Απριλίου 01, 2021

L'art de l'illusion.

 

    Η τέχνη της ψευδαίσθησης και η δύναμη της αδυναμίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες γιομάτες από δύναμη και συνάμα πόνο. Η αφύπνιση της αυτόεικονας καταδιώκει τώρα και εμένα, μέσα στον βαρύ βορειά μιας σκοτεινής μέρας και την απόλυτη ματαίωση και αυτοκαστροφή της εικόνας μου, μια ξάστερη νύχτα. Όταν χιλιάδες σαν κι μένα, ανδρείκελα, που μονιάζουν για να συμπληρώσουν το ένα το άλλο, όντας τυφλά και αβοήθητα. Έτσι καταλήγουν μαθηματικά στο χάος.
   Οι ψυχές περιπλανιούνται στον αιθέρα της καπνισμένης και διαλυμένης πόλης. Ανθρωπόμορφα πλάσματα με αψεγάδιαστα προσωπεία καρτερούν το μέσα σου, να σε κατασπαράξουν και να σε αποτελειώσουν, με μόλις μια φράση, τότε ξέρεις, ότι το τέλος σου δεν αργεί. Είναι αμέτρητα τα άφυλα όντα. Απρόσωπα που περιπλανιούνται μέσα στον ζόφο και στον απροσδιόριστο αγέρα, για να χυμήξουν μέσα σου και να σε αρπάξουν. Σχεδόν να σοδομήσουν κάθε τοίχος, που έχεις χτίσει με τα γυμνά σου χέρια, μέσα στα ατελείωτα μερόνυχτα και το μόνο, που σε συνόδευε ήταν η βοή του αγέρα. Αυτό είναι το πολυπόθητο ταλέντο της τέχνης της ψευδαίσθησης, της αντοχής σου μέσα στο πέρας των λεπτών για να επιβιώσεις.
    Μου αρέσει να βλάπτω τον εαυτό μου, αλλά δεν μου επιτρέπεται να πράττω έτσι και για αυτό τοποθετώ προσεκτικά κάθε μέρα μερικές άφυλες μορφές για να το κάνουν για εμένα. Έτσι ξεγελώ την εικόνα μου, πως τάχα επιθυμώ να αλλάξω και να μετουσιωθώ στην Μούσα σου και σε ένα σημείο αναφοράς. Αυτό που πραγματικά επιθυμώ είναι η απόλυτη καταστροφή μου. Η κλιμάκωση της διάλυσης μου, μέχρι να αναδυθεί στην επιφάνεια το ένα και μοναδικό ακλόνητο θραύσμα. Το μοναδικό θραύσμα της ευτυχίας αυτής σπάει, μέσα στις επόμενες στιγμές. Αυτό είναι και το επόμενο άφυλο πλάσμα, που θα δημιουργήσω για ακόμα μια φορά, εγώ, για εμένα. Γίνομαι ένα με τις καταστροφικές και λιμασμένες ρίζες του παρελθόντος.

ΖΝ

Μαρτίου 10, 2021

La trilogie de la lumière.

 Le lever du soleil.

Ένας ατελείωτος δρόμος και μπρος μου, ένα άπιαστο ηλιοβασίλεμα. Ένα ηλιοβασίλεμα έτοιμο να εξαϋλωθεί, να λιώσει. Να γίνει ένα με το ανταριασμένο νερό και τα απομακρυσμένα γαλαζωπά βουνά, που το υπερκαλύπτουν, από την οπτική μου επαφή με αυτόν τον ατέρμονο δρόμο. Ο δρόμος, αυτός χαράζει με τόση βιαιότητα το έδαφος, που κάθε χιλιόμετρο, που περνάει θωρώ, πως η Φύση διαλύεται και σπαράζει για χάρη ενός προορισμού, ενός άπιαστου σκοπού, ενός κενού ηλιοβασιλέματος. Ο ήλιος, όντας κοντά στο τέλος του, υπερκαλύπτει κάθε παραβολή μέσα στον πύρινο καμβά του, διασπάει τα χρονικά όρια της κοσμικής στιγμής και συνθλίβει, κάθε πιθανή λεπτή ρωγμή χρώματος τη στιγμή, που αποχαιρετάει τα μισόκλειστα μου μάτια και διανύει τη στιγμή απόλυτης γαλήνης, ετούτη δω η στιγμή είναι και ένας μικρός θάνατος.

Κάθε μέρα, αυτό το επουράνιο σώμα, πεθαίνει μέσα στα μάτια μας, για να γεννηθεί μέσα σε πιο καθάρια μάτια, σε πιο ειδυλλιακά, όπως αυτά που θωρούν τώρα δα, τα δικά μου. Κάθε στιγμή του ηλιοβασιλέματος είναι κι μια μικρή επανάσταση της ιδέας της ζωής. Αυτή η στιγμή αντιστοιχεί και σε έναν μικρόν θάνατον, μια μικρή ανακοπή, μια ανάπαυλα, μια αναμονή, γιομάτη με κάθε λογής πόνο και μεταμέλεια, αυτό είναι και το τίμημα του ανθρώπου να ζει, ετούτη δα την στιγμή του ηλιοβασιλέματος. Να πως κι αυτός γίνεται ένας σιωπηρός συνένοχος σε αυτήν τη βουτιά, την δολοφονία, ετούτης της στιγμής, συνένοχος μα και εκτελεστής. Δυο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες και απομακρυσμένες από τα μάτια των καλλιτεχνών.

Εκείνοι που με την Θεία Έμπνευση της στιγμής αναγεννούν λίγο απ’ αυτό το μαραζωμένο φως, του επουράνιου ετούτου σώματος, φυλακίζοντας το μέσα σε στιγμές, μέσα σε απαρχαιωμένες φωτογραφίες και ξεσκισμένα καβαλέτα απάνω από απαρχαιωμένες υπογραφές, αναμνήσεις μια άλλης ζωής, ολότελα ξένης, από τον «Παντοδύναμο Δημιουργό», αυτού εδώ του μικρόκοσμου του μυαλού τους. Εκείνοι, που δημιούργησαν την επίπλαστη έννοια του φυλακισμένου χρώματος του ουρανού είναι και εκείνα τα άλλοτε πονόψυχα πεφωτισμένα παιδιά του σκοτεινού διαμερίσματος, της διπλανής πόρτας. Εκείνοι είναι οι θηριοδαμαστές του φωτός, που αθέτησαν την υπόσχεση τους να το λευτερώσουν για τρέξει μέσα στα νέα μυαλά και να ιδωθεί από νέα μάτια, εκείνοι οι σκληροί δημιουργοί της επίπλαστης πραγματικότητας μοιάζουν ξένοι μπρος του.

Το ηλιοβασίλεμα είναι μια άπιαστη ιδέα, ένα ερωτηματικό μέσα στην ολότελα γιομάτη περιγραφή της ρημαγμένης εικόνας τους. Ένα ηλιοβασίλεμα πεθαίνει τη στιγμή, που οι πρώτες πύρινες ακτίνες αγγίξουν τα θολά σου μάτια, μόλις αγγίξουν το ισχνό σου προσωπείο, εκεί για μερικά μόλις δεύτερα το ραγίζουν ολότελα. Έτσι ενσαρκώνουν δίνοντας ξανά πνοή σε κείνο σκοτεινό δωμάτιο, που κρύβεις βαθιά μέσα στις αναμνήσεις σου. Εκείνο με την απόλυτη σιωπή, εκείνο το λευκό δωμάτιο, που ελπίζεις να ανοίξει ξανά η πόρτα για να εισχωρήσεις με έντονο δισταγμό, αλλά και με καθάρια πνοή, το δωμάτιο της Θείας Έμπνευσης, που τόσο καρτεράς να ιδείς.

Το φως καρτερά να γεννηθεί τώρα σε ξένα μάτια, μέσα σε ένα ολότελα ξένο δωμάτιο, μέσα σε σκιές και φωνές κάποιου άλλου, εσύ όμως, δεν το αφήνεις να αποδράσει. Το κρατάς με τα ρημαγμένα σου χέρια, γιατί είναι και το μόνο, που σου έχει απομείνει από εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο. Η στιγμή έχει φτάσει, ανοίγεις τα μάτια σου και ακούς ξανά εκείνο ξεχασμένο σαξόφωνο, την εισαγωγή εκείνου του κομματιού και ακούς τις βαριές ανάσες σου, η καρδιά σου σφυρηλατεί το στέρνο σου και κοιτάξεις ξανά από κείνο το μισάνοιχτο παράθυρο εκείνη την ξένη γυναίκα, που περνούσε τυχαία από κάτω. Το κοιτάς που αγκομαχάει να βγει έξω, να ενωθεί με τις πύρινες ακτίνες του ήλιου, μέσα σε τούτη την πύρινη δύση του ηλίου, το κοιτάς να χάνεται μαζί με τα υπόλοιπα του συναφιού του, και εισέρχεσαι στο σκοτάδι, αργά και σταθερά, μέχρι το επόμενο φως της έμπνευσης να φωτίσει τα θολά σου μάτια, εσύ ενώνεσαι με το αποκομμένο σου εαυτό, το λεγόμενο εγώ και έτσι βρίσκομαι ξανά να ακολουθώ ένα ατελείωτο δρόμο μπρος μου και ένα άπιαστο ηλιοβασίλεμα στο διάβα μου.

ΖΝ

Φεβρουαρίου 24, 2021

La trilogie de la lumière.

L'espace entre les ombres.


  Ένας ατελείωτος δρόμος και μπρος μου, ένα άπιαστο ηλιοβασίλεμα. Ανάμεσα στους παλμούς της καρδιάς μου και των χτύπων των βλεφάρων μου, υπάρχει μια μηδαμινή αναμονή, μερικά μόλις δέκατα του δευτερολέπτου και συντελείται μια ασυνείδητη ασυνέχεια, ένα χρονικό κενό, μεταξύ του ίδιου μου του εαυτού. Μεταξύ της νόησης μου και της θεόσταλτης εικόνας, που αντικρίζω. Αυτή η χρονική απόκλιση είναι παρόμοια με κείνη των πύρινων χρωμάτων και αναμεταξύ της λεπτής γραμμής της συντέλειας του κόσμου αλλά και της σωτηρίας του. Το αδιάληπτο χρονικό ασυμβίβαστο του εαυτού κι του εναντίον μου. Το λεγόμενο «κενό».

      Η αντάμωση των δύο αυτών υλικών και παράλληλων ουράνιων σωμάτων αφορά το σύνολο και την κοσμική τους έλξη. Το κενό μεταξύ των σκιών είναι ο λόγος, που οδηγεί την υλική έννοια του χρόνου, υπό αμφισβήτηση. Ο χρόνος δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση των σκιών, μέχρι να επιτελεστεί η επόμενη έκρηξη στον καμβά του ουρανού, και οι πινελιές όπου διαγράφονται, δεν είναι άλλες από το σύνολο των σκιών, που δημιουργείται στο ενδιάμεσο χρονικό παρών εκείνων των ανθρώπινων υποστάσεων των εικόνων και των ιδεών.

    Η ιδέα σου, φθείρεται και πεθαίνει μαζί με την αποκομμένη εικόνα μιας ξεθωριασμένης φωτογραφίας μαζί με τον άρρηκτο δεσμό της αναπόλησης εκείνων των στιγμών, που αναβιώνεις. Η αναμονή, όμως δεν καταστρέφει την χρονική επιτέλεση, την διεγείρει, την εντείνει, όπως ανασταίνεται ο καλλιτέχνης από την Έμπνευση.

         Ένα μονάχα βλέμμα και το καθάριο γαλάζιο της πινελιάς σου δημιουργεί μια ολοκάθαρη χρονική αφήγηση, μέσα σε ένα παρθενικό καμβά, μαζί με ένα ζευγάρι ηλιόλουστα και πένθιμα μάτια που αντανακλούν την λαχτάρα όλου του κόσμου, δημιουργούν την αίσθηση της χρονικής συνέχειας αυτής της θείας πραγμάτωσης. Ο καλλιτέχνης ανασυντάσσεται, μέσα από το σύνολο των Ιδεών του και πεθαίνει μόλις οι ιδέες αυτές επιτελούνται. Μέσα στην συμβατικότητα του χρονικού συνειδητού, διαγράφονται, ως ιδέες και διαμορφώνονται, ως πεπερασμένες συμβατές εικόνες. Ο καλλιτέχνης επιτελεί το έργο του και μετά φθείρεται, σαν έναν ατέρμονο επαναλαμβανόμενο κύκλο της σκέψης και της αναβίωσης της στιγμής.


     Ένα άτομο μοναχό, μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο μαζί με τον καπνό να λιώνει την υλική του υπόσταση και να βουλιάζει, μέσα από την ατέρμονη αναμονή της Έμπνευσης. Αυτός ο μοναχικός δρόμος, δεν οδεύει, προς την ανακάλυψη της ιδέας, αλλά προς την ανακάλυψη της αυτοπραγμάτωσης της ιδέας της χρονικής ασυμβατότητας. Έτσι, ώστε να αντιτίθεται, με το σύνολο των ατόμων και των συναισθημάτων, που περνάνε από το διάβα του. Ο καλλιτέχνης όπως και τα πύρινα χρώματα είναι απομονωμένα και χρειάζονται την συνύπαρξη των κενών ηλιοβασιλεμάτων και των ψευδαισθήσεων των εικόνων για να δημιουργήσουν να πραγματωθεί μια χρονική μικρή πυρκαγιά, μια αφορμή για να γεμίζει το χρονικό συμβατικό κενό με το διάβα των ιδεών αυτών και των μεγαλεπήβολων σχεδίων. Ο καλλιτέχνης αναζητά το ηλιοβασίλεμα και την κενότητα την συνουσία των χρωμάτων του ουρανού για να ανακαλύψει την επικείμενη θεία εικόνα του, μέχρι τότε το κενό των σκιών του καπνού θα διαδέχεται την χρονική αφήγηση της ζωής του, μέχρι να ξυπνήσει και να ανταμώσει την εικόνα του μπροστά σε ένα κενό καμβά, μπρος από μια κενή σελίδα, έτοιμη να γιομίσει από την έκρηξη και την διάλυση της χρονικής στιγμής.

       Η χρονική αυτή ασυνέχεια, είναι το κενό μεταξύ των στιγμών της ανταριασμένης θάλασσας, που καρτερά, την επικείμενη αντάρα. Μέχρι το ουράνιο χρώμα του ήλιου να παραδώσει τα υνιά στην σελήνη, την σκοτεινή μούσα των πύρινων χρωμάτων και να αναδιαμορφώσουν την σκιά των του καυτού ροδαλού και του βαθύ κυανού. Ως τότε, θα καρτερώ για άλλη μια φορά  εκείνη την οδυνηρή και ηδονική στιγμή του αποχαιρετισμού του ουρανού, σε κείνα τα καρτερικά ηλιοβασιλέματα, με τον ατέρμονο δρόμο να διχοτομεί το πέρας του ουρανού και να διαλύει την μορφή σου, σε άπειρα θραύσματα της στιγμής τα ηλιόφωτα μάτια σου, μέσα στον λευκό μου καμβά.

ΖΝ.


Φεβρουαρίου 06, 2021

La trilogie de la lumière.

 Le coucher du soleil.


Ένας ατελείωτος δρόμος και μπρος μου, ένα άπιαστο ηλιοβασίλεμα. Μέσα σε τούτον τον αιώνιο χειμώνα, θωρώ τα ξεθωριασμένα, μα άλλοτε πύρινα χρώματα τούτων των ισημεριών αυτού του γνώριμου ουρανού. Γιομίζουν το θαμπό γαλανό του χρώμα, με ατελείωτες πινελιές και διανθίζουν τώρα αυτό το τέμπλο, με τα γκρίζα θολά χρώματα της παλέτας του χειμωνιάτικου δειλινού. Αυτός ο ουρανός, με ετούτα τα ολοζώντανα υδατογραφήματα, όπου παιχνιδίζουν και οργιάζουν, μέσα σε τούτο το βαθύ γαλάζιο. Ωσάν τον ανεξέλεγκτο καπνό, της πύρινης ιδέας του χρυσαφένιου ηλιοβασιλέματος. Αυτά τα ανεξέλεγκτα χρώματα του φωτός προσδίδονται σε αυτόν τον ανεξάντλητο αγώνα επιβίωσης. Προσδοκούν να απαθανατιστούν επάνω σε τούτο τον καμβά και ύστερα να εξαϋλωθούν, μέσα στην γαλάζια κυριαρχία της παντοδυναμίας της υφής.

 Ο ήλιος αποζητάει να ανταμώσει με την παθιασμένα ανταριασμένη θάλασσα, για να δημιουργήσουν μαζί, ξανά εκείνο το πύρινο ηλιοβασίλεμα, που είχαν δημιουργήσει για πρώτη φορά, πριν την δημιουργία της συνείδησης, τότε που αντάμωσαν για πρώτη φορά και αποτελούσαν μια ολότητα. Τότε, που δεν είχαν χωριστεί, από το χέρι εκείνου του σκληρού δημιουργού. Επιθυμούν να ενωθούν ξανά, μέσα στην απόλυτα επαναστατική τους συνουσία, με την ευλογία των πύρινων χρωμάτων. Καθώς ο χρόνος διαχέεται, μέσα στην απόλυτη μελωδική τους ένωση, οι στιγμές ξεθωριάζουν και ξεγλιστρούν στην απόλυτη κυριαρχία των χρωμάτων. Έτσι, μια μικρή μελωδία ξεπροβάλει, και απαλύνει ξάφνου ετούτη την στιγμή του απρόσμενου αποχωρισμού.

Μια μελωδία τόσο γνώριμη, που εισβάλει και κουρνιάζει σε κάθε ψυχή, γίνεται μάρτυρας ετούτης της θείας συνουσίας. Η ένωση αυτή διαρκεί, μόλις μερικούς χτύπους ενός λιωμένου ρολογιού, αλλά για το φως φαντάζει αιώνες. Αυτός ο κόσμος δεν φαίνεται να βλέπει την θεία ένωση, για αυτό υποτίμησε το δώρο της γέννησης του φωτός. Ο κόσμος αμπαρώθηκε μέσα στα θολά κουτιά του και λησμόνησε την σημασία της δημιουργίας του δειλινού. Με τις σκέψεις αυτές, μετουσιώνομαι σε μια ξεχασμένη παλλακίδα, που προσμένει να αγγίξει με τα γυμνά της χέρια το άπιαστο χρυσαφένιο ταξίδι του φωτός. Αυτός, ο ατέρμονος ουρανός είναι το ανεξάντλητο ταξίδι, που διασχίζει το βλέμμα μου, μέχρι να ανταμώσει με το δικό σου.

Μέσα σε τούτα, τα κενά ηλιοβασιλέματα, καρτερώ να ιδώ την μορφή σου. Αυτό το μικρό αποτύπωμα, απάνω σε μισογκρεμισμένους τοίχους, ανάμεσα σε μυστικές ρωγμές και μέσα από κλειδαμπαρωμένα παράθυρα και ολόγυρα στις αιώνιες ορδές των δρόμων. Αναζητώ, την θαλπωρή της ματιάς σου. Ετούτο το παιχνίδι του μυαλού, διαρκεί, όσο η συνουσία των ουράνιων χρωμάτων. Οι σκέψεις μου συνοδεύονται, από τις μελωδίες ενός βαθιά ερωτικού σαξοφώνου, σε συνδυασμό με την βαριά σου αναπνοή και την απόλυτη σιωπή της καρδιάς μου. Έτσι, ανταμώνουν όλοι ετούτοι οι ήχοι με την κομμένη σου ανάσα. Αναμνήσεις μιας ξάστερης νυχτιάς και προσευχές από μια άλλη εποχή. Ένα επίγειο ψυχεδελικό ταξίδι, με μόνη συνοδεία πολύχρωμα φώτα μιας ξεθωριασμένης πόλης, μέσα από την αντανάκλαση ενός μισόκλειστου παραθύρου. Ιστορίες ξεχασμένες, μα ολοζώντανες για τα πεφωτισμένα παιδιά. Το χαροκαμένο ροζέ του ουρανού διαθλάται, μέσα στο μισόκλειστο παράθυρο και ποτίζει το πρόσωπο σου με το χρώμα της θείας ηδονής. Ετούτο το ηλιοκαμένο ροζέ του ουρανού, είναι ποτέ δυνατόν να λιώνει έτσι, μέσα στο γαλάζιο χρώμα του ατελείωτου λαβύρινθου των ματιών σου;

 

ΖΝ.

Ιανουαρίου 18, 2021

Les trois couleurs sentiments.

Volume III.

Couleur:Blanc.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις. Έχω ανάγκη να ξανά δημιουργηθώ. Η ανάγκη μου να αναγεννηθώ, μέσα από τις λέξεις, είναι τόσο πηγαία, που την νιώθω να μου καίει συθέμελα την ψυχή, με τέτοιο τρόπο, ώστε για μερικά δεύτερα μόνο, κατορθώνει να διαλύει την ενοχή μου. Μετουσιώνομαι, και εισέρχομαι ξανά στο βασίλειο της Ανώτερης Τέχνης. Τρέμουν τα λειψά μου χέρια, όταν πιάνουν το δοχείο με το μελάνι, όταν γεμίζουν για πρώτη φορά τις αμέτρητες λευκές μου σελίδες. Η αυθύπαρκτη υπόσταση, χωρίς την ανάγκη των άλλων. Η επανεφεύρεση του εαυτού, του πρωταρχικού ειδώλου, μέσα στο απόλυτο κενό, και το βάπτισμα του, μέσα στα θεοφώτιστα χρώματα του ουράνιου κόσμου.

Διεκδικώ την θέση μου σε αυτό το αχανές πλήθος, από άχρονες γραμμές και υπεριώδη χρώματα. Αναπνέω το φόβο μου και πλατσουρίζω, μέσα σε ένα λευκό καμβά, την αναγέννηση μου. Θέλω να απελευθερωθώ από την σκιά μου, και για μια μονάχα φορά, να με αγγίξω. Να σε ταξιδέψω, μέσα από λέξεις μου και όχι να σε εγκλωβίσω, μέσα σε αυτές. Επιδιώκω να σε κάνω να νιώσεις, ότι ένιωσα εγώ όταν σε αντίκρισα για πρώτη φορά. Σε περίλουζε θαρρώ, το υπόλευκο χρώμα του κάδρου και σου προσέδιδε μια λιτότητα, μια σιωπή, μια απόλυτη ειλικρίνεια. Κι εγώ σε ερωτεύτηκα. Θέλω να σε αγγίξω με την ποίηση μου, και τα κόκκινα μου χέρια να χυθούν, μέσα στην φόρμα καβαλέτου σου και να δημιουργηθούν, έτσι οι πιο ζωντανές εικόνες του ουρανού.

Προσμένω να τους αγγίξω, με τα τυφλά μου μάτια, για να ιδούν τις λέξεις μου. Περιδιαβαίνω, μέσα στους απέραντους ολόλευκους κήπους. Οι υπέρλαμπροι αυτοί κήποι, αποτελούνται από εικόνες και λέξεις, των ονείρων μου. Μέσα από τα ολόλευκα φτερά των απομονωμένων χρωμάτων των ονείρων μου, προσδοκούν να γίνουν ένα με το παρόν. Αναζητούν να γίνουν, το απόλυτο Λευκό, μέσα από είδωλα των ονείρων. Οι κήποι αυτοί αποτελούνται διαδρόμους, διανθισμένους, από κατακόκκινα ροδοπέταλα, που στο κάθε ένα από αυτά, αναγράφεται μια λέξη, ένα αυθεντικό συναίσθημα. Οι διάδρομοι, απλώνονται επάνω στην χρονική διάρκεια μερικών βλεφαρισμάτων των σμαραγδένιων σου ματιών. Αναζητώ το είδωλο μου, μέσα στα δικά μου μάτια. Έτσι για μια μονάχα στιγμή, για έναν μονάχα χτύπο, να αναπνεύσω, μέσα από την δική μου πνοή και να ιδώ την μεγαλοφυία της δικής μου τέχνης.

Οι λέξεις μου εμποτίζονται από τα χρώματα μου, μακριά πλέον από σένα. Μακριά από κάθε γαλάζια απόχρωση σου. Γιομίζουν με το απόλυτο λευκό. Ένα ασπίλωτο λευκό, που σε συνδυασμό το λευκό της σελίδας, δημιουργούν μια απόλυτη άχρονη ολότητα των ονειρικών χρωμάτων του σύμπαντος. Αυτή είναι η λευκή σελίδα, που προσμονούσε να γιομίσει και δεν γέμιζε ποτέ. Αυτή η λευκή σελίδα, που κατάφερε να διανθιστεί, από μένα πια.

Τα τυφλά μου μάτια, ανοίγουν ελαφρά και θωρούν για πρώτη φορά την δύναμη της έμπνευσης, που δεν είναι άλλη από αυτό το Θεόσταλτο Λευκό του ουράνιου τοίχου, της κενής σελίδας, του εγώ μου. Κατάφερνα να σπάσω τον τοίχο μου. Θωρώ για πρώτη φορά τον γαλάζιο σου ουρανό και τα ροδαλά χρώματα, από ένα ηλιοβασίλεμα, που μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία, κάποιο ξεχασμένο καλοκαίρι .Χώρια πια, από την σκιά του γκρίζου, σε από αποχαιρετώ κι εσένα. Συνέχισε το καθάριο ταξίδι σου μέσα στο γαλάζιο του ουρανού. Πλέον, αναπνέω. Είμαι ζωντανή.

ZN

Ιανουαρίου 10, 2021

Les trois couleurs sentiments.

Volume II.

Couleur:Gris.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις και ανάμεσα μας, μια κενή σελίδα. Αδειάζω μέσα της, κάθε πτυχή του εαυτού μου, μα ακόμη η σελίδα παραμένει κενή. Στέκεται εκεί, σαν θεόρατο τείχος, από εκατομμύρια λευκά χαρτιά, άδειο και αναμένει την επόμενη μου λέξη, που θα σβηστεί για άλλη μια φορά, για να γραφτεί επάνω του, για να επανέλθει, σε αυτό το λευκό χρώμα. Με τον καιρό, αυτό το λευκό χάνει την αίγλη του, μεταμορφώνεται σε ένα θαμπό γκρίζο, που εμποτίζεται με την σειρά του με τις εικονοποιημένες μου ενοχές. Έτσι, με τα χρόνια αυτό το λευκό μεταμορφώνεται σε ένα γκρίζο φθαρμένο τείχος, που μόνη του προσμονή ήταν να γεμίσει, να διανθιστεί. Αυτό το τείχος είναι φθαρμένο, και οι σελίδες του έχουν σκίσει πια. Αιωρούνται στο απόλυτο κενό, περιμένοντας από κάποιον να έλθει να τις γεμίσει.

Μα κανείς δεν καταφθάνει. Οι περιγραφές μου φθείρονται και χάνονται στην χρονική ασυνέχεια των αμέτρητων συλλογισμών μου. Ό,τι γράφω καταστρέφεται. Ό,τι γράφω φθείρεται, μέσα στη συντέλεια μιας κατάλευκης σελίδας. Ό,τι κι αν δημιουργώ εξαϋλώνεται. Τα γυμνά κορμιά, που στροβιλίζονται μέσα από τις κατεστραμμένες και λιπόθυμες λέξεις μου, γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν με το σβήσιμο κάθε λέξης, που συλλαμβάνω ή καταγράφω.

Τα κορμιά αυτά με το πέρασμα του χρόνου παίρνουν ποικίλες μορφές, μετουσιώνονται, όμως πάντα στην πρωταρχική εικόνα, σε αυτή της μούσας ντυμένη με τον ήλιο στα μαλλιά της, να φέρει απάνω της ένα πλήθος από ποικίλα στολίδια, λέξεις και εικόνες. Και καθισμένος δίπλα της ο καλλιτέχνης, να την υπηρετεί, μέσα στο χρονικό επέκεινα της ιστορίας. Η εικόνα μου αυτή, είναι διανθισμένη με την ενοχή.

Η εικόνα μου, έτσι ενοχική καθώς είναι, αποτελεί μια περιγραφή βγαλμένη από την ζωή και τον θάνατο ολόκληρου του κόσμου. Βλέπω το είδωλο μου, μέσα από τα μάτια σου και αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό, που σε κάνει να κοιτάς. Η παντοδυναμία αυτού του ενοχικού γκρίζου προέρχεται από ένα κηλιδωμένο λευκό, που αναμείχθηκε με το μπασταρδεμένο μαύρο. Αυτά μαζί δημιουργούν μια ασάφεια, μια ασυνέχεια, που με εγκλωβίζει στην ενοχή, που κανείς δεν μπορεί να ιδεί, μέσα σε αυτήν τη πρωταρχική εικόνα της Τέχνης.

Ακολουθώ τον καπνό και τρέφομαι από τα αποκαΐδια της ζωής μου. Μόνος μου σκοπός, να ξεφύγω από αυτήν την μετριότητα του γκρίζου ειδώλου. Αυτό το απόλυτο γκρίζο χρώμα με φθείρει, σε ένα χρονικό παρόν, και ταυτόχρονα σε ένα χρονικό αύριο, που δεν μπορώ να ιδώ, σαν μια πλευρά του εαυτού μου να τυφλώθηκε, από την θλίψη.

Μια θλίψη, που δεν μπορεί να εξαϋλωθεί. Αυτό το εικονικό δίπολο μεταξύ του εαυτού μου και του εαυτού σου, είναι και ο μόνος λόγος, που συνεχίζω να γράφω με αυτό το γκρίζο χρώμα, ώστε να μπορέσω κάποια στιγμή να το δαμάσω, για να καταφέρω να ιδώ μέσα από τα μάτια σου, ακόμη κι για αυτό τον έναν χτύπο της καρδιάς σου και να καταλάβω, γιατί συνεχίζεις, και με κοιτάς μέσα από τα μάτια σου, που λάμπουν σαν στολίδια στο βαθύ μπλε του ουρανού.

 

ΖΝ

Ιανουαρίου 04, 2021

Les trois couleurs sentiments.

 

Volume I.

Couleur:Noir.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις. Με το πλήθος των λέξεων δημιουργώ συναίσθημα, και με το συναίσθημα μου, σε εγκλωβίζω μέσα στις κενές μου περιγραφές, χωρίς καμιά απολύτως ουσία. Βαθιά μέσα μου, θέλω να σε πλανέψω, να σε εγκλωβίσω. Έτσι για μια μονάχα στιγμή, για έναν μονάχα χτύπο της καρδιάς σου, να αναπνεύσω, μέσα από την δική σου πνοή και να ιδώ με τα τυφλά μου μάτια, την μεγαλοφυία της Ανώτερης τέχνης.

Η πλάνη των λέξεων είναι τρανή απ’ άκρη σε άκρη, θαμπώνουν και δημιουργούν πλάνες στους αδαείς αναγνώστες, που αποζητούν να αφηγηθούν την περιγραφή κάποιου άλλου και να την παρουσιάσουν, ως δική τους. Η περιγραφή μου είναι αδύναμη, όσο για το λεξιλόγιο μου είναι και αυτό λειψό. Με το μόνο σύμμαχο μου να είναι ένα απόκομμα σκισμένου και τσαλακωμένου χαρτιού, αφηγούμαι, ότι δεν τολμώ να ζήσω. Μια εικόνα σου, χίλιες λέξεις δικές μου, και μια λέξη δική μου, μια λάθος γραμμή στο κατά τα άλλα άρτιο σου έργο. Εγώ σου εξιστορώ ό,τι βιώνεις, ό,τι παρατηρείς μα τώρα δεν έχω καμιά λέξη να ανταποκρίνεται σε αυτό, που θωρώ. Κανένας δεν εφηύρε μια λέξη για την εικόνα σου. Η «ποίηση» σου δεν μπορεί να περιγράψει αυτό, που με έκανες να νιώσω. Η λέξη ζήλια, είναι η αρχή, ίσως μιας πενιχρής αναβίωσης για αυτό, που αντίκρισα. Γιατί ξέρω, βαθιά μέσα μου, πως ποτέ δεν θα καταφέρω να δημιουργήσω αυτό, που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν, ένα αυθεντικό συναίσθημα.

Το αυθεντικό συναίσθημα, που βιώνει ένας πραγματικός άνθρωπος, ένας δημιουργός, που γεννήθηκε για να Την  υπηρετήσει, χωρίς περιττές αναφορές, χωρίς ανάγκη για εξιστόρηση. Το απόλυτο χάσιμο της έννοιας του χρόνου, μέσα στην πρώτη ματιά των εικόνων, που δημιουργούν όλες μαζί σαν μια άλλη ορχήστρα από πινελιές επάνω σε έναν καμβά και το μόνο χρώμα σου, το πρωταρχικό, το αναλλοίωτο, η αρχή του κακού. Το Μαύρο. Ένα μαύρο τόσο βαθύ, που ακόμα και το ίδιο το φως, δεν μπορεί να διαπεράσει. Η πυκνή σου λεπτομέρεια χάνεται, μέσα στο πλήθος των γραμμών και αναγεννάτε, από την απόσταση, που έχει ο θεατής, από το έργο. Γραμμές ασύνδετες μεταξύ τους κατορθώνουν να αποδώσουν τέτοιο νόημα, που ακόμα και τα ίδια τα γράμματα μιας λέξης δεν κατορθώνουν. Το μαύρο περίγραμμα είναι η αρχή της αφήγησης, εμπρός, αφηγήσου την δική σου ιστορία, χωρίς την βοήθεια των άλαλων κραυγών, που ονομάζουμε γλώσσα.

Μέσα από την κίνηση σου, δώσε το έναυσμα να ανοίξουν νέες αχαρτογράφητες πτυχές για την έκφραση της θείας Τέχνης. Όχι αυτής, που κείτεται ημίθανη μέσα στα νεκρά κλουβιά, αλλά αυτή, που ανταποκρίνεται στην απόλυτη διάλυση της χρονικής ασυνάφειας του δικού της χρόνου. Έλα δημιούργησε με το πινέλο σου, μια νέα χρονική στιγμή στην καμπή του χρόνου της τέχνης, στο δικό σου τώρα. Σε καλώ, να περιγράψεις το νόημα της τέχνης, που οι λέξεις μου αδυνατούν να αποτυπώσουν.



ZN


Δεκεμβρίου 30, 2020

Η δύναμη της έμπνευσης.

             Είμαι μόνη μέσα στην δύνη των χρωμάτων, αιωρούμαι μέσα στην σκόνη του χρόνου από το χρονικό χθες, μέχρι το χρονικό αύριο. Μαζί με εμένα τρέχει το φως και οι εκατομμύρια σκιές του. Οι σκιές του, είναι άλλοτε σκοτεινές και άλλοτε υπόλευκες, αναλόγως με την επαφή τους με το φως και την απόσταση. Οι σκέψεις των σκιών είναι ποικίλες, υπάρχουν φορές, που θαρρώ, ότι τις ακούω να μουρμουρίζουν παλιές μελωδίες για το αυτό, άλλοτε να ψιθυρίζουν ότι τις άφησε πίσω, πως τις εγκατέλειψε μαζί με τα εκατομμύρια χρώματα του ουρανού, όμως το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας παραμένει πάντα σιωπηλό και ήμερο.

Θυμάται την σχεδόν μαύρη σκιά, που είχε στα έγκατα της γης, έπειτα πώς το φως το αγκάλιαζε, επάνω σε μια σταρένια παραλία, νοσταλγεί τον ήχο, που έκανε καθώς έσκαγε στην μικρή κρυφή τους παραλία με μόνη συντροφιά τον ούριο άνεμο κάποιου καλοκαιριού, θυμάται ακόμη, πως το άφηνε να εξατμιστεί, ώστε να ανέλθει στους ουρανούς μαζί του. Άλλοτε, πότε γινόταν λεπτομέρεια μέσα σε έναν θεόρατο λευκό καμβά και αγκάλιαζε στοργικά τα χέρια του καλλιτέχνη, τον γέμιζε όλο χαρά και νόημα και εκείνος σε αντάλλαγμα το άφηνε να κυλάει σε ολόκληρο το κορμί του με τέτοια λεπτότητα και αφοσίωση, που γινόταν μέρος του, αναπόσπαστο κομμάτι του. Μέχρι να έρθει η στιγμή να αποχαιρετιστούν και να δώσουν το επόμενο ραντεβού τους στον ουρανό, τότε ο καλλιτέχνης το επιστρέφει στα αδέρφια του στις εκατομμύρια μικρές σταγόνες, από δροσερό νερό αναμειγμένες με ιδρώτα αλλά και περηφάνεια, και πότε έπεφτε σε εκατομμύρια σταγόνες και κατέληγε ξανά μέσα στην θάλασσα, όπου εκεί πάλι καρτερούσε να ζήσει ξανά άλλο ένα τρομερό ταξίδι μαζί του.

Τα χρώματα γύρω μου, έχουν τόσα να μου διηγηθούν, τόσα να μου μάθουν για την τέχνη. Η κοσμική μουσική ακούγεται απ’ άκρη σε άκρη μέσα στο αχανές ετούτο σύμπαν δημιουργημένο, από μελωδίες και λέξεις εμποτισμένο από τυχαίες πινελιές και έντονα συναισθήματα και εικόνες άυλες. Γυμνή περιλουσμένη από χρώματα και ιδέες σαν μια εικόνα του παρελθόντος ακούω το φως να με καλεί στην αγκαλιά του. Μου ζητάει να γεννηθώ και να έλθω στο επίδοξο μυαλό κάποιας νέας εικόνας, να φωτίσω ένα σκοτεινό μυαλό με ιδέες και να αναγεννηθώ, μέσα από τις σκέψεις και φορέσω πάλι τις λέξεις κάποιου συγγραφέα, να πιτσιλιστώ από μια θάλασσα από εικόνες κάποιου καλλιτέχνη, που θα με δημιουργεί με ευλάβεια με το μολύβι του και θα με περιγράφει με το απαλό του χάδι, το πινέλο του.

Να γεννηθώ ξανά, μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα και να με αναζητάει ένας μικρός ήρωας μέσα στο χαρτί του, να αφήσω το αποτύπωμα μου επάνω σε τοίχους, σε χαρτιά μα και σε πεντάγραμμα. Να αναστενάξω από ηδονή μέσα σε κρυφές σκέψεις και σε μαγευτικές εικόνες βγαλμένες από την ζωή τους. Να με ακολουθήσουν, οι σκέψεις και οι σκιές και να αφήσω την οργιασμένη φαντασία τους, να πλάσει κατά το δοκούν. Να πάρω μαζί μου και τα χρώματα, το γαλάζιο, το λευκό και το κόκκινο, να στεριώσω μέσα στις καρδιές των χιλιάδων καλλιτεχνών και να τους ξυπνήσω, από το λήθαργο τους, να ζήσουν μαζί μου άλλη μια νύχτα και να φύγω το πρωί, καθώς το φως θα έχει έλθει για να τους περιλούσει με το θείο δώρο της δημιουργίας. Να ανέβω επάνω σε μια σκηνή και να ενσαρκώσω τον καλύτερο ρόλο της ζωής μου, να ακολουθήσω τις κόκκινες κλωστές της σκέψης τους, να γίνω η δημιουργία τους, η μητέρα τους, η ερωμένη τους και η μούσα τους. Να μπω μέσα σε παγωμένες καρδιές και τις αφήνω να χτυπήσουν δυνατά. Να γίνω η ερωμένη της τέχνης τους και να φωνάζουν από χαρά το όνομα μου, να με αποκαλούν σε όσες γλώσσες δημιουργήσει ο ανθρώπινος νους, να ξεπερνάνε για χάρη μου τα σύνορα του μυαλού τους, να με αποκαλούν Δημιουργία και Έμπνευση.

Και όταν όλα αυτά τελειώσουν να επιστρέψω εδώ, στην επουράνια βασιλεία των χρωμάτων μου, μέσα στην φύση μου, αλλά κοντοζυγώνει η στιγμή αυτή, όμως από την άλλη σκέφτομαι τα χρώματα, που θα δημιουργηθούν μέσα μου. Μπορεί το σπίτι μου να είναι εδώ αλλά η ψυχή μου καρτερεί να τρέξει μαζί τους, να μην επιστρέψω εδώ, να μείνω μαζί τους και μαζί με πάσης φύσεως καλλιτέχνη, που είχε, έχει και θα γεννηθεί. Να γεννηθώ και αργότερα, μετά από πολλά χρόνια να γίνω ένα με την θάλασσα και το γαλάζιο της χρώμα. Και τέλος να αφήσω την τελευταία μου πνοή μέσα σε ένα ανθόσπαρτο λιβάδι από χρώματα, να γίνω ένα με την φύση. Αυτή θέλω να είναι τελευταία μου ανάμνηση, να με καίει το φως και να αγκαλιάζουν τα χρώματα και οι σκιές τους. Είμαι έτοιμη. 

Πάμε;


ΖΝ

Νοεμβρίου 07, 2020

Το τέλος των ψευδαισθήσεων.

Το τέλος των ψευδαισθήσεων, τι μεγαλεπήβολη σκέψη, τι μεγάλη προσταγή για τον άνθρωπο;
Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από κενές λέξεις εμπνευσμένες από φρενοβλαβείς γυναίκες, με αυτοκτονικές τάσεις.

 

Μια τελευταία αναπνοή.

Μια ακόμα.

Και μετά άλλη μια.

Κάθε στιγμή, που βλέπω το στέρνο μου, να φουσκώνει με πιάνει οργή.

Μια τόσο μεγάλη ακατάπαυστη οργή, που μόνο τα μανιασμένα κύματα της θάλασσας με καταλαβαίνουν. Νιώθω, ότι ξύπνησα από έναν βαρύ ύπνο, μέσα σε ένα στενό νεκροκρέβατο. Βλέπω τα κομμάτια από πεταμένα μπουκάλια, αποτσίγαρα, και ξεσκισμένα ρούχα. Ακούω κάπου από μέσα πνιχτές φωνές, και ένα ραδιόφωνο να παίζει ακατάπαυστα.

Κόσμο να μιλάει, να φωνάζει. Ουρλιάζουν σαν ζώα. Δεν μπορώ να μένω έτσι άλλο πια, και το στέρνο μου, το νιώθω όλο και πιο βαρύ, μέσα στα μισό κατεστραμμένα σκεπάσματα, βρίσκω το κορμί μου μελανιασμένο και ακρωτηριασμένο, σχεδόν δεν το αναγνωρίζω.

Που είναι τα χέρια μου;

Που είναι τα μαλλιά μου;

Που είναι τα πόδια μου;

Οι σκέψεις μου είναι συγκεχυμένες, μέσα στον καπνό και τα γαμημένα ουρλιαχτά, ψάχνω λίγη ηρεμία να σκεφτώ, να πάρω ανάσα, μια τελευταία ανάσα. Νιώθω τα άκρα μου να μουδιάζουν και ένα μεγάλο κύμα οργής και απόγνωσης κατακλύζει το σώμα μου, έτσι κουλουριασμένη στο υπέρλαμπρο αυτό δωμάτιο ψάχνω σκια. Δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου. Έχω οργή μέσα μου. Έχω την ανάγκη να ξεσκίσω τα μάτια μου. Και αυτές οι κραυγές δεν σταματούν, δεν υπάρχει οξυγόνο, μέσα στο φωτεινό δωμάτιο.

Δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο οι φωνές. Ο ήχος είναι οξύς και δεν θυμάμαι να έχω ξανά ακούσει κάτι τέτοιο ποτέ ξανά. Ο ήχος με το πέρασμα των λεπτών αυξάνεται και αρχίζει να αλλοιώνεται, να αποσυντίθεται και να μετατρέπεται σε ουρλιαχτά ετοιμοθάνατων παιδιών και απευθείας μετά να ακούγονται δυνατά υστερικά γέλια. Το κορμί συθέμελα τραντάζεται. Τώρα προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου και βλέπω γύρω μου ανθρώπους. Μάλλον, μαζεύτηκαν γύρω μου, γιατί με άκουσαν να ουρλιάζω. Δεν μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά τους, είναι καχύποπτοι, δεν έχουν πρόσωπο, ούτε μάτια, παρά μόνο σώμα, τα άκρα τους είναι καψαλισμένα και τα ρούχα τους είναι μαύρα. Είναι  όλο αυτό άραγε μέρος των ψευδαισθήσεων μου; Είναι άραγε αυτά τα ομοιώματα ανθρώπων  η οικογένεια μου; Είναι άραγε ο εαυτός μου, που διασπάστηκε σε πολλαπλές προσωπικότητες, μετά από όσα έγιναν; Είναι τα φαντάσματα του παρελθόντος; Δεν γνωρίζω. Μέσα στην σύγχυση μου, με άτσαλες κινήσεις προσπαθώ να φύγω από εκεί μέσα, αλλά δεν καταφέρνω να κουνήσω το κορμό μου, παρά μόνο να συνεχίσω να φωνάζω. Τα ανδρείκελα έρχονται όλο και πιο κοντά μου, νιώθω ότι περικυκλώνουν το νεκροκρέβατο μου, προσπαθώ να μην κοιτάω το άλλοτε σημείο, που έφερε τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, γυρνάω το βλέμμα μου και αντικρίζω το δωμάτιο. Μοιάζει με δωμάτιο κλινικής, αλλά μοιάζει αλλόκοτα και με το δωμάτιο στο πατρικό μου σπίτι.

Ο ήχος του ραδιοφώνου έρχεται εισβάλει βίαια, όταν κάποιος ανοίγει την πόρτα. Ο ήχος αυτός είναι τόσο οξύς, που νιώθω τα αυτιά μου να ματώνουν.

Το δωμάτιο έχει γεμίσει από άμορφα πλάσματα, που ουρλιάζουν. Ο ήχος δεν είναι ανθρώπινος. Ένα σύνολο από κατεστραμμένες σκέψεις, σε συνδυασμό με την ανάγκη να βγάλω τα εντόσθια μου, με πνίγει. Πνίγομαι, από την πικρή γεύση των στομαχικών μου υγρών. Πέφτω στο πάτωμα και γονατίζω. Βγάζω ό,τι είχα μέσα μου. Τα χείλη μου γεμίζουν με αίμα. Το αίμα λερώνει το πρόσωπο μου, τα ρούχα μου, των γύρω μου και το πάτωμα. Το πάτωμα είχε ένα υπόλευκο χρώμα και στιγμιαία, μέσα σε μια στιγμή κατακλύζεται από ένα έντονο κόκκινο χρώμα, όπως έναν λευκό καμβά, που πρώτη φορά πετάς μια κόκκινη πιτσιλιά. Το αίσθημα που έχω τη συγκεκριμένη στιγμή είναι αβάσταχτο, μέσα στο χάος των ήχων, προσπαθώ να βρω την ισορροπία μου και να σηκωθώ από το πάτωμα, αλλά δεν τα καταφέρνω και ξαναπέφτω, επάνω στον εμποτισμένο μου εμετό. Λερώνομαι, και καθώς πέφτω γεύομαι την γεύση του αμυδρά. Αρχίζω, να παρατηρώ, πως η κατάσταση έχει πλήρως ξεφύγει. Προσπαθώ να διαφύγω από την πόρτα, που είναι μόλις λίγα μέτρα πιο δίπλα μου. Τα άμορφα ανδρείκελα σταματάνε να ουρλιάζουν και με κοιτάνε προσεκτικά. Αρχίζουν, να κάνουν άκρη και εγώ κατευθύνομαι όλο και πιο κοντά στην πόρτα. Με το ένα μου χέρι την ανοίγω και αντικρίζω το απόλυτο σκοτάδι. Οι κούκλες απομακρύνονται από την πόρτα και ο κύκλος, που έκαναν γύρω από το καταπονημένο μου σώμα σπάει. Με όλη μου την δύναμη σέρνομαι, να φύγω μακριά από αυτά τα αλλόκοτα πλάσματα.

Ο ήχος του ραδιοφώνου τώρα με τρελαίνει, πιάνομαι από έναν τοίχο και τον ψηλαφίζω προσεκτικά. Στηρίζω όλο μου το βάρος πάνω του, και σηκώνομαι για πρώτη φορά όρθια. Κατευθύνομαι όλο και πιο κοντά στην αναθεματισμένη συσκευή, με αργά βήματα πιάνομαι από τους τοίχους. Βλέπω στο βάθος του διαδρόμου, ένα μεγάλο ρόπαλο και τρέχω να το πάρω, να σπάσω το ραδιόφωνο.

Το αρπάζω και το σπάω, θρυμματίζεται σε μικρότερα κομμάτια ενώ παράλληλα πετάει μικρές σπίθες, που φωτίζουν όλο το σκοτεινό χώρο γύρω μου και έτσι στιγμιαία μπορώ να διακρίνω το μέγεθος του δωματίου που βρίσκομαι. Όλα με ιλιγγιώδη ταχύτητα σταματούν .

Ο χρόνος σταματάει και επικρατεί σιωπή, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα για πρώτη φορά, μπορώ να ακούσω την αναπνοή μου, κάτι που μέσα στο απόλυτο χάος, ξεχνάω πόσο με ενοχλεί. Κλείνω για ένα λεπτό τα μάτια μου.

Δεν ακούγεται τίποτα.

Μια ακόμα αναπνοή.

Η τελευταία αναπνοή.

Μια ακόμα .

Ανοίγω τα μάτια μου, τίποτα από όλα αυτά δεν έχει συμβεί, είμαι πάλι στο νεκροκρέβατο μου και ακούγεται από μακριά ο ήχος ενός χαλασμένου ραδιοφώνου, που μιλάει ακατάπαυστα. Οι συνομιλητές είναι εμφανώς από άλλη χώρα και για αυτό δεν καταλαβαίνω την συζήτηση, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν με νοιάζει ιδιαίτερα, ακούω από μακριά την καμπάνα κάποιας εκκλησίας και  έναν απόηχο από κάποιο ασθενοφόρο. Τίποτα, που να παραπέμπει σε αυτόν τον τρελό εφιάλτη, που αντίκρισα την προηγούμενη φορά. Ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω ένα λευκό δωμάτιο. Είμαι μόνη μου. Αυτό με χαροποιεί και με ενθουσιασμό σηκώνομαι αλλά βλέπω, πως δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου, ξεσκεπάζομαι γρήγορα και βλέπω, πως δεν έχω άκρα.

Με κομμένη ανάσα αναπνέω βαθιά και  σηκώνομαι από το κρεβάτι. Αγγίζω το σώμα μου, να δω αν κάποιο μέλος του σώματος μου λείπει. Μέσα στο άγχος και την απόλυτη κατάρρευση δεν προλαβαίνω να παρατηρήσω αν έχω και τις άλλες αισθήσεις μου. Με  μεγάλη μου χαρά αντιλαμβάνομαι, πως είμαι αρτιμελής, αλλά δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου, αγγίζω με προσοχή το κεφάλι μου, και αντιλαμβάνομαι έντρομη, ότι οι κόγχες των ματιών μου είναι άδειες. Δεν έχω μάτια και αυτό μου προκαλεί ουρλιαχτά τόσο δυνατά, που ξυπνάω από τον δυνατό αυτό απόηχο του εαυτού μου, μέσα στο αέναο αυτό παραλήρημα των ψευδαισθήσεων μου. Μέσα στις ψευδαισθήσεις μου, βιώνω τον ακόρεστο πόνο και την καταστροφή τόσο της σωματικής μου ακεραιότητας αλλά και των ψυχολογικών μου μεταπτώσεων, που το μόνο, που θέλω είναι να σταματήσουν οι ψευδαισθήσεις και τα ντελίρια. Ο ολοκληρωτικός διαχωρισμός από τον εαυτό μου είναι πλέον γεγονός.

Τελευταία αναπνοή.

Τελευταία ψευδαίσθηση.

Σηκώνομαι και συνειδητοποιώ, πώς κάθε μνήμη του προηγούμενου εαυτού μου επανέρχεται, κάθε μικρή ανάμνηση και κάθε λεπτομέρεια.

Θυμάμαι ποιά ήμουν. Αυτή η διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι κομμάτι μου.

Μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα βγάζω με προσοχή τις ενέσεις από τα χέρια και τα πόδια μου. Σηκώνομαι και βλέπω με τρόμο το ένα μου χέρι είναι κατεστραμμένο, όχι όμως από φωτιά αλλά από τα έντονα σημάδια, (που έχω κάνει στον εαυτό μου. Πώς είναι δυνατόν να έχω προκαλέσει τόσο έντονο πόνο σε εμένα;)  

   Αρχίζω και τρέχω στους διαδρόμους και προσπερνάω άγνωστους ανθρώπους και γιατρούς. Οι σκιές τους είναι θεόρατες στους μεγάλους άδειους τοίχους και όσο τρέχω και τους προσπερνώ βλέπω, πώς τα πρόσωπα τους κρύβονται, λες και δεν φέρουν χαρακτηριστικά. Προσπαθώ, να βγω μέσα από αυτό το χάος και νιώθω τον αέρα στα μαλλιά μου να με αναζωογονεί και το αίμα μου να καίει μέσα στην σάρκα μου. Βλέπω τα χέρια μου, που είναι γεμάτα με αίματα. Με μία βαθιά ανάσα ουρλιάζω. Επικρατεί σιωπή, εκτός από έναν απόηχο από το απέναντι κτίριο, του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, παίρνω μια βαθιά ανάσα και μένω εκεί.

Λίγη ώρα αργότερα βρίσκω το θάρρος και λέω με δυνατή φωνή:

 

"Το τέλος των ψευδαισθήσεων, τι μεγαλεπήβολη σκέψη, τι μεγάλη προσταγή για τον άνθρωπο;

Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από κενές λέξεις εμπνευσμένες από φρενοβλαβείς γυναίκες, με αυτοκτονικές τάσεις".


Ζ.Ν.

Απριλίου 11, 2020

Το λευκό δωμάτιο.



Έρχεται ο χειμώνας, είμαι μόνη μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο. Οι τοίχοι είναι λευκοί, άδειοι. Δεν υπάρχει κανένας γύρω μου. Επικρατεί σιωπή. Το μόνο που ακούγεται είναι ο απόηχος από κάποιο μελαγχολικό σαξόφωνο που παίζει. Είναι ξημέρωμα, η πιο μαγική ώρα της ημέρας. Ο απόηχος εισβάλει μέσα στο δωμάτιο μου μαζί με ένα δροσερό αεράκι. Η νύχτα είναι απρόσιτη πλέον, το σκοτάδι αποπνικτικό. Δεν επιθυμώ να είμαι πλέον εκεί. Αποφασίζω να σηκωθώ από το πάτωμα και να βγω έξω. Από μακριά ακούγονται ομιλίες, γέλια και βήματα. Ξέρω, δεν είναι για εμένα. Δεν έχω τίποτα να με κάνει ευτυχισμένη, παρά μόνο οι ψευδαισθήσεις μου. Όνειρα έχω σταματήσει να βλέπω. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν νιώθω.
Στη ζωή μου επικρατεί η άρνηση. Η άρνηση του πένθους, της λύπης, της μελαγχολίας, του θανάτου, όλα. Η ζωή μου έχει γεμίσει από παροδικές και πρόσχαρες ψευδαισθήσεις και απολαύσεις, από εσφαλμένους ισχυρισμούς, από ψέματα. Ψέματα. Έχω γεμίσει το στόμα μου με ψέματα. Όσο αυτό γεμίζει, τόσο εγώ αδειάζω. Βουλιάζω μέσα μου. Βουλιάζω σε μια άβυσσο. Δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ψέμα και αυτό. Δεν ξέρω πώς είναι να βουλιάζεις, γιατί ξέρω από κολύμπι. Δεν ξέρω πώς είναι τα συναισθήματα. Ψέμα. Ξέρω πώς είναι η αίσθηση του φόβου, μόνο αυτόν εμπιστεύομαι, τίποτα άλλο. Θα ήθελα πολύ να αποφασίσω να σηκωθώ από το παγωμένο πάτωμα του λευκού σπιτιού, αλλά ξέρω, ότι δεν θα το κάνω. Ξέρω καλά, πώς είναι να προσποιούμαι, πώς είμαι καλά, είμαι καλή ηθοποιός. Παίζω πολλά χρόνια τον ίδιο ρόλο. Ξέρω πώς να ξεγλιστράω από τις δύσκολες «συναισθηματικές» καταστάσεις και να προσποιούμαι, πώς εκείνη την στιγμή με καταλαβαίνεις. Ξέρω τι θες να ακούσεις, ξέρω τι χρειάζεσαι, είναι προφανές, για εμένα. Θυμάμαι να  παρατηρώ το βλέμμα σου. Απεγνωσμένα έψαχνες για συμπαράσταση, πρόσκαιρη αγάπη, ηδονή. Ξέρω τι θέλεις. Εγώ δεν ξέρω τι αναζητώ.
 Όταν έφυγα, όλα άλλαξαν, όταν γύρισα, ήταν όλα άδεια. Είμαι μόνη από επιλογή, οι επιλογές μου καθορίζουν τις πράξεις μου. Όλα είναι στη θέση τους σε απόλυτη σχεδόν ιδεοψυχαναγκαστική ακρίβεια. Όλα είναι στη θέση τους, ζω μέσα σε ιδανικές συνθήκες. Έχω ένα σπίτι, έχω μια ζωή, έχω μια δουλειά, έχω ελευθερία. Ψέμα. Λέω συνέχεια ψέματα: σε εσένα αόρατε αναγνώστη, σε εσένα καθηγητή, σε εσένα μητέρα, σε εσένα επίδοξε εραστή, σε εμένα. Ψέματα, άλλοτε μικρά και ανώδυνα, άλλοτε μεγάλα. Μιλάω συνεχώς. Ψέμα. Συνήθως είμαι σιωπηλή, μέσα σε αυτό εδώ το δωμάτιο, και σε κάθε δωμάτιο που έχω βρεθεί. Βρίσκομαι σε ένα λευκό δωμάτιο, με ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα πακέτο τσιγάρα. Πετάω την στάχτη στο πάτωμα. Πατάω τα τσιγάρα όσο καίνε επάνω στο δέρμα μου, για να αφήσω σημάδια, άλλοτε μεγάλα, άλλοτε μικρά. Όλα έχουν την θέση τους. Όλα εκτός από εμένα. Εγώ δεν έχω θέση, δεν κοιμάμαι στο κρεβάτι, δεν κάθομαι σε καρέκλα, αλλά στο πάτωμα. Εκεί είναι η  θέση μου, στο πάτωμα. Δεν σκέφτομαι τίποτα. Ψέμα. Σκέφτομαι εσένα. Ψέμα. Σκέφτομαι εμένα. Ψέμα. Σκέφτομαι, αλλά ξεχνάω, τι σκέφτομαι την στιγμή, που ολοκληρώνεται ο συλλογισμός.
Είμαι γυμνή στο πάτωμα και ακούω μουσική από ένα σαξόφωνο. Ακούω τους άλλους να ζούνε την ζωή, που θα ήθελα να ζω. Ακούω, βλέπω αλλά δεν ξέρω να αναπνέω. Δεν έχω ακούσει ποτέ την αναπνοή μου. Δεν έχω ακούσει πότε την καρδιά μου να χτυπάει. Νομίζω, πως ζώ. Νομίζω, πώς σε ξέρω. Νομίζω, πώς έχω μια θέση. Ψέμα. Δεν ανήκω πουθενά. Κανένας, δεν ανήκει σε εμένα. Τίποτα δεν είναι δικό μου. Ψέμα. Οι σκέψεις μου, ανήκουν σε εμένα. Δεν είναι καν σκέψεις, τώρα που το συλλογίζομαι, είναι απλοϊκές ιδέες και ψευδή βιώματα, που νομίζω, πώς έχω. Γιατί να έχει κανείς ψευδή βιώματα; Για να ταυτίζεται με τα άλλα άτομα γύρω του. Νομίζω, πώς θέλω να ταυτιστώ. Ψέμα. Θέλω να νομίζουν, ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Δεν ξέρω να ταυτίζομαι, δεν ξέρω να επικοινωνώ. Δεν ξέρω τίποτα. Είναι μια επιλογή και αυτή. Σηκώνω το χέρι μου στον αέρα και νιώθω το αεράκι από το ανοιχτό παράθυρο. Το παρατηρώ. Το κατεβάζω, είναι γεμάτο από τραύματα. Ψέμα. Τα τραύματα τα βλέπω μόνο εγώ. Δεν αφήνω κανέναν να με αγγίξει. Ψέμα. Έχω αφήσει, και με τραυμάτισαν. Επώδυνη εμπειρία. Ψέμα, εκείνοι ήταν η αφορμή για να τραυματίσω εγώ τον εαυτό μου. Αυτό δεν τους κάνει ούτε αιτίες, ούτε αφορμές, ούτε έχουν την ευθύνη. Κανείς δεν έχει την ευθύνη, παρά μόνο εγώ. Εγώ, που ζω σαν παράσιτο μέσα από τις χαρές των άλλων.
Παρασιτώ, μέσα στους άλλους. Παρασιτώ μέσα σου, παρασιτώ μέσα μου. Είμαι νεκρή μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο. Είμαι νεκρή μέσα σε ένα τακτοποιημένο λευκό άδειο δωμάτιο. Είμαι νεκρή μέσα στις σκέψεις μου, μέσα στο μυαλό μου. Όλα είναι πασπαλισμένα με σκόνη, στάχτη και βρώμα. Ότι είναι δίπλα μου αργοπεθαίνει. Όταν είσαι δίπλα μου δεν ζεις. Πεθαίνω μαζί με τις τύψεις μου, πεθαίνω μέσα στην απόλυτη τάξη. Πεθαίνω αλλά δεν κλείνω τα μάτια μου. Πεθαίνω αλλά δεν σταματάω. Ο θάνατος είναι αργός, ήρεμος. Είμαι ημίθανη μέσα στο σκοτάδι. Ήταν χειμώνας, θυμάμαι, ήμουν μόνη μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο. Οι τοίχοι ήταν λευκοί, άδειοι. Δεν υπήρχε κανένας γύρω μου. Επικρατούσε σιωπή.



ΖΝ