Νοεμβρίου 28, 2019
Ερωτικό.
Ουροβόρος όφις.
-Πες μου ,λοιπόν, τι είναι αυτό που φοβάσαι.-Δεν φοβάμαι τίποτα.-Πώς είναι δυνατόν να μην φοβάσαι τίποτα;-Απλά συμβαίνει… όταν αντικρίζεις την φρίκη καθημερινά
συνηθίζεις τον πόνο, συνηθίζει ο οργανισμός σου και μετά παγώνεις. Γίνεσαι ένα
με τον πόνο και τα συναισθήματα σου αδρανοποιούνται. Γίνεσαι καχύποπτος. Είναι
όμως και η μόνη λύση που έχεις για να επιβιώσεις σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Γίνεσαι
ότι φοβόσουν όταν ήσουν παιδί. Γίνεσαι κάθε μέρα και πιο μισητός τόσο από τους
γύρω σου όσο και για τον ίδιο σου τον εαυτό. Αντικρίζεσαι στις αντανακλάσεις
των επίπλων και βλέπεις μια μορφή άλλη, μια ξένη μορφή και με την πάροδο των
χρόνων το ανέχεσαι, απλά ζεις με αυτό, ανήμπορη να κάνεις κάτι για να αλλάξει
αυτή η κατάσταση. Μέσα από τα μάτια των άλλων βλέπεις το είδωλο σου και αυτό
ξέρω πως τρομάζει αλλά μεγάλωσα πλέον για να φοβάμαι την μορφή μου. Μέσα
κυριαρχεί ένα μονάχα συναίσθημα η οργή, ότι φοβόμουν έχω γίνει, ότι μου είπες
να μην γίνω έγινα, μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Θυμάσαι όταν ήμουν παιδί και
κάναμε την ίδια κουβέντα εδώ έξω στο μπαλκόνι, τα κρύα βράδια του χειμώνα και
τα καυτά μεσημέρια του Αυγούστου;-Όχι, δεν τα θυμάμαι.-Μα πώς είναι δυνατόν να μην τα θυμάσαι;-Απλά, συμβαίνει. Ο πόνος και ο έρωτας είναι δύο
έννοιες ταυτόσημες. Συσχετίζονται άμεσα όσο έχεις πονέσει τόσο θα πονέσεις στην
συνέχεια το επόμενο θύμα σου. Ειδικά αν είναι κανένα αδύναμο και καχεκτικό
πλάσμα θα το δεις, θα το πονάς ακόμα περισσότερο από ότι σου έκαναν εσένα.
Ξέρεις τι φαντάζομαι; Νομίζω πώς θα σε ιντριγκάρει να δημιουργείς πόνο στους
άλλους. Η ηδονή σου πλέον δεν θα είναι το άλλο άτομο αλλά ο ίδιος ο πόνος θα
γίνει αυτοσκοπός. Δεν θα αναγνωρίζεις στα πρόσωπα των συντρόφων σου αλλαγές θα
είναι όλα ίδια και η ανάγκη σου μια και μοναδική -να τους σκοτώνεις καθημερινά-
ο πόνος θα γίνεται αφόρητος και εσένα όλο και περισσότερο θα σε ερεθίζει.
Μερικοί αδύναμοι θα φύγουν ενώ άλλοι θα μένουν χωρίς λόγο μαζί σου μέχρι να
καταλάβουν πως είναι και αυτοί μόνοι τους. Έπειτα, αφού ο πόνος θα εξαφανίζεται
όπως και το συναίσθημα σου τότε να φεύγεις εσύ, να οδεύεις προς το επόμενο θύμα
σου. Να τους κατασπαράζεις την σάρκα, να μπαίνεις κάτω από το δέρμα τους και να
πιέζεις τα σωθικά τους να βγουν προς τα έξω, να τους τρυπάς τα κόκαλα αργά και
σταθερά, να τους μειώνεις καθημερινά υπενθυμίζοντας τους την ανωτερότητα σου,
όχι ότι υπάρχει αλλά σημασία έχει τι πουλάς προς τα έξω. Κανένας δεν είναι μέσα
στο κεφάλι σου και να μην τους αφήσεις να μπουν κιόλας. Σημασία για εσένα θα
έχει μόνο ο εαυτός σου και η ικανοποίηση των δικών σου αναγκών από τους άλλους
να αρπάζεις γρήγορα αυτό που θες και μετά να απολαμβάνεις τα λάφυρα σου.-Δεν ισχύει αυτό, μόνο σε εμένα θέλω να προκαλώ πόνο,
τον έρωτα τώρα που το ανέφερες δεν νομίζω να έχω ερωτευτεί ποτέ μου. Θέλω να πω
από την στιγμή που δεν ξέρω αν το έχω νιώσει μάλλον δεν το έχω νιώσει σωστά;-Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι.-Και τι είναι αυτό που θυμάσαι μου λες;-Τα μάτια της.-Ποιας;-Μιας ξένης. Ήρθε κάποτε στη ζωή μου σαν περαστική σαν
κατατρεγμένο άγριο άλογο μέσα στο χάος του πολέμου, ήρθε και εγώ την φρόντισα,
την αγάπησα και την έβαλα μέσα στο σπίτι μου, την αγάπησα με όλη μου την
δύναμη. Μου έδωσε ένα λόγο ύπαρξης, έναν λόγο να ξυπνάω τις νύχτες αγχωμένη. Να
