Νοεμβρίου 13, 2018

Θάλασσα.


Η ανταριασμένη θάλασσα

Πρώτη πράξη: H συνάντηση μου με τη θάλασσα.


Άκουγα τον ήχο της θάλασσας την νύχτα. Τα μανιασμένα κύματα της να σκάνε στα βράχια της παραλίας.


-Θυμάσαι εκεί που πηγαίναμε τα βράδια. Σου λέω.
Σε κοιτάω τώρα γεμάτος αηδία. Σε έχω επιτέλους ξανά μπροστά μου, μετά από τόσο καιρό, μπορώ να εκπληρώσω τη βαθύτερη επιθυμία μου. Ζαλισμένος από τη μυρωδιά σου, σε αγγίζω και εσύ δεν ανταποκρίνεσαι, είσαι ψυχρή απέναντι μου. Θέλω να σου δώσω ένα μάθημα, με μια γρήγορη κίνηση σε καθηλώνω και αρχίζω να σου ουρλιάζω μέσα στο αυτί λέξεις, όπου ποτέ ένας πολιτισμένος άνθρωπος δεν έλεγε. Βωμολοχίες σαν αυτές, που άκουγες, όταν πήγαινες στους οίκους ανοχής στο κέντρο της πόλης. Ο ήχος που έβγαζα δεν ήταν ανθρώπινος ,έμοιαζε σαν ουρλιαχτά των άγριων ζώων, όταν είναι πληγωμένα.
Χάνω τον έλεγχο. Θολώνω. Τα χέρια μου είναι τώρα αναμειγμένα μέσα στα μακριά μαλλιά σου και έτσι μπορώ καλύτερα να ελέγχω τις κινήσεις του κεφαλιού σου, σε έκανα να γονατίσεις, ενώ εσύ δεν έβγαζες άχνα, σαν να περίμενες την συνέχεια, σαν καλοκαρδισμένο παιχνίδι μέσα στην βοή των κυμάτων μια τέτοια τρομερή νύχτα, θα σε καταστρέψω. Θέλω να ξέρεις γιατί τα κάνω όλα αυτά.


Δεύτερη πράξη: Η πρώτη επαφή.


Βρίσκω αρκετά γρήγορα την ψυχραιμία μου, μέσα σε μερικά δεύτερα επικράτησε σιωπή. Κανείς από τους δυο μας δεν ακουγόταν, μόνο η βαριά μου ανάσα από τα τσιγάρα και η μυρωδιά σου από αλκοόλ, μας συντρόφευαν. Η θάλασσα άρχισε να χάνει τη δυναμικότητα της και τα κύματα, που έσκαγαν στα βράχια άρχισαν να ηρεμούν και να επικρατεί απόλυτη σιγή ακόμη και εν μέσω της καταιγίδας.
Σου άφησα τα μαλλιά απαλά, σου ακούμπησα πάλι το κεφάλι ευλαβικά αφήνοντας να σχηματιστεί στα χείλια μου ένα χαιρέκακο χαμόγελο, ενώ εσύ έκανες ένα βήμα πίσω. Ένιωθα τον φόβο σου, να μεγαλώνει. Παρατηρώ πώς στο πρόσωπο σου έρχεται όλη η αλμύρα της θάλασσας. Σήμερα δεν έχει φεγγάρι, έτσι αδυνατώ, να δω καθαρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου σου, έτσι μόνο μπορώ μόνο να τα μαντέψω.
Προσπαθώ να κρατήσω την ισορροπία μου και στέκομαι μπροστά σου. Σε κοιτώ με ευλάβεια, ενώ παράλληλα σκέφτομαι, πως θα μπορέσω να ασελγήσω με την μεγαλύτερη ικανοποίηση επάνω στο νεανικό, αψεγάδιαστο και ανήθικο κορμί σου. Σου απαγγέλλω ποίηση. Στοίχους μου μίλαγαν για το πάθος, που μπορεί να αναπτύξει ένας ερωτευμένος. Μπαίνω σε συνθήκη να υποκριθώ, πως δεν έγινε τίποτα, μόνο και μόνο για να σε ηρεμήσω. Σου δίνω το χέρι μου, να προχωρήσουμε . Τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να χειραγωγείς κόσμο ή μάλλον εσύ είσαι πολύ αδαής, σκέφτομαι.
Παίρνω δυνάμεις και οπλίζομαι με ψυχραιμία, ενώ τα χέρια μου καίνε. Ξάφνου σου δείχνω ένα απόμερο μέρος στη παραλία, εκεί που επικρατεί απόλυτο σκοτάδι, μέσα σε μια μικρή εσοχή των βράχων, εκεί που η γη συναντάει τη θάλασσα, εκεί σίγουρα κανείς δεν θα ακούσει τα ουρλιαχτά σου.
Κάνεις ένα βήμα πίσω και μου ζητάς να γυρίσουμε επειδή “φοβάσαι”. Σου τραβάω το χέρι και προσπαθώ να σε σύρω μέσα στην εσοχή ,μέσα σε μερικά μόλις δεύτερα του χρόνου με χτυπάς δυνατά στο στομάχι και ένας δυνατός πόνος με καταβάλει. Σου αφήνω το χέρι.
Εσύ τώρα προσπαθείς να τρέξεις, να κρυφτείς. Γεμίζω με οξυγόνο τα πνευμόνια μου και ουρλιάζω το όνομα σου, τόσο δυνατά, μέχρι να μου κοπεί η ανάσα. Τα μηλίγγια μου πονάνε και η ανάσα μου κόπηκε. Οι φλέβες στο πρόσωπο και στο λαιμό μου έχουν φουσκώσει, το κεφάλι μου είναι βαρύ. Σηκώνομαι και έρχομαι να σε βρω. Ακούω τα βήματα σου σαν αντίλαλο, την αναπνοή σου, που όσο προχωράς βαραίνει. Άξαφνα σταματάω και σε βλέπω να κρύβεσαι πίσω από ένα μικρό ξέφωτο. Βλέπω τα μαλλιά σου να ανεμίζουν και ακούω τον αέρα να εισβάλει βίαια μέσα στα ρούχα σου. Σου παγώνει την κατάλευκη νεανική σου σάρκα.
Γοργά εξαφανίζομαι, από το πεδίο ορατότητας σου και με μια δρασκελιά βρίσκομαι από πίσω σου. Μπορώ σχεδόν να σε ακούσω να ψιθυρίζεις προσευχές. Είναι τόσο διασκεδαστικό να σε καταδιώκω μέσα στο σκοτάδι. Το τέλος είναι κοντά. Ορμάω επάνω σου και εσύ ουρλιάζεις. Σου κλείνω στο στόμα με το χέρι μου, σκέφτομαι, πως μέσα σε αυτό το βελούδινο στόμα τοποθετώ το όργανο μου και να σε κάνω να πνίγεσαι. Αυτή η σκέψη με αναστατώνει, με το άλλο μου χέρι ασελγώ στο σώμα σου, σκίζοντας με μιας το λευκό σου φόρεμα, έτσι μπορώ να εξετάζω το στήθος σου.
-Έτσι δεν σου αρέσει, όπως στο ζητούν οι πελάτες; Πάλι δεν λες τίποτα.
Αυτή η σιωπή σου αρχίζει να με εκνευρίζει. Ποθώ να ακούσω τα ουρλιαχτά σου, το κλάμα σου, τα παρακαλετά σου για έλεος. Το λίμπιντο μου αυξάνεται με γεωμετρικούς ρυθμούς, μέχρι να κορυφωθεί, εκεί μέσα στο ζεστό σου κορμί. Σε σέρνω με δύναμη μέχρι την εσοχή των βράχων.
Εσύ υπέκυψες. Ξέρεις τα λάθη σου. Σε αρπάζω από τον λαιμό και σε σηκώνω. Αισθάνομαι τις φλέβες από τον λαιμό σου να σφυροκοπούν σαν τρελές και τις πιέζω, όσο πιο πολύ μπορώ. Είσαι αδύναμη και ούτε να αναπνεύσεις δεν μπορείς. Το πρόσωπο σου, όσο πάει και αλλάζει χρώμα. Έρχομαι κοντά και σου ψιθυρίζω τις επιθυμίες μου, με λόγια βλοσυρά και ιδιαίτερα περιγραφικά .Όσο τα ακούς εσύ με το άλλο μου χέρι κατευθύνω το μικρό σου χέρι, με πίεση, να πιάσεις το πρόσωπο μου, που καίει. Συνεχίζω να σου μιλάω, ενώ κατεβάζω το χέρι σου, όλο και πιο κάτω. Με αγγίζεις και καίγομαι. Σε αρπάζω και σε κατεβάζω κάτω. Πέφτεις στα βράχια με δύναμη. Νιώθω ανίκητος.
-Μου ανήκεις. Σου λέω με ήρεμη φωνή και με μια δόση ειρωνείας. Εσύ υποκύπτεις.

Τρίτη πράξη: εσωτερικές σκέψεις.


Ήσουν σχεδόν λιπόθυμη. Ήθελα να σε κάνω να πληρώσεις. Σε άρπαξα ξανά από τα μαλλιά και με όλη μου τη δύναμη έβαλα το κεφάλι σου μέσα στο παγωμένο νερό. Η ανάγκη μου να σε βλέπω, να υποφέρεις όλο και μεγάλωνε. Έτσι ήθελα να σε βλέπω να με παρακαλάς, γονατιστή, όπως σε παρακαλούσα εγώ. Το είχα ανάγκη. Δεν περίμενα, να συμβούν όλα αυτά, τόσο γρήγορα και το συναίσθημα της αγάπης, που είχα για το πρόσωπο σου, να μεταμορφωθούν σε μίσος και εμπάθεια τόσο γρήγορα. Έγινε σχεδόν ακαριαία, όταν σε είδα πρώτη φορά να κάνεις πιάτσα σε κακόφημους δρόμους. Τώρα ακόμη σε βλέπω, από τον καθρέπτη του αμαξιού μου, να γαμιέσαι με τον κάθε τυχάρπαστο. Όσο σας έβλεπα τα χέρια μου έτρεμαν, τα πόδια μου καθηλώθηκαν , και αυτή η αιώνια σιγή που επικρατούσε-σχεδόν μπορούσα να ακούσω τα βογγητά σου-. Όλοι οι μύες του σώματος μου μούδιασαν. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν ξέρω καν πόση ώρα καθόμουν και κοίταζα σαν ηδονοβλεψίας, από το καθρέπτη. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να είμαι καθηλωμένος και να κοιτάζω, μέσα από την «κλειδαρότρυπα».

Εκεί μέσα στο μικρό μου αμάξι, να με ρουφάει το κάθισμα, τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια μου, χωρίς να το καταλαβαίνω. Όταν τελείωσε κατέβηκες, από πάνω του, ντυμένη υποτυπωδώς. Να καλύπτονται να εβέστιτα σημεία, του άλλοτε αγνού σου σώματος. Ένα σώμα, που νόμιζα, ότι μόνο εγώ μπορούσα, να απολαμβάνω, καθώς, να φανταστείς, πώς είχα και τύψεις, ο ηλίθιος καθώς ήσουν μικρότερη μου κατά τέσσερα χρόνια.
Ο ειρμός της σκέψης μου διακόπηκε, από το δυνατό χτύπημα της πόρτας του αμαξιού και άκουσα να βρίζεις τον «πελάτη» σου, γιατί του είχες πει άλλο ποσό. Έσκυψα μέσα στο αμάξι μου για να μην με δεις και σε είδα να κατηφορίζεις μέσα στο σκοτάδι με ένα τσιγάρο στο στόμα και τα πόδια σου να τρέμουν φορώντας κάτι ψιλές κόκκινες γόβες, που είχα δει τυχαία μια μέρα στο σπίτι σου. Εσύ τις έκρυψες τότε βιαστικά. Ήσουν τόσο ψιλά στα μάτια μου, όλο αυτό έσπασε μέσα σε μερικά λεπτά. Μερικές στιγμές μετά σκέφτομαι, τι είναι ο χρόνος και τι μπορεί να αλλάξει, τόσο ριζικά. Είναι σχεδόν αστείο, γιατί ήθελα να σου κάνω πρόταση να μέναμε μαζί, τόσο τυφλός ήμουν! 
Όταν έστριψες στο δρόμο έβαλα μπροστά τη μηχανή του αμαξιού και άρχιζα να σε ακολουθώ διακριτικά ευτυχώς. Δεν ήταν και πολύ αργά και μπορούσα να καλυφτώ από τα άλλα αμάξια, σχεδόν υπνωτισμένος σε ακολούθησα, όλο το βράδυ. Άκουγα τους ήχους της πόλης και τα γέλια διάφορων θαμώνων από μαγαζιά, να σπάνε τη σιωπή, που επικρατούσε μέσα μου, όμως τίποτα δεν άλλαζε αυτά που είχα δει.
Έτσι όλο το βράδυ σε ακολουθούσα, άλλοτε με το αμάξι, άλλοτε με τα πόδια παρατηρούσα. Περίμενα. Άναβα τα τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Δεν σκεφτόμουν τίποτα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Με είχε καθηλώσει το «θέαμα»
Ξημέρωσε. Εσύ τώρα κατηφόριζες, προς το σπίτι σου. Σε βλέπω να ανοίγεις ατάραχη τη πόρτα και να τη κλείνεις σιγά, μην σε ακούσουν οι γείτονες της πολυκατοικίας. Έμεινα εκεί να κοιτάω την κλειστή πόρτα, μέχρι να ξημερώσει για τα καλά και μετά έφυγα. Απλώς οδηγούσα.
Βγήκα από τη πόλη και ήρθα εδώ, που είμαστε σήμερα. Έβλεπα το φως του ήλιου, να αντανακλάται μέσα στα καταγάλανα νερά. Τίποτα δεν μπορούσε να με ηρεμήσει, ούτε καν η απόλυτη ομορφιά της φύσης. Έτσι αποφάσισα, να σε απαλλάξω από την οδύνη σου, για αυτό και απομακρύνθηκα. Έγινα κάποιος άλλος. Άλλαξα ολοκληρωτικά. Θέλει, θεωρώ μεγάλη τόλμη, να σκοτώσεις, το μόνο πράγμα, που αγαπάς. Αυτή είναι η υπέρτατη θυσία, νομίζω, του έρωτα. Να βρίσκεις κάτι, που σε σκοτώνει και να το αφήσεις να σου φάει τα σωθικά, σαν σκουλήκι. Αυτό κάνω και εγώ σήμερα το βράδυ.
Αποδέχομαι πλήρως τον έρωτα και τον αφήνω να με σκοτώσει. Με τη πράξη μου θα χάσω, κάθε δυνατότητα, να ερωτευτώ ξανά. Είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Βέβαια στη δική μου περίπτωση, δεν έμεινε και κάτι άλλο, για να σκοτώσεις με τις πράξεις σου και τα δολερά σου ψέματα .


Πράξη τέταρτη: ο αποχαιρετισμός.


Αφήνω τις λέξεις να κυλάνε σαν χείμαρρος από το στόμα μου. Αυτή τη φορά δεν είναι βωμολοχίες αλλά η αλήθεια.


-Με πονάει τόσο, όσο και εσένα. Με ήρεμο τόνο σου ψιθύριζα, όσο είχα το κεφάλι σου, μέσα στο νερό. Έβλεπα με περισσή προσήλωση, την ανάγκη σου, να πάρεις ανάσα και έβαζα όλο και περισσότερη δύναμη στα χέρια μου, ενώ εσύ «σπαρταρούσες σαν το ψάρι».
Σήκωσα το κεφάλι σου να πάρεις ανάσα και το σώμα σου, κυριολεκτικά έκανε σπασμούς. Σε άφησα έτσι, για λίγο, γιατί φοβήθηκα. Μήπως και πέθαινες. Κάτι τέτοιο δεν το ήθελα. Ακόμα.
Είχες καταπιεί πολύ νερό και τα μάτια σου, όπως και όλο σου το πρόσωπο είχε ξεβάψει, είχες μουτζουρωθεί. Μαύρα δάκρυα είχαν τώρα δημιουργηθεί απάνω στα κατακόκκινα μαγουλά σου και το κατάλευκο φόρεμα σου είχε βραχεί, όπως και το σουτιέν σου. Τα ανακατεμένα μαλλιά σου πήγαιναν, όπου τα κατεύθυνε ο άνεμος, ενώ τα υπόλοιπα είχαν κολλήσει επάνω στο βρεγμένο σου ρούχο. Όταν μπόρεσες να βρεις το ρυθμό της αναπνοής σου, εγώ ακόμη σε κρατούσα από τα μαλλιά. Άρχισες να κλαις γοερά και να εκλιπαρείς για έλεος. Συνέχιζα να σου μιλάω και να σου λέω:
-Έπρεπε να μου πεις την αλήθεια. 
Συνέχιζες να κλαις, καθώς γνώριζες πολύ καλά τι επρόκειτο να συμβεί, όμως δεν έκανες κάποια κίνηση να με σταματήσεις. Ίσως αν με είχες χτυπήσει, να είχες δραπετεύσει.

Ήξερα ότι το ήθελες και εσύ.
Δεν άκουγες τι έλεγα. Το μόνο πράγμα, που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να με ακούσεις, για πρώτη φορά στη ζωή σου. Έτσι έβαλα περισσότερη δύναμη στα χέρια μου και σε έκανα να πονέσεις, κι άλλο. Από το σοκ άρχισες να χάνεις τις αισθήσεις σου.
Εκεί πραγματικά βγήκα εκτός εαυτού. Ήξερες, ότι κρατάω τη ζωή σου στα χέρια μου και εσύ δεν με άκουγες; Άρχιζα να γελάω με μανία. Η σιωπή μου έσπασε. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω άλλο τον εαυτό μου. Έτσι αναδύθηκε, από μέσα μου, ο άλλος μου εαυτός. Αυτός που ζητούσε εκδίκηση. Η λογική χάθηκε, για πάντα από μέσα μου, νομίζω εκείνο το βράδυ. Νομίζω εκείνη την στιγμή σε μίσησα, πραγματικά. Το χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη μου και η όψη μου μεταμορφώθηκε.
Μέσα στο σκοτάδι σε τράβηξα πίσω. Σε καθήλωσα με την παρουσία μου και στα μάτια σου αντανακλάται τώρα, μόνο ο φόβος. Ήθελα να σε βεβηλώσω και το έκανα με ιδιαίτερη χάρη. Σε ξάπλωσα και σου ξέσκισα και το υπόλοιπο σου ρούχο. Άνοιξα το παντελόνι μου και έσκισα το εσώρουχό σου. Ήσουν ανήμπορη να φωνάξεις βοήθεια, έτσι ακουγόταν μόνο η βαριά μου ανάσα, που τώρα γίνεται όλο και πιο βαριά, από την ηδονή. Να εισβάλλω μέσα στο κορμί σου κάθε φορά όλο και πιο βίαια, κάθε φορά όλο και πιο δυνατά. Σε χτύπαγα στο πρόσωπο μέχρι να βγάλεις αίμα. Το αίμα σου κυλούσε και αναμίχθηκε με τα μαύρα σχηματισμένα σου δάκρυα βγάζοντας μια βαθιά απόχρωση κόκκινου.
Σου κράταγα τα χέρια με δύναμη, μέχρι να ακουστεί αυτός ο ήχος που κάνει όταν το κόκαλο σπάει. Αυτός ο ήχος, που τρυπάει τα αυτιά σου. Μόνο τότε έβγαλες, μια αχνή κραυγή πόνου. Μετά πέρασα τα χέρια μου με ευλάβεια από το λαιμό σου για να κρατάω αντίσταση.
Είναι η πρώτη φορά, που έχανα τον έλεγχο, και αυτό δεν με τρόμαζε. Το κορμί μου έκαιγε σε αντίθεση με το δικό σου, που ήταν πολύ κρύο. Ήρθα σχετικά αργά σε οργασμό, γιατί ήθελα να το απολαύσω, όσο περισσότερο γινόταν. Είναι η τελευταία μας φορά, βλέπεις και ήθελα να σου μείνει για πάντα αξέχαστη. Θέλω να είμαι ο άνθρωπος, που μπορούσε να σου προκαλέσει, τόσο βαθιά τραύματα στη μνήμη, όσο κανένας άλλος. Τελείωσα μέσα σου. Ένιωσα τα καυτά μου υγρά να σε κατακλύζουν. Τώρα που έγινε και αυτό όλα πηγαίναν με βάση το σχέδιο μου. Το κομμάτι της απόλαυσης είχε επέλθει και το τέλος ήταν μόλις ένα βήμα μακριά. Σηκώθηκα και κούμπωσα γρήγορα το παντελόνι μου, ενώ εσύ έμεινες εκεί, ημίθανη.
Σε παρατηρώ να είσαι χαμένη μέσα στον πόνο σου. Το βλέμμα σου χάθηκε. Η λάμψη των ματιών σου έσβησε. Δεν ήθελα καν να σου μιλήσω. Απολάμβανα τον πόνο σου, έτσι άναψα τσιγάρο, καθώς το είχα τόσο ανάγκη. Σε παρατηρούσα μέσα στο σκοτάδι, με μόνη πηγή φωτός τον αναπτήρα, που κράτησα λίγο παραπάνω αναμμένο, για να παρατηρήσω το έργο τέχνης μου.
Πέρασε πολύ ώρα και άρχισε πάλι να βρέχει. 
Τα κύματα της θάλασσας πάλι χτυπάνε τούτη την γη, με μανία. 
Είδες στα μάτια μου να σε κοιτάζουν με μίσος. 
Πρέπει να τελειώσω αυτό, που άρχισα. 
Έτσι έσβησα το τσιγάρο και το φως χάθηκε μια για πάντα.
Σε τράβηξα από τα μαλλιά.
Μετά άκουγα τον ήχο της μανιασμένης θάλασσας.
Τώρα κείτεσαι νεκρή μέσα στο νερό.
Έτσι μπόρεσα να βρω, ξανά τη γαλήνη μου.





ΖΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: