Έρχεται
ο χειμώνας, είμαι μόνη μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο. Οι τοίχοι είναι λευκοί,
άδειοι. Δεν υπάρχει κανένας γύρω μου. Επικρατεί σιωπή. Το μόνο που ακούγεται
είναι ο απόηχος από κάποιο μελαγχολικό σαξόφωνο που παίζει. Είναι ξημέρωμα, η
πιο μαγική ώρα της ημέρας. Ο απόηχος εισβάλει μέσα στο δωμάτιο μου μαζί με ένα
δροσερό αεράκι. Η νύχτα είναι απρόσιτη πλέον, το σκοτάδι αποπνικτικό. Δεν
επιθυμώ να είμαι πλέον εκεί. Αποφασίζω να σηκωθώ από το πάτωμα και να βγω έξω.
Από μακριά ακούγονται ομιλίες, γέλια και βήματα. Ξέρω, δεν είναι για εμένα. Δεν
έχω τίποτα να με κάνει ευτυχισμένη, παρά μόνο οι ψευδαισθήσεις μου. Όνειρα έχω
σταματήσει να βλέπω. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν νιώθω.
Στη
ζωή μου επικρατεί η άρνηση. Η άρνηση του πένθους, της λύπης, της μελαγχολίας,
του θανάτου, όλα. Η ζωή μου έχει γεμίσει από παροδικές και πρόσχαρες
ψευδαισθήσεις και απολαύσεις, από εσφαλμένους ισχυρισμούς, από ψέματα. Ψέματα.
Έχω γεμίσει το στόμα μου με ψέματα. Όσο αυτό γεμίζει, τόσο εγώ αδειάζω. Βουλιάζω
μέσα μου. Βουλιάζω σε μια άβυσσο. Δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ψέμα και αυτό.
Δεν ξέρω πώς είναι να βουλιάζεις, γιατί ξέρω από κολύμπι. Δεν ξέρω πώς είναι τα
συναισθήματα. Ψέμα. Ξέρω πώς είναι η αίσθηση του φόβου, μόνο αυτόν
εμπιστεύομαι, τίποτα άλλο. Θα ήθελα πολύ να αποφασίσω να σηκωθώ από το παγωμένο
πάτωμα του λευκού σπιτιού, αλλά ξέρω, ότι δεν θα το κάνω. Ξέρω καλά, πώς είναι
να προσποιούμαι, πώς είμαι καλά, είμαι καλή ηθοποιός. Παίζω πολλά χρόνια τον
ίδιο ρόλο. Ξέρω πώς να ξεγλιστράω από τις δύσκολες «συναισθηματικές»
καταστάσεις και να προσποιούμαι, πώς εκείνη την στιγμή με καταλαβαίνεις. Ξέρω
τι θες να ακούσεις, ξέρω τι χρειάζεσαι, είναι προφανές, για εμένα. Θυμάμαι
να παρατηρώ το βλέμμα σου. Απεγνωσμένα
έψαχνες για συμπαράσταση, πρόσκαιρη αγάπη, ηδονή. Ξέρω τι θέλεις. Εγώ δεν ξέρω
τι αναζητώ.
Όταν έφυγα, όλα άλλαξαν, όταν γύρισα, ήταν όλα
άδεια. Είμαι μόνη από επιλογή, οι επιλογές μου καθορίζουν τις πράξεις μου. Όλα
είναι στη θέση τους σε απόλυτη σχεδόν ιδεοψυχαναγκαστική ακρίβεια. Όλα είναι
στη θέση τους, ζω μέσα σε ιδανικές συνθήκες. Έχω ένα σπίτι, έχω μια ζωή, έχω
μια δουλειά, έχω ελευθερία. Ψέμα. Λέω συνέχεια ψέματα: σε εσένα αόρατε
αναγνώστη, σε εσένα καθηγητή, σε εσένα μητέρα, σε εσένα επίδοξε εραστή, σε
εμένα. Ψέματα, άλλοτε μικρά και ανώδυνα, άλλοτε μεγάλα. Μιλάω συνεχώς. Ψέμα.
Συνήθως είμαι σιωπηλή, μέσα σε αυτό εδώ το δωμάτιο, και σε κάθε δωμάτιο που έχω
βρεθεί. Βρίσκομαι σε ένα λευκό δωμάτιο, με ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα πακέτο
τσιγάρα. Πετάω την στάχτη στο πάτωμα. Πατάω τα τσιγάρα όσο καίνε επάνω στο
δέρμα μου, για να αφήσω σημάδια, άλλοτε μεγάλα, άλλοτε μικρά. Όλα έχουν την
θέση τους. Όλα εκτός από εμένα. Εγώ δεν έχω θέση, δεν κοιμάμαι στο κρεβάτι, δεν
κάθομαι σε καρέκλα, αλλά στο πάτωμα. Εκεί είναι η θέση μου, στο πάτωμα. Δεν σκέφτομαι τίποτα.
Ψέμα. Σκέφτομαι εσένα. Ψέμα. Σκέφτομαι εμένα. Ψέμα. Σκέφτομαι, αλλά ξεχνάω, τι
σκέφτομαι την στιγμή, που ολοκληρώνεται ο συλλογισμός.
Είμαι
γυμνή στο πάτωμα και ακούω μουσική από ένα σαξόφωνο. Ακούω τους άλλους να ζούνε
την ζωή, που θα ήθελα να ζω. Ακούω, βλέπω αλλά δεν ξέρω να αναπνέω. Δεν έχω
ακούσει ποτέ την αναπνοή μου. Δεν έχω ακούσει πότε την καρδιά μου να χτυπάει.
Νομίζω, πως ζώ. Νομίζω, πώς σε ξέρω. Νομίζω, πώς έχω μια θέση. Ψέμα. Δεν ανήκω
πουθενά. Κανένας, δεν ανήκει σε εμένα. Τίποτα δεν είναι δικό μου. Ψέμα. Οι
σκέψεις μου, ανήκουν σε εμένα. Δεν είναι καν σκέψεις, τώρα που το συλλογίζομαι,
είναι απλοϊκές ιδέες και ψευδή βιώματα, που νομίζω, πώς έχω. Γιατί να έχει
κανείς ψευδή βιώματα; Για να ταυτίζεται με τα άλλα άτομα γύρω του. Νομίζω, πώς
θέλω να ταυτιστώ. Ψέμα. Θέλω να νομίζουν, ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Η
πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Δεν ξέρω να ταυτίζομαι, δεν ξέρω να
επικοινωνώ. Δεν ξέρω τίποτα. Είναι μια επιλογή και αυτή. Σηκώνω το χέρι μου
στον αέρα και νιώθω το αεράκι από το ανοιχτό παράθυρο. Το παρατηρώ. Το
κατεβάζω, είναι γεμάτο από τραύματα. Ψέμα. Τα τραύματα τα βλέπω μόνο εγώ. Δεν
αφήνω κανέναν να με αγγίξει. Ψέμα. Έχω αφήσει, και με τραυμάτισαν. Επώδυνη
εμπειρία. Ψέμα, εκείνοι ήταν η αφορμή για να τραυματίσω εγώ τον εαυτό μου. Αυτό
δεν τους κάνει ούτε αιτίες, ούτε αφορμές, ούτε έχουν την ευθύνη. Κανείς δεν
έχει την ευθύνη, παρά μόνο εγώ. Εγώ, που ζω σαν παράσιτο μέσα από τις χαρές των
άλλων.
Παρασιτώ,
μέσα στους άλλους. Παρασιτώ μέσα σου, παρασιτώ μέσα μου. Είμαι νεκρή μέσα σε
ένα άδειο δωμάτιο. Είμαι νεκρή μέσα σε ένα τακτοποιημένο λευκό άδειο δωμάτιο.
Είμαι νεκρή μέσα στις σκέψεις μου, μέσα στο μυαλό μου. Όλα είναι πασπαλισμένα
με σκόνη, στάχτη και βρώμα. Ότι είναι δίπλα μου αργοπεθαίνει. Όταν είσαι δίπλα
μου δεν ζεις. Πεθαίνω μαζί με τις τύψεις μου, πεθαίνω μέσα στην απόλυτη τάξη.
Πεθαίνω αλλά δεν κλείνω τα μάτια μου. Πεθαίνω αλλά δεν σταματάω. Ο θάνατος
είναι αργός, ήρεμος. Είμαι ημίθανη μέσα στο σκοτάδι. Ήταν χειμώνας, θυμάμαι,
ήμουν μόνη μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο. Οι τοίχοι ήταν λευκοί, άδειοι. Δεν υπήρχε
κανένας γύρω μου. Επικρατούσε σιωπή.
Απριλίου 11, 2020
Το λευκό δωμάτιο.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου