Κοιτάω τον κόσμο να
περνάει και κοιτάω συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις του δρόμου σαν κάτι να
περιμένω που όμως δεν έρχεται ποτέ. Παρατηρώ μέσα από τη χαραμάδα μιας κλειστής
πόρτας .Καρτερώ πάνω από ένα τηλέφωνο που όμως ποτέ δεν χτυπάει. Χαμένος μέσα στις
σκέψεις, μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω τις μέρες που διαδέχεται η μια μετά την άλλη, αρχίζω να νιώθω πως είμαι
εγκλωβισμένος και να με καταπίνει η σιωπή στο διαμέρισμα μου που γίνεται αποπνικτική
.Ο αέρας που φυσάει μέσα από το παράθυρο με παρασέρνει να βγω έξω και να αρχίζω
να ψάχνω για κάποιον.
Σηκώνομαι και πάω να
βγω έξω να τον αναζητήσω.
Κρατάω το κρύο πόμολο της
πόρτας γερά όμως κάτι με σταματάει ,ανοίγω και βλέπω από το ματάκι της πόρτας εικόνες
φρίκης .Οι άνθρωποι πλέον δεν είναι έτσι όπως τους θυμόμουν έχουν φρικτές μορφές
,τα μάτια τους είναι γεμάτα μίσος και οι ψυχές τους είναι άδειες. Τα στόματα τους
είναι φιμωμένα και στα πόδια τους έχουν αλυσίδες. Ίσως αυτός που περιμένω να είναι
και αυτός έτσι και για αυτό να είμαι εδώ μέσα ,σκάφτομαι. Κάνω ένα βήμα πίσω .Ξέρω
πως περιμένω κάποιον αλλά δεν θυμάμαι το πρόσωπο του ,ούτε το όνομα του. Αλλά αν
τον βρω μπορεί να με θυμηθεί εκείνος .Γυρνάω
και κοιτάω το ρολόι του τοίχου που είναι σταματημένο .Ο άνεμος από το παράθυρο
εισβάλει βίαια μάσα στο δωμάτιο και σπάει το τζαμί του παραθύρου. Γυρνάω να κοιτάξω
τον εσωτερικό χώρο από το σπίτι μου και αντικρίζω ένα ρημαγμένο δωμάτιο με σπασμένα
έπιπλα, αίματα και βρωμιές στους τοίχους, γυαλιά παντού και το ρολόι του τοίχου
να είναι πεταμένο τώρα στο πάτωμα και οι δείχτες του να κείτονται δίπλα του.
Τρέχω στο μπάνιο και βλέπω
πως ο καθρέφτης είναι και αυτός σπασμένος και τα θρυμματισμένα κομμάτια του που
είναι στο πάτωμα αντανακλούν την ωχρή μου όψη.
Νιώθω το κρύο του δωματίου να μου παγώνει το αίμα, βλέπω επίσης
τα χεριά μου να είναι γεμάτα αίματα και πληγές.
Οι τοίχοι του σπιτιού
μου αρχίζουν να συστέλλονται και ο χώρος να γίνεται όλο και πιο μικρός. Προσπαθώ
να βγω ,να φτάσω την εξώπορτα που τώρα την βλέπω να απομακρύνεται όλο και πιο πολύ
και να μετατρέπεται σε ένα τεράστιο σκοτεινό διάδρομο και το φως που έμπαινε από
το παράθυρο να μειώνεται σταδιακά. Αρχίζω να ουρλιάζω για βοήθεια μα κάνεις δεν
με ακούει. Το μόνο που ακούω είναι την βαριά μου ανάσα και των ήχων των γυαλιών
από το παράθυρο να τρικλίζει και να σκίζει το ύφασμα της κουρτίνας. Πρέπει να
βγω από εδώ να ζητήσω βοήθεια. Κοιτώ προς την πλευρά του παράθυρου διπλά από την
βιβλιοθήκη μα το παράθυρο δεν είναι εκεί ,«δεν είναι δυνατόν μα πριν λίγο…» ακούω
έναν εκκωφαντικό ήχο από τη κουζίνα .Τρέχω να δω τι συμβαίνει ,οι τοίχοι αρχίζουν
να έρχονται όλο και πιο κοντά μου. Αρχίζω να μυρίζω κάτι. Βλέπω στην άλλοτε ταχτοποιημένη
κουζίνα μου να τρέχει νερό από τον σπασμένο νεροχύτη και όλα τα ντουλάπια να είναι
άδεια και τα αντικείμενα να είναι και
αυτά θρυμματισμένα στο πάτωμα.
Αρχίζω και νιώθω την αναπνοή
μου να γίνεται όλο και πιο βαριά ,με έχει καταβάλει το αίσθημα του φόβου και τα
μάτια μου να θολώνουν. Το φως έχει χαθεί εντελώς. Το πάτωμα έχει γεμίσει βρώμικο νερό και τα γυμνά μου πόδια να πονάνε
από τα κοψίματα των σπασμένων γυαλών . Βλέπω όμως μια φλόγα να έρχεται από την κρεβατοκάμαρα
μου, προσπαθώ να φτάσω εκεί και αντικρίζω το δωμάτιο μου να φλέγεται και ο καπνός
να κάνει ακόμη πιο δύσκολη την αναπνοή μου. Όλα μου τα βιβλία και τα ρούχα να
έχουν παραδοθεί στις φλόγες προσπαθώ να πάω στο μπάνιο να πάρω τον κουβά να
σβήσω τις φλόγες όμως είναι αργά η φωτιά είναι ανεξέλεγκτη και σπίθες αρχίζουν
να πετάγονται στον υπόλοιπο χώρο. Οι φλόγες τώρα αρχίζουν να σιγοκαίνε όλα μου
τα αντικείμενα στο σπίτι καθώς οι σπίθες έχουν επεκταθεί .Αρχίζω και
δυσκολεύομαι να αναπνέω και χάνω την ισορροπία μου. Πέφτω στο πάτωμα και αρχίζω
να τρέμω ,φοβάμαι και ο καπνός αρχίζει να γίνεται ακόμα πιο αποπνικτικός.
Νιώθω να χάνομαι και η
μόνη μου σκέψη είναι εκείνο το άτομο, πρέπει να σηκωθώ να καλέσω για βοήθεια
προσπαθώ να συρθώ μέχρι το τηλέφωνο ενώ οι πόνοι της σάρκας μου αρχίζουν και με
καταβάλλουν. Τα πόδια μου αρχίζουν να καίγονται και να μυρίζω την καμένη μου
σάρκα μέσα σε μια αποτρόπαιη και βίαιη σκηνή με έχει καταβάλει ο πανικός.
Σέρνομαι με δυσκολία, σχεδόν δεν μπορώ να περάσω ,οι τοίχοι τώρα απέχουν
ελάχιστα χιλιοστά από το μισό-καμένο κουφάρι μου και βλέπω το τηλέφωνο που έχει
πέσει στο πάτωμα με μια γρήγορη κίνηση το αρπάζω ,αρχίζω να σχηματίζω το
νούμερο της άμεσης δράσης αλλά το τηλέφωνο είναι νεκρό και αυτή ήταν η μόνη
ελπίδα μου για βοήθεια .
Έτσι μόνος κείτομαι στο
πάτωμα ηττημένος αφήνω την τελευταία μου πνοή .
Όμως πριν κλείσω τα
μάτια μου θυμάμαι να κοιτάω το είδωλο μου στα σπασμένα κομμάτια του καθρέφτη από
το πάτωμα και μου φαινόταν ξένη η όψη μου, δεν έχει σημασία τίποτα πια αφήνομαι
να παραδοθώ στις φλόγες. Έτσι άδικα φεύγω. Κλείνω τα μάτια μου.
Η σιωπή του σπιτιού σπάει
βίαια με τον ήχο του τηλεφώνου και ακούγεται σαν απόηχος σε όλη την πολυκατοικία
αργά το βράδυ και από κάπου μακριά ένα μήνυμα που δεν απαντήθηκε ποτέ στον τηλεφωνητή
παραμένει εκεί και ο παραλήπτης είναι απών.
Αρκετές μέρες αργότερα
ανακαλύπτουν το πτώμα του νεκρού άνδρα καθώς βρισκόταν σε προχωρημένη σήψη.
Οι δύο αστυνομικοί μπαίνοντας στο σπίτι αντικρίζουν το πτώμα το οποίο κείτεται
στο πάτωμα και στο χέρι του βρίσκεται το τηλέφωνο. Μια χαλαρή συζήτηση μεταξύ
των δύο ανδρών ελαφραίνει το επιβαρυμένο κλίμα της πρωινής τους βάρδιας σε ένα
άλλοτε κατάλευκο και τακτοποιημένο σπίτι στον τρίτο όροφο.
Αιτία θανάτου: Ασφυξία.
ZN
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου