Με έναν άγνωστο όν, νομίζοντας, πως έτσι θα γεμίσω τα κενά μου; Γιατί;
Θέλω να ξυπνήσω, αυτό δεν είναι πια όνειρο. Νιώθω τα χέρια σου να σφίγγουν το
λαιμό μου. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Άσε με ήσυχη, φοβάμαι! Ανοίγω τα μάτια μου.
Σιωπή...Άδειο το δωμάτιο.
Ήταν ένας εφιάλτης. Τρέχω να κοιτάξω το είδωλο μου στον καθρέφτη. Βλέπω τώρα τα
σημάδια επάνω στον λαιμό μου και τα χέρια μου γεμάτα αίμα. Εμφανίζεσαι πίσω από
τον καθρέφτη καθώς κοιτάω μέσα, με κοιτάς όλο μίσος και ειρωνεία. Αρχίζεις να
με χτυπάς με μανία. Τα χέρια σου γεμίζουν με το αίμα μου ,πέφτω κάτω και κλείνω
τα μάτια μου. Σιωπή...είμαι πάλι μόνη μπροστά στον καθρέφτη σε ένα κενό άσπρο
δωμάτιο. Τα σημάδια σου στο κορμί μου είναι αμέτρητα. Δεν μπορώ να σηκωθώ. Τα
πόδια μου δεν με κρατούν. Το άσπρο χρώμα στους τοίχους με τρελαίνει. Προσπαθώ
να σηκωθώ κρατώντας τον τοίχο και βάφοντας τον κόκκινο από τις πληγές μου.
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και αρχίζω να βλέπω καθαρά πώς η θολή μορφή σου, ήταν τελικά
δική μου.
Δεν υπήρξες ποτέ!
Ουρλιάζω. Πέφτω πάλι κάτω. Όμως πρέπει να είμαι δυνατή. Σηκώνομαι ξανά αυτή τη
φορά όρθια και πατώντας σταθερά τα πόδια μου στην γη κοιτάω το είδωλο μου για
μια τελευταία φορά στον καθρέφτη. Παίρνω βαθιά ανάσα και τον σπάω. Χίλια
κομμάτια. Τα χέρια μου ματώνουν. Ο ήχος των γυαλιών που πέφτουν στο πάτωμα και
θρυμματίζονται με ανακουφίζει. Τώρα δώσε μου το χέρι σου και πάμε να φύγουμε,
ας τελειώσει αυτό το όνειρο εδώ .
Καληνύχτα.
Σιωπή.
Σηκώνεσαι
από το κρεβάτι τον βλέπεις δίπλα σουρεαλισμός, άπραγο να σε κοιτάει μέσα στα
μάτια σαν μικρό παιδί ,να σε ξυπνάει με φιλιά.
Κανείς
δεν είναι εκεί. Κοιτάς γύρω σου χάος, με δυσκολία
καταφέρεις να σταθείς στα πόδια σου, κάνεις μερικά βήματα. Σέρνεσαι μέχρι το
μπαλκόνι , μόνη σωτηρία σου το πακέτο με τα τσιγάρα και τα σπίρτα. Ανάβεις,
θυμάσαι, να σε κοιτάει με επικριτικό βλέμμα, ενώ σου γκρινιάζει, πώς καπνίζεις
πολύ και συνέχεια σε παρότρυνε να το κόψεις, εσύ από την άλλη τον αγκάλιαζες,
ακούμπαγες στο στέρνο του σαν μικρό παιδί και άκουγες τον χτύπο της καρδιάς
του, τον λόγο ύπαρξης σου.
Ζαλίζεσαι.
Παραπατάς.
Εύχεσαι
να ήταν εδώ, όπως παλιά, που δεν φοβόσουν και σε κράταγε στη ζωή η ματιά του, ο
πόθος σου να τον δεις. Αυτός, που ακόμη κι αν έχει φύγει είναι δίπλα σου, παντού
γύρω σου και μέσα σου. Καταραμένες αναμνήσεις, τιμωρήστε την ακόμη μια φορά.
Πρέπει να φύγεις από εδώ, να ξεφύγεις από το χάος ,από το σκοτάδι του
παρελθόντος .Φοβάσαι, ότι αυτό το σπίτι, αυτή η ζωή είναι ποτισμένη με το άρωμα
του.
Φεύγεις,
περιπλανιέσαι μέσα στο άγνωστο της νύχτας. Μέσα σε δρόμους έρημους, μέσα σε
πάρκα άδεια. Τρέχεις, προσπαθώντας να ξεφύγεις από τις σκιές που ξεπροβάλλουν
μέσα από τους τοίχους, μορφές απόκοσμες ξεχασμένες, από τα μάτια του κόσμου.
Θυμάσαι;
Ένα βράδυ τις είχες δει να σε κοιτάνε επίμονα και παρατήρησες, πώς όταν τις
κοιτούσες ανταποκρίνονταν με ματιές και ουρλιαχτά, που διαπερνούσαν την σάρκα
σου και πάγωναν την ψυχή σου. Τα ουρλιαχτά τους, που αν τα παρατηρούσες
καλύτερα σχημάτιζαν λέξεις.
Θυμάσαι;
Λέξεις που σου έλεγε εκείνος...υποσχέσεις που ποτέ δεν κράτησε και λόγια ίδια
με το φύσημα του ανέμου. Ο μόνος άνθρωπος, που εμπιστεύτηκες. Φτάνεις στο
λιμάνι. Εδώ για πρώτη φορά τον είχες δει να αγναντεύει την θάλασσα σιωπηλός. Εκείνες
τις ατέλειωτες νύχτες με τις ατελείωτες συζητήσεις, ώσπου να ξημερώσει.
Θυμάσαι
που σαν τον κοιτούσες, έπεφτε το φως του φεγγαριού μέσα στα μάτια του που
έλαμπαν και έσπαγε την σιωπή του. Κάθε νύχτα, ήταν εκεί και σε περίμενε σαν να
ήξερε από την πρώτη στιγμή, τι θα ακολουθούσε. Ξαφνικά βλέπεις το παγκάκι, που
αντάλλαξε το πρώτο σας φιλί, εκεί που σε κράταγε αγκαλιά ατελείωτες ώρες και
που του μίλαγες σαν να τον ήξερες από πάντα. Που γέλαγε και ένιωθες ζωντανή.
Ξεσπάς σε κλάματα. Κόβεται η ανάσα σου. Χάνεις την γη κάτω από τα πόδια σου. Πνίγεσαι
μέσα στην σιωπή σου. Νιώθεις να χάνεις τα πάντα. Πέφτεις κάτω, δεν έχεις πλέον
τη δύναμη να σηκωθείς .Η μόνη σου σκέψη που σου τριγυρνάει το μυαλό, που σου
τρώει αργά τα σωθικά είναι Γιατί έφυγες;
Νιώθεις νεκρή.
Όμως ξέρεις, πως είσαι
ήδη νεκρή.
Η
πόλη είναι σκοτεινή, επιβλητική. ψάχνεις κάπου να βρεις ένα γνωστό σημείο. Ένας
λαβύρινθος γεμάτος από κόσμο, φωνές και καπνό .Οι σκιές είναι ακόμη πίσω σου,
δεν έχουν φύγει, αρχίζουν να σε φτάνουν. Περνάς ανάμεσα στον κόσμο και τους
κοιτάς γεμάτη φόβο, αλλά κανείς δεν σε βλέπει. Σε βλέπουν μα δεν σε κοιτάζουν.
Βλέπεις
τώρα τις σκιές να διαπερνούν μέσα από τα κενά σώματά τους. Τους φιμώνουν. Αηδιάζεις,
προσπαθείς να τις αποφύγεις ,ουρλιάζεις ζητάς έλεος! Κανείς δεν σε ακούει. Είσαι
μόνη σου. Βλέπεις το σπίτι σου. Τρελαίνεσαι, αλλά πρέπει να φανείς δυνατή. Τότε
μια τρελή ιδέα διακατέχει το μυαλό σου βγάζεις, από την τσέπη σου τα σπίρτα.
Μπαίνεις
μέσα στο σπίτι και βλέπεις ένα χάος, κοιτάς, μα δεν βλέπεις. Φοβάσαι πως θα δειλιάσεις
αλλά πλέον είναι πολύ αργά για λιποψυχίες! Αν δεν το κάνεις τώρα θα παραμείνεις
άπραγη για πάντα. Τον σκέφτεσαι να σε κυνηγάει μέσα στο σπίτι τότε που το σπίτι
ήταν γεμάτο χαρά.
Εκείνον,
που έφυγε, έτσι απλά από την ζωή σου. Πήρε ένα βράδυ τα πράγματά του και ποτέ
δεν γύρισε. Πάνε τρία χρόνια από τότε ποτέ δεν το ξεπέρασες. Τον μισείς αλλά
πιο πολύ εκείνη, που στον έκλεψε. Αυτό το μίσος τώρα σου οπλίζει το χέρι και
παίρνεις το μπιτόνι.
Θες
να τον τιμωρήσεις. Να τον σκοτώσεις. Μπαίνεις μέσα στην βιβλιοθήκη του. Τα
ράφια που στολίζουν τους τοίχους, ξεχωρίζεις ένα. Το πρώτο βιβλίο, που σου πήρε
δώρο. Δακρύζεις.
Το σπίτι γεμάτο σιωπή. Αυτοί
οι άσπροι τοίχοι σε τρελαίνουν.
Ακούς
κραυγές να προέρχονται από τους τοίχους. Ακούς την φωνή του, να σιγοτραγουδάει
ένα νανούρισμα, που σου έλεγε η μάνα σου. Τον ακούς να γελάει, γιατί μέσα σε
αυτό το δωμάτιο είχες κλείσει το γέλιο του. Αγγελική η μορφή του. Ήταν
μοναδικός. Δεν αντέχεις άλλο κάψτα όλα ,τι σκέφτεσαι!
Παίρνεις
το μπιτόνι και αρχίζεις και βρέχεις με μανία τα ράφια. Κοιτάς γύρω σου σκοτάδι
.Οι σκιές στους τοίχους σε τρομάζουν αλλά δεν σε νοιάζει. Φεύγεις από το
δωμάτιο, ανοίγεις την πόρτα του υπνοδωμάτιού σας. Οι σκέψεις σου μπαίνουν σε
τάξη. Αρχίζεις να λούζεις όλο το δωμάτιο μέσα στην βενζίνη. Ξαπλώνεις νωχελικά
επάνω του και ανάβεις τσιγάρο. Το τσιγάρο τελειώνει όπως και ο χρόνος σου, σε
λίγο θα ξημέρωνε .Πετάς την αναμμένη γόπα στην κουρτίνα. Η κουρτίνα αρχίζει να
φλέγεται, τα χρώματα, που παίρνει είναι τόσο όμορφα και ζωντανά, όσο ποτέ
άλλοτε. Δίπλα στο κρεβάτι το μπιτόνι μισό άδειο να σε καλεί.
Με
σταθερό χέρι το κρατάς και λούζεσαι. Κρατάς τα σπίρτα και με γρήγορες κινήσεις
ανάβεις το πρώτο ,το πετάς στο χαλί. Από την βιβλιοθήκη βγαίνουν οι φλόγες και
η μυρωδιά των καμένων βιβλίων σε ερεθίζει. Έχει τυλιχτεί στις φλόγες όλο σου το
σπίτι και στα αυτιά σου αντηχεί η μουσική από το τελευταίο σας βάλς.
Γαλήνη. Χαμογελάς ανάβεις
το τελευταίο σου τσιγάρο και σκέφτεσαι την τελευταία του φράση
"Εγώ θα είμαι πάντα
εδώ".
Το τσιγάρο τελείωσε .
Και το ρίχνω πάνω μου.
Γίνομαι ένα με τις
φλόγες.
Και τώρα επιτέλους.
Νοεμβρίου 13, 2018
Θάλασσα.
Πρώτη πράξη: H συνάντηση μου με τη θάλασσα.
Άκουγα τον ήχο της θάλασσας την νύχτα. Τα
μανιασμένα κύματα της να σκάνε στα βράχια της παραλίας.
-Θυμάσαι
εκεί που πηγαίναμε τα βράδια. Σου λέω.
Χάνω
τον έλεγχο. Θολώνω. Τα χέρια μου είναι τώρα αναμειγμένα μέσα στα μακριά μαλλιά
σου και έτσι μπορώ καλύτερα να ελέγχω τις κινήσεις του κεφαλιού σου, σε έκανα
να γονατίσεις, ενώ εσύ δεν έβγαζες άχνα, σαν να περίμενες την συνέχεια, σαν
καλοκαρδισμένο παιχνίδι μέσα στην βοή των κυμάτων μια τέτοια τρομερή νύχτα, θα
σε καταστρέψω. Θέλω να ξέρεις γιατί τα κάνω όλα αυτά.
Δεύτερη πράξη: Η πρώτη επαφή.
Βρίσκω
αρκετά γρήγορα την ψυχραιμία μου, μέσα σε μερικά δεύτερα επικράτησε σιωπή.
Κανείς από τους δυο μας δεν ακουγόταν, μόνο η βαριά μου ανάσα από τα τσιγάρα
και η μυρωδιά σου από αλκοόλ, μας συντρόφευαν. Η θάλασσα άρχισε να χάνει τη
δυναμικότητα της και τα κύματα, που έσκαγαν στα βράχια άρχισαν να ηρεμούν και
να επικρατεί απόλυτη σιγή ακόμη και εν μέσω της καταιγίδας.
Σου
άφησα τα μαλλιά απαλά, σου ακούμπησα πάλι το κεφάλι ευλαβικά αφήνοντας να
σχηματιστεί στα χείλια μου ένα χαιρέκακο χαμόγελο, ενώ εσύ έκανες ένα βήμα
πίσω. Ένιωθα τον φόβο σου, να μεγαλώνει. Παρατηρώ πώς στο πρόσωπο σου έρχεται
όλη η αλμύρα της θάλασσας. Σήμερα δεν έχει φεγγάρι, έτσι αδυνατώ, να δω καθαρά
τα χαρακτηριστικά του προσώπου σου, έτσι μόνο μπορώ μόνο να τα μαντέψω.
Προσπαθώ
να κρατήσω την ισορροπία μου και στέκομαι μπροστά σου. Σε κοιτώ με ευλάβεια,
ενώ παράλληλα σκέφτομαι, πως θα μπορέσω να ασελγήσω με την μεγαλύτερη
ικανοποίηση επάνω στο νεανικό, αψεγάδιαστο και ανήθικο κορμί σου. Σου απαγγέλλω
ποίηση. Στοίχους μου μίλαγαν για το πάθος, που μπορεί να αναπτύξει ένας
ερωτευμένος. Μπαίνω σε συνθήκη να υποκριθώ, πως δεν έγινε τίποτα, μόνο και μόνο
για να σε ηρεμήσω. Σου δίνω το χέρι μου, να προχωρήσουμε . Τελικά δεν είναι και
τόσο δύσκολο να χειραγωγείς κόσμο ή μάλλον εσύ είσαι πολύ αδαής, σκέφτομαι.
Παίρνω
δυνάμεις και οπλίζομαι με ψυχραιμία, ενώ τα χέρια μου καίνε. Ξάφνου σου δείχνω
ένα απόμερο μέρος στη παραλία, εκεί που επικρατεί απόλυτο σκοτάδι, μέσα σε μια
μικρή εσοχή των βράχων, εκεί που η γη συναντάει τη θάλασσα, εκεί σίγουρα κανείς
δεν θα ακούσει τα ουρλιαχτά σου.
Κάνεις
ένα βήμα πίσω και μου ζητάς να γυρίσουμε επειδή “φοβάσαι”. Σου
τραβάω το χέρι και προσπαθώ να σε σύρω μέσα στην εσοχή ,μέσα σε μερικά μόλις
δεύτερα του χρόνου με χτυπάς δυνατά στο στομάχι και ένας δυνατός πόνος με καταβάλει.
Σου αφήνω το χέρι.
Εσύ
τώρα προσπαθείς να τρέξεις, να κρυφτείς. Γεμίζω με οξυγόνο τα πνευμόνια μου και
ουρλιάζω το όνομα σου, τόσο δυνατά, μέχρι να μου κοπεί η ανάσα. Τα
μηλίγγια μου πονάνε και η ανάσα μου κόπηκε. Οι φλέβες στο πρόσωπο και στο λαιμό
μου έχουν φουσκώσει, το κεφάλι μου είναι βαρύ. Σηκώνομαι και έρχομαι να σε βρω.
Ακούω τα βήματα σου σαν αντίλαλο, την αναπνοή σου, που όσο προχωράς βαραίνει.
Άξαφνα σταματάω και σε βλέπω να κρύβεσαι πίσω από ένα μικρό ξέφωτο. Βλέπω τα
μαλλιά σου να ανεμίζουν και ακούω τον αέρα να εισβάλει βίαια μέσα στα ρούχα
σου. Σου παγώνει την κατάλευκη νεανική σου σάρκα.
Γοργά
εξαφανίζομαι, από το πεδίο ορατότητας σου και με μια δρασκελιά βρίσκομαι από
πίσω σου. Μπορώ σχεδόν να σε ακούσω να ψιθυρίζεις προσευχές. Είναι τόσο
διασκεδαστικό να σε καταδιώκω μέσα στο σκοτάδι. Το τέλος είναι κοντά. Ορμάω
επάνω σου και εσύ ουρλιάζεις. Σου κλείνω στο στόμα με το χέρι μου, σκέφτομαι,
πως μέσα σε αυτό το βελούδινο στόμα τοποθετώ το όργανο μου και να σε κάνω να
πνίγεσαι. Αυτή η σκέψη με αναστατώνει, με το άλλο μου χέρι ασελγώ στο σώμα σου,
σκίζοντας με μιας το λευκό σου φόρεμα, έτσι μπορώ να εξετάζω το στήθος σου.
-Έτσι δεν σου αρέσει,
όπως στο ζητούν οι πελάτες; Πάλι δεν λες τίποτα.
Αυτή
η σιωπή σου αρχίζει να με εκνευρίζει. Ποθώ να ακούσω τα ουρλιαχτά σου, το κλάμα
σου, τα παρακαλετά σου για έλεος. Το λίμπιντο μου αυξάνεται με
γεωμετρικούς ρυθμούς, μέχρι να κορυφωθεί, εκεί μέσα στο ζεστό σου κορμί. Σε
σέρνω με δύναμη μέχρι την εσοχή των βράχων.
Εσύ
υπέκυψες. Ξέρεις τα λάθη σου. Σε αρπάζω από τον λαιμό και σε σηκώνω. Αισθάνομαι
τις φλέβες από τον λαιμό σου να σφυροκοπούν σαν τρελές και τις πιέζω, όσο πιο
πολύ μπορώ. Είσαι αδύναμη και ούτε να αναπνεύσεις δεν μπορείς. Το πρόσωπο σου,
όσο πάει και αλλάζει χρώμα. Έρχομαι κοντά και σου ψιθυρίζω τις επιθυμίες μου,
με λόγια βλοσυρά και ιδιαίτερα περιγραφικά .Όσο τα ακούς εσύ με το άλλο μου
χέρι κατευθύνω το μικρό σου χέρι, με πίεση, να πιάσεις το πρόσωπο μου, που
καίει. Συνεχίζω να σου μιλάω, ενώ κατεβάζω το χέρι σου, όλο και πιο κάτω. Με
αγγίζεις και καίγομαι. Σε αρπάζω και σε κατεβάζω κάτω. Πέφτεις στα βράχια με
δύναμη. Νιώθω ανίκητος.
-Μου ανήκεις. Σου
λέω με ήρεμη φωνή και με μια δόση ειρωνείας. Εσύ υποκύπτεις.
Τρίτη πράξη: εσωτερικές σκέψεις.
Ήσουν
σχεδόν λιπόθυμη. Ήθελα να σε κάνω να πληρώσεις. Σε άρπαξα ξανά από τα μαλλιά
και με όλη μου τη δύναμη έβαλα το κεφάλι σου μέσα στο παγωμένο νερό. Η ανάγκη
μου να σε βλέπω, να υποφέρεις όλο και μεγάλωνε. Έτσι ήθελα να σε βλέπω να με
παρακαλάς, γονατιστή, όπως σε παρακαλούσα εγώ. Το είχα ανάγκη. Δεν περίμενα, να
συμβούν όλα αυτά, τόσο γρήγορα και το συναίσθημα της αγάπης, που είχα για το
πρόσωπο σου, να μεταμορφωθούν σε μίσος και εμπάθεια τόσο γρήγορα. Έγινε σχεδόν
ακαριαία, όταν σε είδα πρώτη φορά να κάνεις πιάτσα σε κακόφημους δρόμους. Τώρα
ακόμη σε βλέπω, από τον καθρέπτη του αμαξιού μου, να γαμιέσαι με τον κάθε
τυχάρπαστο. Όσο σας έβλεπα τα χέρια μου έτρεμαν, τα πόδια μου καθηλώθηκαν , και
αυτή η αιώνια σιγή που επικρατούσε-σχεδόν μπορούσα να ακούσω τα βογγητά σου-.
Όλοι οι μύες του σώματος μου μούδιασαν. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν
ξέρω καν πόση ώρα καθόμουν και κοίταζα σαν ηδονοβλεψίας, από το καθρέπτη. Δεν
είχα άλλη επιλογή από το να είμαι καθηλωμένος και να κοιτάζω, μέσα από την «κλειδαρότρυπα».
Πράξη τέταρτη: ο αποχαιρετισμός.
Αφήνω τις λέξεις να κυλάνε σαν χείμαρρος από το στόμα μου. Αυτή τη φορά δεν είναι βωμολοχίες αλλά η αλήθεια.
-Με
πονάει τόσο, όσο και εσένα. Με ήρεμο τόνο σου ψιθύριζα, όσο είχα το κεφάλι
σου, μέσα στο νερό. Έβλεπα με περισσή προσήλωση, την ανάγκη σου, να πάρεις ανάσα
και έβαζα όλο και περισσότερη δύναμη στα χέρια μου, ενώ εσύ «σπαρταρούσες
σαν το ψάρι».
Σήκωσα
το κεφάλι σου να πάρεις ανάσα και το σώμα σου, κυριολεκτικά έκανε σπασμούς. Σε
άφησα έτσι, για λίγο, γιατί φοβήθηκα. Μήπως και πέθαινες. Κάτι τέτοιο δεν το
ήθελα. Ακόμα.
Είχες
καταπιεί πολύ νερό και τα μάτια σου, όπως και όλο σου το πρόσωπο είχε ξεβάψει,
είχες μουτζουρωθεί. Μαύρα δάκρυα είχαν τώρα δημιουργηθεί απάνω στα κατακόκκινα
μαγουλά σου και το κατάλευκο φόρεμα σου είχε βραχεί, όπως και το σουτιέν σου.
Τα ανακατεμένα μαλλιά σου πήγαιναν, όπου τα κατεύθυνε ο άνεμος, ενώ τα υπόλοιπα
είχαν κολλήσει επάνω στο βρεγμένο σου ρούχο. Όταν μπόρεσες να βρεις το ρυθμό
της αναπνοής σου, εγώ ακόμη σε κρατούσα από τα μαλλιά. Άρχισες να κλαις γοερά
και να εκλιπαρείς για έλεος. Συνέχιζα να σου μιλάω και να σου λέω:
-Έπρεπε
να μου πεις την αλήθεια. Συνέχιζες να κλαις, καθώς γνώριζες
πολύ καλά τι επρόκειτο να συμβεί, όμως δεν έκανες κάποια κίνηση να με
σταματήσεις. Ίσως αν με είχες χτυπήσει, να είχες δραπετεύσει.
Δεν
άκουγες τι έλεγα. Το μόνο πράγμα, που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να με
ακούσεις, για πρώτη φορά στη ζωή σου. Έτσι έβαλα περισσότερη δύναμη στα χέρια
μου και σε έκανα να πονέσεις, κι άλλο. Από το σοκ άρχισες να χάνεις τις
αισθήσεις σου.
Εκεί
πραγματικά βγήκα εκτός εαυτού. Ήξερες, ότι κρατάω τη ζωή σου στα χέρια μου και
εσύ δεν με άκουγες; Άρχιζα να γελάω με μανία. Η σιωπή μου έσπασε. Δεν μπορούσα
να συγκρατήσω άλλο τον εαυτό μου. Έτσι αναδύθηκε, από μέσα μου, ο άλλος μου
εαυτός. Αυτός που ζητούσε εκδίκηση. Η λογική χάθηκε, για πάντα από μέσα μου,
νομίζω εκείνο το βράδυ. Νομίζω εκείνη την στιγμή σε μίσησα, πραγματικά. Το
χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη μου και η όψη μου μεταμορφώθηκε.
Μέσα
στο σκοτάδι σε τράβηξα πίσω. Σε καθήλωσα με την παρουσία μου και στα μάτια σου
αντανακλάται τώρα, μόνο ο φόβος. Ήθελα να σε βεβηλώσω και το έκανα με
ιδιαίτερη χάρη. Σε ξάπλωσα και σου ξέσκισα και το υπόλοιπο σου ρούχο. Άνοιξα το
παντελόνι μου και έσκισα το εσώρουχό σου. Ήσουν ανήμπορη να φωνάξεις βοήθεια,
έτσι ακουγόταν μόνο η βαριά μου ανάσα, που τώρα γίνεται όλο και πιο βαριά, από
την ηδονή. Να εισβάλλω μέσα στο κορμί σου κάθε φορά όλο και πιο βίαια, κάθε
φορά όλο και πιο δυνατά. Σε χτύπαγα στο πρόσωπο μέχρι να βγάλεις αίμα. Το αίμα
σου κυλούσε και αναμίχθηκε με τα μαύρα σχηματισμένα σου δάκρυα βγάζοντας μια βαθιά
απόχρωση κόκκινου.
Σου
κράταγα τα χέρια με δύναμη, μέχρι να ακουστεί αυτός ο ήχος που κάνει όταν το
κόκαλο σπάει. Αυτός ο ήχος, που τρυπάει τα αυτιά σου. Μόνο τότε έβγαλες, μια αχνή
κραυγή πόνου. Μετά πέρασα τα χέρια μου με ευλάβεια από το λαιμό σου για
να κρατάω αντίσταση.
Είναι
η πρώτη φορά, που έχανα τον έλεγχο, και αυτό δεν με τρόμαζε. Το κορμί μου έκαιγε σε
αντίθεση με το δικό σου, που ήταν πολύ κρύο. Ήρθα σχετικά αργά σε οργασμό,
γιατί ήθελα να το απολαύσω, όσο περισσότερο γινόταν. Είναι η τελευταία μας
φορά, βλέπεις και ήθελα να σου μείνει για πάντα αξέχαστη. Θέλω να είμαι ο
άνθρωπος, που μπορούσε να σου προκαλέσει, τόσο βαθιά τραύματα στη μνήμη, όσο
κανένας άλλος. Τελείωσα μέσα σου. Ένιωσα τα καυτά μου υγρά να σε κατακλύζουν.
Τώρα που έγινε και αυτό όλα πηγαίναν με βάση το σχέδιο μου. Το κομμάτι της
απόλαυσης είχε επέλθει και το τέλος ήταν μόλις ένα βήμα μακριά. Σηκώθηκα και
κούμπωσα γρήγορα το παντελόνι μου, ενώ εσύ έμεινες εκεί, ημίθανη.
Σε
παρατηρώ να είσαι χαμένη μέσα στον πόνο σου. Το βλέμμα σου χάθηκε. Η λάμψη των
ματιών σου έσβησε. Δεν ήθελα καν να σου μιλήσω. Απολάμβανα τον πόνο σου, έτσι
άναψα τσιγάρο, καθώς το είχα τόσο ανάγκη. Σε παρατηρούσα μέσα στο σκοτάδι, με
μόνη πηγή φωτός τον αναπτήρα, που κράτησα λίγο παραπάνω αναμμένο, για να
παρατηρήσω το έργο τέχνης μου.
Πέρασε πολύ ώρα και άρχισε πάλι να βρέχει.
Τα κύματα της θάλασσας πάλι χτυπάνε τούτη την γη, με
μανία.
Είδες στα μάτια μου να σε κοιτάζουν με μίσος.
Πρέπει να τελειώσω αυτό, που άρχισα.
Έτσι έσβησα το τσιγάρο και το φως χάθηκε μια για
πάντα.
Σε τράβηξα από τα μαλλιά.
Μετά άκουγα τον ήχο της μανιασμένης θάλασσας.
Τώρα κείτεσαι νεκρή μέσα στο νερό.
Έτσι μπόρεσα να βρω, ξανά τη γαλήνη μου.
Σεπτεμβρίου 28, 2018
Ασφυξία.
Κοιτάω τον κόσμο να
περνάει και κοιτάω συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις του δρόμου σαν κάτι να
περιμένω που όμως δεν έρχεται ποτέ. Παρατηρώ μέσα από τη χαραμάδα μιας κλειστής
πόρτας .Καρτερώ πάνω από ένα τηλέφωνο που όμως ποτέ δεν χτυπάει. Χαμένος μέσα στις
σκέψεις, μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω τις μέρες που διαδέχεται η μια μετά την άλλη, αρχίζω να νιώθω πως είμαι
εγκλωβισμένος και να με καταπίνει η σιωπή στο διαμέρισμα μου που γίνεται αποπνικτική
.Ο αέρας που φυσάει μέσα από το παράθυρο με παρασέρνει να βγω έξω και να αρχίζω
να ψάχνω για κάποιον.
Σεπτεμβρίου 23, 2018
Το καθαρτήριο.
Έρχεται ο καιρός και το κτήνος θα ξυπνήσει από τον λήθαργο του και θα ανεγερθεί από τις στάχτες.
Θα γεμίσουν οι δρόμοι ζόφο και αίμα, ο άνεμος θα μυρίζει και
θα παρασέρνει στο πέρασμα του τα υπολείμματα από τα αποκαΐδια σας.
Θα ξεσκίσει τις ψυχές σας και το μίσος μου θα χορεύει ρυθμικά
σαν σε έκσταση στον ήχο των ουρλιαχτών σας που θα ζητάτε έλεος.
Είθε τώρα που με καταδιώκετε να απολαύσετε την παροδική νίκη
σας, να αδράξετε καλά αυτήν εδώ την στιγμή και να φυλάξετε αυτές τις αναμνήσεις
γιατί θα είναι οι τελευταίες σας.
Η οργή του αποτελεί ηδονή για εμένα και το άρρωστο μυαλό μου.
Θα γελώ υστερικά από
την αιώνια φυλακή μου.
Θα απολαύσω κάθε λεπτό, κάθε δεύτερο που θα περνάει μέχρι να
κλείσω τα μάτια μου.
Τα απομεινάρια της
νεκρής σάρκας θα τα κάνω τέχνη και θα ζωγραφίσω με το αίμα σας, θα γευτώ την καμένη
σάρκα σας.
Θα σας κάνω να μετανιώσετέ για τον πόνο που σπείρατε μέσα μου, μέσα σε μια αθώα και
άλλοτε αγνή ψυχή.
Είθε να ανεγερθούν οι
πύλες της κολάσεως και εκεί να δείτε τον Δημιουργό σας, να κείτεται νεκρός.
Από τις στάχτες θα συνθέσω μελωδίες ακόμη και μουσική όπου
θα ηχεί ατέρμονα στους αιώνες.
Με τα κρανιά σας θα παίξω επάνω σε άδειες σκηνές θεάτρων .
Θα χορεύω αρμονικά με τους μανιασμένους οδυρμούς των απογόνων
σας που θα διαμελίζονται μπροστά στα μάτια των αγαπημένων τους.
Είθε να γνωρίσετε τώρα τον δικό μου δημιουργό.
Θα το κρύψω από τα μάτια του κόσμου για λίγο ακόμη , μέσα
στον υδάτινο τάφο μου.
Μυρίζω ήδη τον πόνο που θα σπείρει μπορώ σχεδόν να τον γευτώ.
Οι σαλπιγκτές αρχίζουν να παίζουν το εμβατήριο του τέλους .
Σείεται η γη και το φως χάνεται.
Σεπτεμβρίου 22, 2018
Το κτήνος.
Η πρώτη επαφή.
Η ενσάρκωση της τρέλας.
Νιώθω.
-Tι
νιώθεις?
-Τι νιώθω?
Νιώθω έναν αέναο και συνεχές άλγος. Βλέπω την ύπαρξη μου να
διαλύεται. Νιώθω, πως η μάσκα μου καταρρέει συνεχώς και τα θρυμματισμένα κομμάτια
κείτονται κάτω στο πάτωμα. Προσπαθώ να τα μαζέψω, μα όταν τα ακουμπάω γίνονται σκόνη, που τα παίρνει ο άνεμος.
Παρατηρώ, πως η συνεχής και ακατάληπτη προσπάθεια, που έχω κάνει
να ταρακουνιέται συθέμελα και να λικνίζεται ρυθμικά στα ρίχτερ ενός ανώτερου ψυχικά κατεστημένου, σαν τον
πύργο της Βαβέλ, όπου όσο κι αν τρέχω να προλάβω, δυστυχώς εκείνο όλο και
απομακρύνεται μέσα στις σκιές της μίζερης μου ύπαρξης.
Νιώθω, τις πιο διεστραμμένες και απρόσιτες πτυχές του εαυτού
μου να αναδύονται, μέσα σε ένα κύμα οργής και θυμού να παίρνουν όψη, ψυχή και
σάρκα, να αναδύονται μέσα από το συναισθηματικό χάος του μυαλού μου και να
γεννάται αργά και σταθερά ένα άνθος. Το άνθος του μίσους.
Νιώθω, τον εαυτό μου να θρυμματίζεται, να συρρικνώνεται και
να χωράει σε μια χούφτα παιδιού.
Να πετιέται κάτω με οργή και να σπάει σαν γυαλί όλη μου η
ύπαρξη, και το άνθος να παίρνει τη θέση της λογικής και της συνείδησής μου, να
με παρασέρνει σε απόμακρα μέρη του μυαλού μου, να μου δείχνει την αλήθεια την
αλήθεια, που τόσο καιρό αγνοούσα, την αδυναμία της ύπαρξης μου αλλά και
ολόκληρου του ανθρώπινου είδους. Τον πόνο και την θλίψη τώρα να μου οπλίζουν τα
κατεστραμμένα μου χέρια, που είναι γεμάτα πληγές και να απελευθερώνεται η
ενέργεια μου, μέσα από το αίμα και τη φωτιά. Να μου γελάνε με ειρωνεία και η
ενέργεια μου να συμπυκνώνεται, μέσα στο σώμα μου.
Αφουγκράζομαι την
κραυγή του σπασμένου εαυτού μου, που μου προκαλεί ηδονή και ο πόνος της σάρκας να
γίνεται απόλαυση, ο μόνος μου σκοπός τώρα πια είναι η τιμωρία της.
Νιώθω, πως η πνευματική αναζήτηση μου μόλις άρχισε και
γνωρίζω, πως θα είναι δύσκολο να ανακαλύψω και να κατανοήσω την αλήθεια, όμως ο
οδηγός μου στο ταξίδι με στηρίζει και το άνθος του μίσους θα είναι εκεί, και θα απορροφάει
την ενέργεια μου, έτσι θα ανθίζει και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Μέσα σε
χιονισμένα τοπία, θα είναι εκεί, μέσα σε πυρήνα μέτωπα, θα είναι εκεί, να
διαισθάνεται την καμένη μου σάρκα, ακόμη
κι αν προσπαθήσω να το αποβάλω θα είναι εκεί. Όπως ήταν πάντα μέσα μου.
Σταματάω πλέον την προσπάθεια να το ξεριζώσω, όπως άλλοτε, τώρα θα το προστατεύω. Γνωρίζω, όμως πως ο άνθρωπος ποτέ δεν είχε θέση στον άυλο, αυθύπαρκτο κόσμο
των ιδεών αλλά σαν ένας νέος Δάντης θα προσπαθήσω να παραβρεθώ, να δω και να
κλέψω την αλήθεια, σαν ένας άλλος Προμηθέας να μεταλαμπαδεύσω στη νεκρή μου όψη, τα αληθινά χαρακτηρίστηκα της και να την ολοκληρώσω. Να πάω κόντρα στη φύση μου
και να μεταμορφωθώ από ημιτελές βδελυρό πλάσμα, σε ένα πλάσμα ολοκληρωμένο. Όσο
δύσκολο κι αν είναι, θα συνεχίσω το ταξίδι μου και εν τέλει, να φτάσω το ανώτερο
ψυχικά πλάσμα, που πάντοτε μου προκαλούσε δέος, μα και φόβο. Να το κοιτάξω
κατάματα και να του κρατήσω το χέρι. Αυτός είναι ο σκοπός μου, να αναδυθώ από
τις στάχτες του εαυτού μου.
-Τι νιώθω? Νιώθω το μίσος να μου οπλίζει το χέρι να
σηκώνομαι και να προχωράω, να με παρασέρνει το πάθος μου, μα η λογική μου πλέον
να είναι ο σταθερός παράγοντας, που πάντοτε ήταν. Βλέπεις η μάσκα μου έπεσε, αλλά
υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο πίσω από αυτήν,το πραγματικό πρόσωπο μου.
Νιώθω πάλι ο εαυτός μου.
Απριλίου 17, 2018
Κανένα ωραιοποιήμενο ταξίδι.
Ήταν θυμάμαι μια από τις πιο κρύες νύχτες που είχα ζήσει,
εκείνο το καλοκαίρι.
Όπως έλεγαν εκείνοι ήμουν καθαρή ένα ολόκληρο χρόνο, μέσα σε
εκείνο το σάπιο μέρος.
Καθαρή...μια λέξη με τόσα νοήματα.
Και τι σημαίνει άραγε καθαρή νομίζεις πώς ξέρουν?
Θα σου πω εγώ, τι σημαίνει. Αβάστακτοι πόνοι να κυριαρχούν
το κορμί σου κάθε λεπτό, που αναπνέεις. Να λιώνει το βλέμμα σουρεαλισμός. Να
χάνεσαι μέσα στο λευκό κλουβί, που σε κρατάνε αιχμάλωτο σαν το αγρίμι. Να
νιώθεις τις φλέβες σου να σπάνε και κάθε μέρα. Να την αποζητάς όλο και
περισσότερο. Να πέφτεις κατάχαμα στο πάτωμα και να έχεις σπασμούς σε όλο σου το
σώμα κάθε μέρα. Να επιδιώκεις τον θάνατο. Στα χέρια μου βλέπω τα σημάδια της
σύριγγας και να κόβομαι στα δυό. Το τοπίο να 'ναι θολό και μέσα του να
αργοσβήνει το μυαλό μου. Να πεθαίνεις κάθε νύχτα στο κρεβάτι του κέντρου-το
κρεβάτι του θανάτου-.Θα προτιμούσα εκείνη την τελευταία φορά να την είχα κάνει
καθαρή την δόση με ακούς? Να τελείωνε αυτό το μαρτύριο. Να έκανα εκείνο το
ταξίδι που τόσο επιθυμούσα στην άσφαλτο.
Το κέντρο αποτοξίνωσης ήταν το μέρος όπου χωρούσαν όλα τα
πρεζάκια της Αθήνας και των περιχώρων σαν και του λόγου της. Το μέρος όπου
έχασε και το μυαλό της.
Ξέρεις και τα πρεζάκια έχουν δικαιώματα, φώναζα, μα κανείς
δεν με άκουγε. Είμαστε και εμείς άνθρωποι, σαν και εσάς, όμως μας έβλεπαν και
ποτέ δεν μας κοίταζαν στα μάτια. Είμαστε τα φαντάσματα της νυχτερινής Αθήνας, η
πόλη ανήκει σε εμάς την νύχτα! Για όλους αυτούς δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά
βδελύγματα της δίκαιης και συνετής κοινωνίας Τους. Όλοι μας κάνουν πέρα! Ακόμη
και η ύπαρξη μας μόνο είναι τόσο αποκρουστική, που με μια κίνηση η "καθώς
πρέπει" μητέρα αποστρέφει την προσοχή στο μικρό της αγγελούδι, που σε
ηλικία μόλις 4 ετών, αντικρίζει το πρώτο πτώμα στα στενά της Αθήνας μέρα
μεσημέρι, κάπου στην οδό Πανεπιστημίου. Το τραβάει δυνατά από το χέρι, με
επικριτικό βλέμμα, το προστάζει να κοιτάξει αλλού και εκείνο υπακούει, που να
φανταζόταν, όμως ότι ακριβώς μετά από 16 μόλις χρόνια "το μικρό της
αγγελούδι" θα ήταν εκείνο στη θέση αυτή ,να κείτεται νεκρή στην άσφαλτο,
με μόνο της υπάρχων την πλαστική της σύριγγα κολλημένη στο χέρι.
Είμαστε τα παιδιά ενός κατώτερου θεού. Να βρισκόμαστε στην
άσφαλτο νεκροί και μόνοι. Να ουρλιάζουμε από πόνο και κανείς να μην μας ακούει,
ούτε ο ίδιος ο Θεός. Αυτός ο Θεός που ποτέ δεν είδα την ευσπλαχνία στο βλέμμα
του. Τον μισώ τον Θεό με ακούς? Ξέρω καλά, πως αυτές τις τελευταίες μου ώρες,
τον νιώθω, να με παρατηρεί και να γελάει επικριτικά, εις βάρος μου.
Είναι τόσο ειρωνικό δεν το βλέπεις?
Σήμερα νωρίς το πρωί με άφησαν ελεύθερη να φύγω από το
κέντρο αποτοξίνωσης.
Ένιωθα τον ήλιο να καίει τη σάρκα μου. Σήκωσα να κοιτάξω τον
γαλανό ουρανό μα το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν την μεγάλη πινακίδα του
απέναντι κτηρίου .Τα μάτια μου έτσουζαν. Η καμένη βενζίνη των οχημάτων σε
συνδυασμό με το θερμόμετρο να αγγίζει τους, 43 βαθμούς κελσίου υπό σκιά, με
έκανε να λιώνω. Η Αθήνα καιγόταν κυριολεκτικά. Η ένταση στο κέντρο της πόλης με
έκανε, να θέλω, να τρέξω μακριά. Δεν είχα συνηθίσει να βλέπω την Αθήνα πρωί και
ομολογώ, πως το χάος της πόλης με παρέσυρε. Η φασαρία της, το πλήθος ανθρώπων
κοινωνικά απομονωμένο στη δική του γκρίζα πραγματικότητα με έκανε να καταλάβω,
πώς δεν είχα λείψει, ούτε μια μέρα. Η πρώτη μου σκέψη τώρα, που είμαι πλέον
ελεύθερη, ήταν να γίνω ένα με τον ρυθμό της. Να γίνω ένα με την άλλη πλευρά της
πόλης, που ποτέ δεν είχα προλάβει να δω. Να ακολουθήσω τους φρενήρεις ρυθμούς
της. Έτσι άγνωστη μεταξύ αγνώστων, επιβιβάστηκα στο Μετρό, με προορισμό το άγνωστο.
Περιπλανήθηκα όλη τη μέρα σχεδόν όμως ήξερα πώς η ώρα
ερχόταν και αυτή τη φορά ήμουν έτοιμη άρχιζα να νιώθω το αίμα μου να βράζει,
την καρδιά μου να με τσιμπάει, το στέρνο τις παλάμες μου να ιδρώνουν. Γύρω στις
δώδεκα το βράδυ είχα φτάσει.
Ακολούθησα την άλλοτε γνωστή διαδρομή μου προς τη στοά. Όμως
κάτι είχε αλλάξει. Δεν μπορούσα να το προσδιορίσω αλλά ένιωθα αλλόκοτα. Η
διαδρομή ήταν γνωστή. Χωρίς να το καταλάβω άρχιζα και ένιωθα τις φλέβες μου να
κάνουν σπασμούς ξανά. Έτρεμαν τα πόδια μου.
Μήπως θα έπρεπε να φύγω; "
Μπορώ να αλλάξω το τέλος μου, μπορώ να γυρίσω στο σπίτι μου
και όλα αυτά να τελειώσουν".
Σταματάω. Άρχιζα να αναπολώ το σπίτι μου, το πρόσωπο της
μάνας μου. Το χαμόγελο της. Δάκρυα άρχιζαν να κυλάνε στο ωχρό μου πρόσωπο. Το
βλέμμα αηδίας κάθε φορά που γύρναγα στο σπίτι "φτιαγμένη", όμως η
μανούλα μου, ποτέ δεν ήταν εκεί. Ποτέ δεν ήθελε να με δει σε αυτήν την
κατάσταση, έτσι δούλευε ατελείωτες ώρες ή κοιμόταν στον γκόμενο.
Μόνο ο μεγάλος καθρέφτης στο σαλόνι ήταν εκεί και το είδωλό
μου που διαγραφόταν μέσα του. Ένα είδωλό αποκρουστικό. Μέσα του έβλεπα μια
κοκαλιάρα με ωχρή όψη και με τρυπημένες φλέβες. Ματιά βυθισμένα στο σκελετωμένο
κρανίο της, με μαλλιά άλλοτε μακριά μαύρα, τώρα ξυρισμένα σύριζα .
Η μάνα μου δεν ήρθε να με δει ποτέ στο κέντρο, ούτε μια
φορά. Άρχιζα, να γελάω με μανία! "Εγώ σε κάθε ΓΑΜΗΜΕΝΗ επίσκεψη σε
περίμενα! Που ήσουν, όταν έλιωνα στον δρόμο; Που ήσουν, όταν με μάζευε η
αστυνομία; Που είσαι τώρα;" Ούρλιαζα μέσα στο δρόμο. Τα πόδια μου δεν
άντεξαν και έπεσα. Πονάω, γιατί ποτέ της δεν μου στάθηκε. Οι σπασμοί στο σώμα
μου αρχίζουν και γίνονται αβάστακτοι "άλλο ένα ξέσπασμα" σκεφτόμουν
και καμιά βοήθεια από πουθενά. "Ήθελα μόνο να έρθεις και να με πάρεις από
εκείνη την επίγεια κόλαση και να πηγαίναμε μαζί σπίτι! Που είσαι;" Η φωνή
μου άρχιζε να σπάει. Τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα και οι ερωτήσεις αυτές έπαιζαν
σε επανάληψη ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι μου και η μόνη μου σκέψη ήταν, πως
έπρεπε απόψε να φέρω, εις πέρας την μεγαλύτερη επιθυμία μου.
Κράταγα το κεφάλι μου σφιχτά και όντας κουλουριασμένη
αποφάσισα να κάτσω εκεί για λίγο, κάτω στα καυτά, βρώμικα και σπασμένα πλακάκια
της Οδού Τοσίτσα. Τα χέρια μου έτρεμαν, χρειαζόμουν επειγόντως την δόση μου.
Πιάνω από την ξεφτισμένη τσάντα μου ένα κλεμμένο πακέτο τσιγάρα. Το κοίταξα,
άνοιξα και είδα ότι είναι το τελευταίο δίπλα του δεσπόζει η μικρή μου σύριγγα.
Ανάβω τσιγάρο, όσο περνάει η ώρα οι σπασμοί άρχιζαν και υποχωρούν. Τα χέρια μου
σταματάνε να τρέμουν και εγώ άρχιζα να χάνομαι στις σκέψεις μου.
Όλη μου η ζωή ήταν ένα ταξίδι, σκεφτόμουν. Μια διαδρομή
πάντα κάπου ήθελα να πάω.Σήμερα θα ήταν το τελευταίο μου.
Έσβησα το τσιγάρο. Πέρασα το δρόμο και τώρα είμαι στην
τελική ευθεία του δρόμου. "Ο εκδότης του εισιτηρίου μου ήταν εκεί, στο
ίδιο σημείο κάθε μέρα, πούλαγε τα εισιτήρια του στις χαμένες ψυχές για το
ταξίδι τους.
-Χάθηκες, που ήσουν Αννούλα μου τόσο καιρό; Έλα σε έχω
φτιάξει...το γνωστό να φανταστώ; Μου λέει με σταθερή φωνή.
Τον αντίκρισα και είδα πως και εκείνος είχε αλλάξει πολύ
είχε χλομιάσει και μύριζε από πάνω μέχρι κάτω χόρτο. Με σιγουριά του λέω
-Όχι θέλω καθαρή σήμερα Παύλο...και μεγάλη δόση έχω
λεφτά". Με κοιτάει με απόρροια και αρχίζει να φωνάζει.
-Μικρή μην κάνεις καμιά μαλακία και βρω εγώ το μπελά μου!
Εγώ μωρή μαλακισμένη φυλακή δεν ξανά πάω! ακούς μωρή; Τα μάτια του γυάλιζαν.
Χωρίς να το καταλάβω με είχε κολλήσει στον τοίχο και με
πίεζε με δύναμη στο λαιμό .Τα πόδια μου δεν ακούμπαγαν το έδαφος, δεν μπορούσα
να αναπνεύσω. Τα ματιά του έλαμπαν και οι φλέβες του προσώπου του είχαν όλες
διογκωθεί. Μέσα στα μάτια του διέκρινα φόβο και απελπισία. Φόβο να μην
ξαναπεράσει, ότι είχε περάσει στο παρελθόν. Πρώτη φορά έβλεπα τον Παύλο να
εκφράζεται. Αυτό σήμαινε, πως δεν είχε χάσει τα πάντα. Μέσα στο πνιγμό μου
χαμογέλασα, αφού το είδε σταμάτησε να με σφίγγει και με έσυρε αργά κάτω στο
έδαφος με το χέρι του ακόμη στο λαιμό μου.
-Τι την θες τη καθαρή; Θα πας το ταξίδι τελικά;
-Ναι Παύλο ήρθε η ώρα μου... Αποκρίθηκα με σιγουριά μέσα
μου. Σήμερα είναι η βραδιά μου, σκέφτηκα.
-Καλό ταξίδι μικρή θα μου λείψεις.
Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε.Και τώρα...
Κανένα ωραιοποιημένο τέλος για την ηρωίδα.
Ήταν ακόμα ένα παιδί που ξεψύχησε στην άσφαλτο.
Κανένα δακρύβρεχτο αντίο.
Καληνύχτα Αθήνα...
Με θυμάμαι θολά να περπατάω με τη καρδία στο στόμα να
καταρρέω μέσα στο δρόμο και κοιτάω γύρω μου γεμάτη φόβο αλλά και με νοσταλγία.
Τώρα ετοιμάζομαι να φύγω επιτέλους.
Είμαι εδώ σε ένα στενό της Πανεπιστημίου κάθομαι σε κάτι
σπασμένα σκαλοπάτια από μάρμαρο. Απλώνω τα τσακισμένα πόδια μου στο πεζοδρόμιο,
τα νιώθω να καίνε. Ξεκινάω την γνωστή προετοιμασία βήμα προς βήμα.
Βήμα πρώτο: Δένω σφιχτά το λάστιχο ξανά στο χέρι μου πόσο
μου έλειψε η αίσθηση του πλαστικού επάνω στη πονεμένη σάρκα μου να με πιέζει με
δύναμη.
Βήμα δεύτερο: Θολώνει το μυαλό μου και εστιάζω στο στόχο μου
χωρίς να σκέφτομαι τίποτα άλλο ,όμως φευγαλέα, μου περνάει από το μυαλό το
πρόσωπο της μητέρας μου.
Βήμα τρίτο: Βγάζω από τη τσέπη μου τον αναπτήρα. Κοιτάζω με
προσοχή το τσακισμένο κουτάλι.
Κάτι διακόπτει τον συλλογισμό μου...
Κοιτάω έντρομη το δρόμο, καθώς από μακριά ακούω φασαρία ,να
μην με πιάσουν, οι μπάτσοι, όχι αυτή τη φορά, αν βιαστώ, δεν θα με προλάβουν,
όπως την προηγούμενη φορά.
Θέλω να ταξιδέψω.
Εστιάζω στη δουλεία μου.
Βήμα τέταρτο: Βγάζω το εισιτήριο μου από το σακουλάκι και το
αδειάζω στο κουτάλι και βγάζω το τελευταίο κομμάτι βαμβάκι από τη τσάντα μου.
Κόβω με τα βρόμικα μου χέρια ένα μεγάλο κομμάτι και το τοποθετώ επάνω στο
κουτάλι .
Βήμα πέμπτο: Βγάζω την σύριγγα από το πακέτο με τα τσιγάρα
και την τοποθετώ επάνω στο βαμβάκι και ρουφάω την καθαρή μου δόση.
Βήμα έκτο: Χτυπάω με τα δύο δάχτυλα μου την φλέβα στο
μπράτσο με ευλάβεια. Βάζω την σύριγγα στη φλέβα μου. Τραβάω λίγο αίμα και το
αναμιγνύω με την δόση.
Βήμα έβδομο: Σφίγγω και άλλο το λάστιχο στο μπράτσο μου.
Βήμα ένατο: Γεμίζω τη σύριγγα.
Βήμα δέκατο: Και τελευταίο πατάω τη τελευταία καθαρή δόση
και ξεσφίγγω το λάστιχο και νιώθω την ηρωίνη να μου παγώνει την ψυχή και τις
φλέβες μου να συστέλλονται, όλο και πιο γρήγορα, όπως παλιά.
Κοιτάω για μια τελευταία φορά τον ουρανό. Σήμερα έχει
πανσέληνο. Αντικρίζω την Αθήνα για μια τελευταία φορά. Κλείνω τα μάτια μου.
Είμαι έτοιμη.
Την τελευταία στάση στο ταξίδι μου.
Κανένα ρομαντικό ταξίδι.
Κανένα ωραιοποιημένο τέλος για την ηρωίδα.
Ήταν ακόμα ένα παιδί που ξεψύχησε στην άσφαλτο.
Κανένα δακρύβρεχτο αντίο.
Καληνύχτα Αθήνα...
ΖΝ