καρτερώ πάνω από το τηλέφωνο, πίσω από κλειστές πόρτες να ακούσω τα βήματα στο
δρόμο. Να καρτερώ το άγγιγμα της μέσα στην νύχτα, να καρτερώ με αναφιλητά ένα
βλέμμα της, τις νεκρές ώρες που κανένας δεν ήταν εκεί να ταξιδεύω με την
απουσία της και να την αναζητώ μέσα στο χάος να την δω. Όλα αυτά τα έκανα εγώ και
μετά…-Έφυγε;-Όχι, ακριβώς…πήρε ότι ήθελε, πήρε την αγάπη μου, την
στοργή μου και μετά συνέχισε το δρόμο της ελεύθερη και περήφανη συνέχισε το
ταξίδι της.-Θα μου πεις επιτελούς αν θυμάσαι;-Δεν θυμάμαι, πόσες φορές θα στο πω;-Όσες χρειαστεί για να καταλάβω γιατί δεν είσαι εδώ…-Να πονάς τους ανθρώπους που είναι δίπλα σου, να τους
κρατάς σε μια αέναη αγωνία αν αύριο το πρωί θα είσαι εκεί ή θα έχεις γίνει
καπνός αυτό είναι το νόημα. Να νομίζουν πως τους έχεις ανάγκη ενώ πραγματικά το
μόνο άτομο που θα έχεις ανάγκη είναι τον εαυτό σου. Να τους κάνεις να σε
εμπιστευτούν και να τους δηλητηριάζεις τα σωθικά κάθε μέρα και μια δόση
παραπάνω μέχρι να πάψουν να νιώθουν και αυτοί, μετά το επόμενο βήμα είναι να
εξαφανιστείς. Εκεί που δεν θα το περιμένουν να αναμένεις και να καρτεράς σαν
θύτης που αναζητάει το θήραμα του μέσα στις σκιές και να εμφανίζεσαι από το
πουθενά-έτσι τους αποτελειώνεις και μετά να γίνεσαι ξανά καπνός-. Το τσιγάρο
έσβησε, το μπουκάλι τελείωσε, ήρθε η ώρα να φύγεις και εσύ, νύχτωσε κουράστηκα
να σου μιλάω άλλο δεν θέλω. Φύγε.-Δεν μπορώ να φύγω.-Μπορείς, πάρε τα πράγματα σου και άδειασε μου την
γωνιά, θέλω να μείνω μόνη μου. Θέλω να ονειρευτώ τα μάτια της, μόνο αυτά μου
έχουν μείνει.-Και εγώ;-Τι και εσύ;-Να φύγω και εγώ;-Ναι, θα έπρεπε να το έχεις καταλάβει πως από την αρχή
δεν σε ήθελα εδώ, από την πρώτη στιγμή που σε αντίκρισα σε σιχάθηκα. Μου
θυμίζεις όλα μου τα λάθη προσωποποιημένα σε άνθρωπο. Φύγε και μην ξανά
γυρίσεις, δεν θέλω να σε θυμάμαι.-Μα, δεν θέλω να φύγω, άσε με να μείνω για ένα ακόμα
βράδυ. Άσε να κοιμηθώ μαζί σου, για μια τελευταία φορά όπως κάναμε παλιά,
θυμάσαι;-Σου είπα δεν θυμάμαι και να θυμόμουν δεν σε θέλω,
πλέον δεν σε αναγνωρίζω. Δεν είσαι αυτή που ήσουν.-Κράτα έστω αυτό πριν φύγω: για εμένα σημαίνεις πολλά.
Σε αγαπάω.-Σήκω και φύγε! Δεν είσαι δικό μου πλάσμα. Θέλω να
εξαφανιστείς, είσαι ένα λάθος έβγαλα από τα σπλάχνα μου ένα τέρας, ευτυχώς το
κατάλαβα νωρίς και για αυτό δεν σε αγάπησα ποτέ, δεν σου πρόσφερα στοργή,
βλέπεις όλα μου τα είχαν πάρει και εσύ ήρθες και μου τα θυμίζεις όλα, τα μάτια
σου είναι τόσο εκφραστικά όσο τα δικά της, κάθε φορά που σε κοιτάζω ακούω στα
αυτιά μου τα βογγητά της, την βαριά της ανάσα μέσα σε ξένα σεντόνια και ξέρω
πως όλα αυτά δεν τα έκανε ποτέ μαζί μου, τα βογγητά που της πρόσφερε η επόμενη
δεν τα έκανε ποτέ μαζί μου, για αυτό σε μισώ, σε απεχθάνομαι πριν κάνω σε
γεννήσω! Τσακίσου από το σπίτι μου και φύγε, δεν είσαι αίμα μου εσύ.-Εντάξει, θα φύγω αλλά θέλω να θυμάσαι πως εγώ πάντα
σε αγαπούσα κι ας με έδερνες και μην με αγάπησες ποτέ, επίσης αυτή η ξένη που
λες, να ξέρεις πέθανε, πέρσι. Καρκίνος στον πνεύμονα, κάπνιζε πολύ.-Τι είπες ρε μπάσταρδο;-Αυτό που άκουσες…Η ξένη σου είναι νεκρή και μαζί της
έφυγες και εσύ, εδώ και ένα χρόνο κάθε μέρα έρχομαι εδώ και σου το ανακοινώνω
ξανά και ξανά σαν μια αέναη λούπα που δεν έχει τέρμα. Είσαι σαν το φίδι που
τρώει την ουρά του κάθε μέρα δηλητηριάζεσαι και μόνη σου όλο και περισσότερο.
Τώρα πλέον ξέρεις την αλήθεια. Αύριο θα ξανά έρθω για την είσπραξη μου. Καληνύχτα
μητέρα.
Νοεμβρίου 07, 2019
Les parasites.
Σκηνή πρώτη:
Παρουσίαση χώρου και χαρακτήρων σε ένα αόριστο μέρος την τάδε ώρα και την τάδε στιγμή. Υπάρχει ένας μεγάλος δρόμος διπλής κατευθύνσεως που περιστοιχίζεται από μεγάλα εγκαταλελειμμένα κτήρια γεμάτα από γκράφιτι με διάφορα μεγέθη και χρώματα. Ο χώρος είναι γεμάτος σκουπίδια που διαχέονται παντού. Tο μόνο σημείο αναφοράς σε σχέση με τον χρόνο είναι ο ήλιος που ανατέλλει. Το βαθύ μπλε του ουρανού αρχίζει να σπάει και να το διαδέχεται ένα ελαφρύ σμαραγδένιο πορτοκαλί. Ο αέρας διαπερνάει τα ρούχα τους και τρυπώνει μέσα στις πληγές του δέρματος τους. Απέναντι υπάρχει ένα μικρό περίπτερο κλειστό και εμφανώς καμένο, δίπλα μια ερημωμένη καφετέρια που το μόνο απομεινάρι της είναι ένα σπασμένο πλαστικό τραπέζι πολυκαιρισμένο από την συνεχή έκθεση του στις καιρικές συνθήκες. Οι δύο χαρακτήρες κάθονται απέναντι σε μια παλιά στάση λεωφορείου και κοιτάζουν το τραπέζι επίμονα. Επικρατεί σιωπή. Ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι τα αμάξια που περνάνε και γαβγίσματα σκυλιών.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι ο/η Άλφα και ο/η Βήτα. Δεν υπάρχει καμιά απολύτως ταύτιση των κοινωνικών φύλων. Ο/Η Άλφα δεν μπορεί να ξεκολλήσει το βλέμμα του/της από το τραπέζι. Ο/Η Βήτα κοιτάει το τραπέζι και ένας ξαφνικός ήχος τον/την τρόμαξε και κοιτάζει τον/την Άλφα.
Βήτα: Αμάν με αυτά τα αμάξια, με τρόμαξαν.
Μεγάλη παύση. Ο/Η Βήτα αναστενάζει βαριά και συνεχίζει να μιλάει.
Βήτα: Αυτή η πόλη θα μας φάει ζωντανούς, θα μας καταπιεί.
Παύση.
Δεν ακούγεται τίποτα μόνο η βαριά αναπνοή του/της Βήτα που αναστενάζει ενώ συνεχίζει να κοιτάει το τραπέζι, βγάζει από την τσέπη του/της το πακέτο με τα τσιγάρα. Βάζει στο στόμα του/της, ενώ αφηρημένα ψάχνει αναπτήρα. Ανάβει τσιγάρο, παράλληλα ακούγεται ο ήχος των σκουπιδιών που τα παρασέρνει ο αέρας. Ανοιγοκλείνει τα μάτια του/της και αρχίζει να κοιτάει προσεκτικά τα χέρια του/της που είναι γεμάτα με σημάδια και αίματα.
Ο/Η Άλφα ακόμα δεν παίρνει το βλέμμα του/την από το τραπέζι αλλά τον/την ενοχλεί ιδιαίτερα ο ήχος που κάνει ο/η Άλφα με την βαριά του/την αναπνοή ενώ καπνίζει.
Άλφα: Σβήστο! Σου έχω πει πως με ενοχλεί να καπνίζεις δίπλα μου. Δεν έχω όρεξη…
Βήτα: Μιλάς εσύ;
Γεμάτος/η ειρωνεία ενώ πετάει το αναμμένο τσιγάρο στο δρόμο.
Άλφα: Γιατί; Έπαθες κάτι;
Βήτα: Δεν ξέρω αν θέλω να το συζητήσω…Φοβάμαι… Τι μπορώ βέβαια να σου πω και εσένα δεν μπορείς να φανταστείς τι περνάω.
Άλφα: Πώς μπορώ να καταλάβω τι περνάς από την στιγμή που δεν θες να μου μιλάς;
Βήτα: Συγνώμη δεν με βλέπεις, δεν με ακούς;
Ο/Η Βήτα μιλά με πολύ βαριά φωνή.
Άλφα: Πες μου.
Βήτα: Πριν λίγες ώρες πέθανα. Βασικά δεν πέθανα με σκότωσαν. Δεν βλέπεις τις μελανιές στο πρόσωπο μου, στα χέρια μου; Το αίμα που είναι ξεραμένο από τη μύτη μου; Τα μαλλιά μου που είναι καψαλισμένα. Ο εξαρθρωμένος μου ώμος δεν σου αρκεί για να τον δεις; Η φωνή είναι σπασμένη στα δύο! Πως δεν μπορείς να το καταλάβεις; Κοίτα τα ρούχα μου! Ξεσκισμένα και γεμάτα αίματα. Κοίτα την αγαπημένη μου λευκή μπλούζα είναι καμένη από την μια πλευρά και από την άλλη είναι ξεσκισμένη. Κοίτα το αίμα τρέχει από τις πληγές μου σαν ποτάμι. Κοίτα τα! Πώς είναι δυνατόν να τα αγνοείς; Δεν μπορείς πλέον να με αγνοείς. Κοίτα με στα μάτια και πες μου πως δεν το βλέπεις αυτό περνάω…Πεθαίνω στο πεζοδρόμιο και κανένας δεν κάνει τίποτα…
Με μια απότομη κίνηση γυρνάει το πρόσωπο του/της και αρπάζει τον/την Άλφα από τους ώμους και τον/την ταρακουνάει για να δει το πρόσωπο του/της. Εκείνος/η δεν αντιστέκεται και βλέπει τον/την Βήτα που είναι τώρα σχεδόν νεκρός/ή να περιχύνεται μέσα στο ίδιο του/της αίμα. Το πακέτο με τα τσιγάρα τρέμει στο χέρι του/της. Ο/Η Άλφα δεν ταράζεται με αργές κινήσεις κοιτάει το πακέτο με τα τσιγάρα ενώ το σώμα του/της Βήτα κάνει σπασμούς από το κρύο. Αρπάζει το πακέτο και παίρνει ένα τσιγάρο και ανάβει φωτιά. Ρουφάει την πρώτη τζούρα και συνεχίζει να κοιτάει την φωτιά του αναπτήρα. Ο/Η Βήτα αποστασιοποιείται, παίρνει ένα τσιγάρο γυρνάει πίσω στην αρχική του/της θέση και ανάβει τσιγάρο με την αναμμένη φωτιά του αναπτήρα.
Επικρατεί μια εκκωφαντική σιωπή.
Η σιωπή κόβεται από τον απόηχο σειρήνων ενός περιπολικού που περνάει κοντά από την περιοχή.
Βήτα: Παράσιτα.
Άλφα: Τι είπες;
Βήτα: Είπα, παράσιτα.
Άλφα: Τι σημαίνει αυτό;
Βήτα: Αυτό είμαστε…Και οι δύο.
Άλφα: Μίλα για εσένα, εγώ ανήκω.
Βήτα: Που ανήκεις;
Άλφα: Ανήκω.
Ο/Η Βήτα ξεσπά σε υστερικά γέλια. Τα γέλια του/της μετατρέπονται γρήγορα σε γοερές κραυγές. Οι κραυγές αυτές δεν μοιάζουν να είναι ανθρώπινες. Ο/Η Άλφα για πρώτη φορά γυρνάει και τον/την κοιτάει γεμάτος απορία.
Άλφα: Τα χάλια σου έχεις. Εσύ τέλος πάντων τι έπαθες και είσαι έτσι; Γιατί έχει γεμίσει αίμα το παντελόνι σου;
Βήτα: Σου είπα πριν λίγο πέθανα.
Άλφα: Σταμάτα τις ανοησίες και πες μου τι έπαθες. Όχι, πως με νοιάζει αλλά κουβέντα να γίνεται.
Βήτα: Νομίζω με βίασαν.
Άλφα: Νομίζεις;
Βήτα: Δεν θυμάμαι.
Άλφα: Τι εννοείς δεν θυμάσαι; Αυτά όλοι τα θυμούνται.
Βήτα: Σου έχει τύχει εσένα;
Άλφα: Εμένα; Δεν θα είσαι στα καλά σου! Εγώ δεν αφήνω κανέναν να με αγγίζει! Εσύ από την άλλη δεν φαίνεται να μην το ήθελες για να κάθεσαι εδώ με ένα ξένο άτομο. Εσύ το προκάλεσες δεν σου άρεσε και τώρα αρχίζεις να διαδίδεις φήμες. Προκαλείς αυτό κάνεις. Παράσιτο! Σήκω φύγε θα με κολλήσεις.
Παύση.
Ο/Η Βήτα γυρίζει το βλέμμα του/της και του/της φυσάει τον καπνό μέσα στο πρόσωπο.
Βήτα: Παράσιτα αυτό είστε. Δεν είστε τίποτα άλλο εκτός από παράσιτα που αρέσκεστε να αφαιρείτε ζωές. Μας σκοτώνετε, μας πυροβολείτε όταν είμαστε παιδιά, μας ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου μέσα στο μετρό, μας μαχαιρώνετε ενώ οι μπάτσοι σας κοιτούν και τέλος μαζί με το χέρι του νόμου μας αφήνετε να πεθάνουμε στο δρόμο. Μας αφαιρείτε την ζωή με τα γυμνά σας χέρια. Παιδιά ενός κατώτερου θεού, γιατί απλά αυτό που έχουμε ανάμεσα στα πόδια μας σας σκανδαλίζει και μας βιάζετε. Μας βιάζετε με τα χυδαία βλέμματα σας όλη μας τη ζωή, μας χτυπάτε επειδή δεν πλαγιάζουμε μαζί σας και όταν το κάνουμε μας σπάτε στο ξύλο γιατί θέλει η κοινωνία σας. Μας θέλει νεκρούς, μας θέλει να σιωπούμε και να ανεχόμαστε την βία σας.
Σηκώνεται από το παγκάκι και αρχίζει να κάνει κύκλους γύρω από το παγκάκι ενώ ο/η Άλφα ανάβει και άλλο τσιγάρο και απλά μένει σκεπτικός/η. Όταν βρίσκει το θάρρος να μιλήσει γυρνάει και κοιτάει στα μάτια τον/την Βήτα και λέει:
Άλφα: Δεν ανήκετε εδώ, δηλαδή συγνώμη κατηγορείς ένα άγνωστο άτομο επειδή εσύ έχεις μια μάλλον διαλυμένη οικογένεια χωρίς αρχές; Τι σου φταίω εγώ; Ένας Άνθρωπος της διπλανής πόρτας είμαι, τίμιος.
Βήτα: Και εμένα αυτό που έχεις μέσα στο κεφάλι σου δεν με χωράει! Δεν το βλέπεις ότι ανήκω στον κοινωνικό σου ιστό. Γεννήθηκα για να είμαι υποταγμένος/η σε εσένα ή σε κάποιο άλλο άτομο; Δεν μπορώ να είμαι απλά ο εαυτός μου;
Άλφα: Σταμάτα. Για αυτό μάλλον σε έδειραν γιατί είσαι έτσι τι να κάνουμε δεν έχουμε όλοι τα ίδια δικαιώματα. Πάω να φύγω γιατί με κούρασες, πραγματικά.
Ο/Η Βήτα σταματάει να κάνει κύκλους γύρω από το παγκάκι και τον/την κοιτάζει στα μάτια και αρχίζει να ουρλιάζει ακατάπαυστα.
Βήτα: Κοίτα με! Εσύ με δημιούργησες! Εσύ με γέννησες! Κοίτα με…Μην γυρνάς το βλέμμα σου αλλού γαμώτο…
Ο/Η Βήτα κοιτάει τον/την Άλφα με δάκρυα στα μάτια και τον/την αναγκάζει να κάτσει κάτω, τον/την ακινητοποιεί και έρχονται σε απόσταση αναπνοής.
Βήτα: Κοίτα με…Είμαι εσύ…Δες τι μου έκανες και εσύ και όλοι οι άλλοι, μας βίασαν, μας έδειραν, μας έγδαραν, μας σκότωσαν και εσύ ακόμα δεν τολμάς να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη. Πως μας αφήνεις να ζούμε μέσα σε σκιές, να κρυβόμαστε μέσα σε στενά για να μην φάμε ξύλο-να μην προκαλούμε-να μην ζούμε; Είμαστε το ίδιο δεν το βλέπεις; Δώσε μου το χέρι σου και κοίτα μέσα στα λασπόνερα να μου πεις εσύ πόσα άτομα βλέπεις.
Ο/η Βήτα και Ο/Η Άλφα κοιτάζουν την μικρή λίμνη αίματος που τρέχει από τα σώματα τους, αυτή η μικρή λίμνη είναι γεμάτη από αποτσίγαρα, λάσπες και η αντανάκλαση είναι θολή.
Βήτα: Τώρα βλέπεις τι εννοώ. Σου οπλίζω το χέρι με την οργή μας, με τον πόνο μας…Σήκω και φύγε κάψε την πόλη, κάψε ότι υπάρχει στο διάβα σου και σώσε μας. Σώσε τον εαυτό μας. Έλα μαζί μου.
Ο/Η Άλφα κλείνει τα μάτια του/της και γονατίζει κάτω, χύνεται επάνω στις λάσπες και γίνεται ένα με τα αποτσίγαρα και τα σκουπίδια. Σείεται όλη του/της η ύπαρξη. Αρχίζει να κλαίει να ξεσπάει, να χτυπάει τα χέρια του/της επάνω στην σκηνή και ακούγονται από μακριά τα γαβγίσματα των σκύλων, αμάξια να περνούν και να χάνεται η οπτική επαφή με το κοινό. Ο/Η Βήτα έχει εξαφανιστεί.
Σβήνουν τα φώτα. Αλλαγή πλάνου.
Σκηνή δεύτερη: le silence.
Λευκά φώτα, ένα άδειο λευκό δωμάτιου ψυχιατρικής κλινικής εμφανίζεται και μέσα σε αυτό είναι ο/η Άλφα δίπλα του εμφανίζεται η μορφή του/της Βήτα. Απομεινάρια από σπασμένο καθρέπτη και αίματα γεμίζουν το χώρο όπως τα σκουπίδια στην προηγούμενη σκηνή. Ο/Η Άλφα κοιτάζει το πάτωμα και τα χέρια του/της που είναι γεμάτα χαρακιές και δαγκωνιές. Τα χέρια του είναι αγγελλόμενα από τον πόνο και πλέον καθώς έχει κόψει τόσο βαθιά χάνει πολύ αίμα και δεν έχει καμία επαφή με τα άκρα του. Είναι όρθιος/α και κοιτάζει το κομμάτι του καθρέπτη που είναι στη θέση του. Κοιτάζει επίμονα το είδωλο του/της και δεν βλέπει κανένα άλλο άτομο παρά μόνο τον/την ίδιο/α μέσα στο δωμάτιο. Κανένας άλλος δεν είναι εκεί. Ο/Η Βήτα κοιτάζει το κοινό και απευθύνεται σε αυτούς:
Βήτα: Σας οπλίζω με την οργή μου για τα χαμένα μας αδέρφια, παιδιά, φίλους, συγγενείς και συντρόφους να μάθετε να παλεύετε για τα ΕΜΆΣ. Ζούμε σαν παράσιτα κρυβόμαστε να μην μας δει το φως…
Πλησιάζει κοντά στον/ην Βήτα ο/η Άλφα και παίρνει ένα κομμάτι γυαλί και με όλη του/της την δύναμη τον/την μαχαιρώνει πολλαπλές φορές στην πλάτη αλλά καθώς υπάρχει συμπλοκή πέφτουν και οι δύο κάτω. Ο/Η Βήτα πέφτει μπρούμητα και πεθαίνει και ο/η Άλφα σέρνεται κοντά του/της και βρίσκει το παλιό πακέτο με τα τσιγάρα. Ανάβει τσιγάρο με την τελευταία του/της δύναμη καθώς είναι ημίθανος/η και λέει δυνατά.
Άλφα: Σας οπλίζω με την σιωπή μου για τα χαμένα μας αδέρφια, παιδιά, φίλους, συγγενείς και συντρόφους να μάθετε να σιωπάτε για ΕΣΆΣ. Ζούμε σαν παράσιτα κρυβόμαστε να μην μας δει η αλήθεια…Η σιωπή σας είναι το μόνο όπλο μου για όλα αυτά που γίνονταν και θα συνεχίσουν να γίνονται…
Σιωπάτε…
Οκτωβρίου 20, 2019
Η Ψευδαίσθηση.
Αποφάσισα λοιπόν, να γράψω, να γράψω για εσένα. Μέσα από τις μικρές καθημερινές καταστάσεις θα αναλύσω τη δική μου οπτική γωνία. Το κείμενο αυτό δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, ούτε να σε εντυπωσιάσει ούτε να σε κάνει να παρακολουθήσεις την προσωπική ζωή μου μέσα από μια κλειστή πόρτα, μέσα από μια κλειδαρότρυπα. Θέλω να ξέρεις πως αυτό το εγχείρημα είναι, ίσως ένα από τα δυσκολότερα, που έχω κάνει. Σε γενικές γραμμές ποτέ δεν δυσκολεύτηκα να εκφράσω τις σκέψεις μου τουλάχιστον επάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Η κατάσταση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί για αυτό και δεν πρόκειται να προβλέψω την έκβαση της. Καταλαβαίνεις απόλυτα, κουνάς το κεφάλι σου με μικρές κινήσεις πάνω κάτω, με χαροποιεί ιδιαίτερα, που μπορώ να είμαι ειλικρινής για έναν φανταστικό αναγνώστη αυτή τη στιγμή. Το πρόβλημα είναι, πως άλλοτε δεν είχα πρόβλημα να μείνω μόνη, κλεισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους, μπορώ να πω μάλιστα, πως από την συμπεριφορά μου το επιδίωκα μετά από ένα σημείο. Σήμερα έκανα μια βόλτα μόνη αργά την νύχτα, μην φανταστείς μακριά αλλά και πάλι είναι ένα βήμα, νομίζω πως επιδιώκω την επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους πράγμα αξιοπερίεργο για εμένα, καθώς με θεωρούσα μοναχικό άτομο στα όρια του αντικοινωνικού. Όταν σε γνώρισα όμως, δεν ήθελα πια να είμαι μόνη. Εκεί είναι το πρόβλημα, είναι πολύ θετικό, που μπορώ να το εντοπίσω, νομίζω κάνουμε πρόοδο μέχρι στιγμής, πάλι καταλαβαίνεις απόλυτα και ξανά κουνάς νωχελικά το κεφάλι σου. Βλέπεις είμαι ένας πολύ απλός άνθρωπος, με ενδιαφέρουν τα καθημερινά πράγματα, μου αρέσει πραγματικά η σιωπή για να εξισορροπείται με το χάος των σκέψεων μου. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να κοιτάζω τον ουρανό την νύχτα, που έχει σύννεφα και να υπολογίζω αν αύριο θα βρέξει. Μου αρέσει όταν διασχίζω τους δρόμους και ο μόνος ήχος, που ακούω, είναι το πέρασμα ενός αυτοκινήτου που περνάει μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Έχω όμως, αυτή την αφελής σκέψη, πως όταν βγαίνω έξω στο δρόμο κοιτάζω γύρω μου σαστισμένη, σαν να περιμένω κάτι με μεγάλη αγωνία-καρτερώ θα μπορούσε κάποιος ποιητής να πει-φαντάζομαι να σε βλέπω να εμφανίζεσαι από το τέλος του δρόμου, ακούω τον ήχο της ανάσας σου, τον χτύπο της καρδιάς σου να έρχεται όλο και πιο κοντά σε εμένα. Είναι πραγματικά μια πολύ αφελής σκέψη από μέρος μου καθώς ξέρω, πως δεν θα συμβεί αυτό, αλλά όταν παραδίδομαι σε αυτή την σκέψη, αναπολώ το βλέμμα σου όταν χανόσουν στις σκέψεις σου ενώ μου κράταγες το χέρι, τα μάτια σου που έλαμπαν όταν αντικρίζαμε ο ένας τον άλλον μέσα στο πλήθος. Ξέρεις ακόμα μπορώ να ξεχωρίσω αυτό το βλέμμα όταν είμαι εγώ μέρος του πλήθους, είναι το βλέμμα του ερωτευμένου: το απόλυτα παραδομένου έρωτα που εκτυλίσσεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, που δεν αναγνωρίζει όρια ούτε εμπόδια, είναι κυριολεκτικά το «απόλυτο» πάθος. Αυτή η σκέψη πως έρχεσαι κοντά μου με καθησυχάζει, με αυτή την σκέψη πλαγιάζω τόσο καιρό και με αποκοιμίζει, ένα παραμύθι για μεγάλους. Μέσα σε αυτή την ψευδαίσθηση μου μπορώ να ανακαλέσω όλες μου τις αναμνήσεις, ότι έχει συμβεί, μπορώ να ξαναδώ να χαμογελάς και ο κόσμος γύρω μου να γίνεται λίγο περισσότερο ανεκτός από πριν, να σε βλέπω να μου κρατάς το χέρι στοργικά και να με χαϊδεύεις, ενώ εγώ εκείνη την στιγμή απολαμβάνω την σιωπή. Ανάμεσα σε δυο σιωπές υπάρχει η δυνατότητα να γεννηθούν πολλά, είπε κάποιος. Ανάμεσα στις δικές μας σιωπές εγώ ερωτεύτηκα την σιωπή σου, την απλότητα σου, την γαλήνη σου αλλά και την ένταση σου.
Περιγράφω μια κατάσταση μερικών δευτερολέπτων με τόση λεπτομέρεια για να μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη μου κάθε στιγμή, που πέρασα δίπλα σου. Το ζήτημα με την έννοια της σιωπής παίζει θεωρώ καθοριστικό ρόλο σε σχέση με την ψευδαίσθηση μου. Βλέπεις η σιωπή ήταν αυτό που έλειπε στην ζωή μου. Η απόλυτη ηρεμία, η γαλήνη. Δεν πρόκειται να αναλωθώ στο γεγονός να αναπληρώσω την σιωπή αυτή, να την μοιραστώ θέλω, ίσως, δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο ούτε για εμένα. Σίγουρο είναι, πως μου λείπεις, η άδεια θέση που υπάρχει, η μονή οδοντόβουρτσα, αντί για το ζευγάρι, η μόνη κούπα καφέ που κάνω τα πρωινά. Η ανάγκη μου να εκφράσω τα άγχη και τα πάθη μου, να μοιραστώ την σχεδόν γκρίζα καθημερινότητα μου μαζί σου, δεν μου λείπει κάποια αόριστη παρέα, παρά μόνο εσύ. Είναι για πρώτη φορά ξεκάθαρο πως δεν χρειάζομαι κανένα στην ζωή μου, αλλά από την άλλη θέλω να είσαι στη ζωή μου. Αυτή η ψευδαίσθηση δεν φεύγει από το μυαλό μου, ακούω βήματα στο κοντά στο σπίτι και αναμένω να σε δω να στρίβεις στο στενό του σπιτιού μου χωρίς καμία προειδοποίηση, απλά να εμφανιστείς, να σε δω να μου κάνεις νόημα να ανοίξω την πόρτα και να κατέβω τρέχοντας τις σκάλες σαν τρελή και σχεδόν άυπνη για να σε αγκαλιάσω, να χωρέσω μέσα στα μεγάλα σου χέρια και να γελάσουμε και οι δύο ταυτόχρονα, να κάνω σαν μικρό παιδί όταν είμαι κοντά σου, να σε πάρω πάλι τηλέφωνο όταν είμαι μεθυσμένη για να σου εξομολογηθώ ότι είμαι ερωτευμένη μαζί σου , χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θέλω τόσο πολύ να γεμίσουν τα σεντόνια μου ξανά με το άρωμα σου, το άρωμα μας. Να κάνουμε για μια ακόμα φορά παθιασμένο έρωτα αλλά αυτή την φορά να μην φύγεις, να καπνίσουμε το ίδιο τσιγάρο και να σε ακούω να μου μιλάς για τα όνειρα σου. Βγαίνοντας λοιπόν, από το συναισθηματικό κομμάτι και την αναπόληση αυτού του παραμυθιού για ενήλικες, μου ζήτησες χρόνο και εγώ θέλω να στον δώσω, δεν έχω καμία πρόθεση να σε πιέσω, ούτε όμως και να σε κυνηγήσω. Ξέρεις πολύ καλά, που να βρεις, εγώ απλώς θα συνεχίζω την καθημερινότητα μου, χωρίς να εμπλέκεσαι εσύ συναισθηματικά κάπου, είσαι ελεύθερη ψυχή, δεν μπορεί κανένας να σε «φυλακίσει» μέσα σε μια συνθήκη, που δεν μπορεί να λειτουργήσει, καταλαβαίνω. Είναι, όμως αυτή η αέναη κατάσταση της αναμονής, που με κάνει να χάνω την ελπίδα μου, μερικές φορές και την ψευδαίσθηση μου. Σε παρακαλώ μην πάρεις την ψευδαίσθηση μου μακριά. Θα συνεχίσω να κοιτάζω από το μπαλκόνι τους περαστικούς μήπως και σε δω τυχαία να περνάς, κοιτάζω όλα τα μέρη της αχανής πόλης και σε κανένα δεν είσαι εκεί σαν να χάθηκες και ούτε εσύ ξέρεις που γυρνάς. Θα συνεχίσω να περπατώ μόνη τις νύχτες και να καρτερώ το βλέμμα σου, θα συνεχίσω να βγαίνω έξω στους δρόμους και να σε αναζητώ, άραγε εσύ με ποιά ψευδαίσθηση κοιμάσαι;
Ο
φανταστικός αναγνώστης μου νομίζω πως ξέρει, εσύ ξέρεις τι είναι αυτό, που σε
κρατά ανήσυχο την νύχτα ώσπου να ανατείλει ο ήλιος;
Αυτά είχα να σου εξιστορήσω και πάλι φανταστικέ μου
αναγνώστη, χωρίς κάποιο σημείωμα, χωρίς κάποια επεξήγηση θα σε αφήσω να
αποκοιμηθείς δίπλα σε αυτό το κομμάτι χαρτί που διαβάζεις, μόνο σε αυτήν την
ασφυκτικά γεμάτη πόλη, που δεν κοιμάται ποτέ, ελπίζω να ξεκουράσεις το κορμί σου
και να μπορέσω να ακούσω την ανάσα σου καθώς αποκοιμήθηκες για άλλη φορά στο
ακουστικό του τηλεφώνου.
Αυγούστου 14, 2019
Αγαπητέ/η.
Αγαπητέ/η,
Δεν ξέρω, πως να αρχίσω να σου εξιστορώ την δυσμενή κατάσταση μου.
Καταλαβαίνω, το ξαφνικό του κειμένου μου αλλά δεν γίνεται αλλιώς.
Το θέμα της συζήτησης είναι η αγωνία. Αυτό το ατελείωτο αίσθημα αναμονής, που με καταλαμβάνει εδώ και δεκαετίες, θα σκέφτεσαι, πως μάλλον είναι λόγο της ηλικίας μου, που "παθαίνω" αυτές τις κρίσεις. Με τα λύπης μου σου απαντάω πως όχι, δεν είναι αυτό, σε διαβεβαιώ. Αυτή λοιπόν είναι, η ανάγκη μου, απλά να σε ανταμώσω, είναι ο φόβος.
Ο φόβος, πως ίσως χάθηκε αυτή η σχέση, που είχαμε, η ανάγκη μου, όταν ξυπνάω να σε ιδώ δίπλα μου, να κοιμάσαι. Αυτή η αφελής σκέψη κάθε φορά, που χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού μου να σε δω. Ελπίζω να καταλαβαίνεις, αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι, που κάνουν την διαφορά.
Το ζήτημα παρόλα αυτά δεν είναι η εκπλήρωση των προσωπικών μου προσδοκιών, αλλά η βαθύτερη ανάγκη να προχωρήσω με την ζωή μου, χωρίς εσένα. Αυτή, νομίζω η ανθρώπινη απώλεια σου είναι, που με θλίβει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιθυμώ, τον οίκτο σου. Το μόνο, που θέλω είναι μια απλή απάντηση στην ερώτηση, που σου κάνω τόσα χρόνια. Παρόλα αυτά δεν την έχω λάβει. Αγαπητή/έ θα μπω απευθείας στο θέμα, γιατί χάθηκε αυτή η επιτακτική ανάγκη για επικοινωνία; Γιατί πλέον, δεν είμαστε απαραίτητοι ο ένας στον άλλον; Πώς είναι δυνατόν να συνέβη αυτό; Το πρόβλημα είναι πως...
-Πες, ότι σου λείπει...
-Δεν γίνεται αυτό και το ξέρεις, δεν γίνεται...
-Μα είναι αλήθεια, πως δηλαδή, θα εξηγούσες με επιστημονικούς όρους αυτή την κατάσταση, που βιώνεις;
-Δεν γνωρίζω αυτή την απάντηση. Ίσως είναι καλύτερα να μην το στείλω.
-Μα, αν δεν το στείλεις θα συνεχιστεί αυτό το παιδαριώδες παιχνίδι.
-Σου είπα δεν θέλω να νομίζει, πως δεν έχω προχωρήσει με την ζωή μου, και ξέρεις πολύ καλά, πως η υπερηφάνεια μου είναι πάνω από κάθε άτομο, δεν θέλω να με περάσει για κανένα εμμονικό άτομο.
-Με το να στείλεις αυτό το γράμμα δεν γίνεσαι εμμονικό άτομο, απλά παραδέχεσαι τις αδυναμίες σου...Έτσι κι αλλιώς, πως γνωρίζεις την έκβαση της κατάστασης;
Στο δωμάτιο επικρατεί μια άβολη σιωπή. Ο μόνος ήχος, που ακούγεται είναι εκείνος του ρολογιού στον τοίχο. Ήταν ένα μεγάλο μαύρο ρολόι με λευκούς δείκτες, κάθε φορά, που περνούσε ένα δευτερόλεπτο όλο και περισσότερο έβλεπα τον εαυτό μου, να λιώνει μέσα σε αυτή την τεράστια λευκή καρέκλα. Τα χέρια μου ίδρωναν. Ένιωθα, πως δεν μου αρκεί το οξυγόνο, που έχω. Άρχισε, σταδιακά να θολώνουν τα γυαλιά μου, σιγά σιγά, πάθαινα κρίση πανικού. Ευτυχώς, βρισκόμουν σε φιλικό χώρο, όποτε το ζήτημα του χώρου με καθησύχασε για λίγο. Αργά και σταθερά άκουγα το ρολόι να χτυπά, και κάθε στιγμή υπολόγισα τις πιθανότητες, που είχα σε σχέση με τον χρόνο.
-Λοιπόν, τι σκέφτεσαι να κάνεις;
-Ειλικρινά δεν ξέρω, ρεαλιστικά μιλώντας έχω δύο επιλογές: να αποδεχτώ το λάθος μου, και σταματήσω να κρύβομαι πίσω από μια αφελή δικαιολογία. Να αντιμετωπίσω την κατάσταση και από την άλλη απλά, να συνεχίσω, να υπάρχω, χωρίς να πάρω ποτέ απάντηση. Ξέρετε κάποτε έλεγαν, πως η σιωπή είναι χρυσός.
-Μάλιστα, η ειλικρίνεια και ο ρεαλισμός ήταν πάντα τα δυνατά σου στοιχεία σαν άνθρωπος.
-Ναι, αυτό είναι αλήθεια.
Ξαφνικά ακούγεται ο ήχος ενός μικρού κουδουνιού.
-Φοβάμαι, ότι ο χρόνος μας τελείωσε θα σε δω την επόμενη εβδομάδα.
-Αντίο.
-Καλή συνέχεια.
Και πάλι σιωπή. Αυτού του είδους η σιωπή, που σκέφτεσαι τόσα πολλά, αποκτά μια εντελώς γκροτέσκ αίσθηση, που απλά χρειάζεσαι να πας σε ένα μέρος γεμάτο δυνατούς ήχους, για να ταιριάζει το εξωτερικό περιβάλλον, με τις σκέψεις σου. Ίσως να θες να τα ανακατέψεις με μια δυνατή γεύση, σαν αυτή του ουίσκι.
"Το ζήτημα είναι, πως μου λείπεις".
"Σε χρειάζομαι, πίσω στη ζωή μου".
"Μαζί σου, θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος".
Είναι μερικά, από τα πράγματα, που δεν σου είπα. Το αστείο είναι, πως κάθε στιγμή, που περνούσε, τα ένιωθα, αλλά δυστυχώς κανένας μας δεν τα είπε πότε, υπονοούνταν μέσα στις σκιές. Στις κλεφτές ματιές και στα δυνατά γέλια, που ξύπναγαν τους γείτονες σου σχεδόν, κάθε βράδυ. Ήταν μεθυστικές οι στιγμές μέσα στα αποτσίγαρα και στο ποτό, μίλαγες για μουσική και τέχνη και εγώ σε θαύμαζα. Πλέον το μόνο, που έχει μείνει, είναι η βοή των κυμάτων της θάλασσας. Εκεί, που πηγαίναμε, σχεδόν κάθε βράδυ, του καυτού Αυγούστου, αλλά και τα σκοτεινά βράδια δίχως φεγγάρι, κάποιον ξεχασμένο χειμώνα.
Επίσης, αυτό, που έχει μείνει είναι η ανωφελής διασκέδαση, με την συνοδεία, κάποιου ποτού. Εκεί μέσα, έδειχνες, μπροστά στα μάτια των ηδονοβλεψιών θεατών τον σαρκικό σου πόθο. Ήμουν εκεί και σε θαύμαζα, με το βλέμμα μου, σε χάιδευα και τα χέρια μου μετατρέπονταν σε προεκτάσεις του σώματος σου. Δεν φαντάζεσαι πόσες φορές κάναμε παθιασμένα έρωτα μέσα σε αυτά τα μαγαζιά, μέσα στο μυαλό μου. Έτσι και σήμερα θα έρθω σε ένα από αυτά, το αγαπημένο σου να αναπολήσω. Αυτή λοιπόν, είναι η δική μου διέξοδος. Μέσα στο σκοτάδι, με τις γρήγορες εναλλαγές του κόσμου, που περνά από δίπλα μου, απλά σταματώ το χρόνο και βλέπω τους θαμώνες του νυχτερινού μαγαζιού, να οργιάζουν μπροστά στα μάτια μου, οι ιλιγγιώδεις ταχύτητες τους, μου φέρνουν ναυτία. Η αλήθεια είναι, πως πάντα απολαμβάνω την παρατήρηση των γύρω μου, σε κάτι τέτοιες. Να μαντεύω την προσωπική τους ιστορία. Έτσι, μου παρέχεται η δυνατότητα του αποπροσανατολισμού. Σήμερα δεν ήταν μια από αυτές τις φορές. Απλά γινόταν και όλο χειρότερο. Κάθε στιγμή, που πέρναγε. Όταν αποφάσισα να φύγω, θαρρώ, πως σε είδα μέσα στο πλήθος, άλλα ξέρω πολύ καλά, πως δεν ήσουν εκεί απλά σε φαντάστηκα. Είσαι μια οπτασία, μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο. Τα μάτια σου λάμπουν μέσα στο ημίφως... Έκλεισα την πόρτα πίσω μου, και δεν ξανακοίταξα.
Καθώς γύρναγα σπίτι, το κεφάλι μου έκαιγε και γυρνούσε συνεχώς, αναπολούσα τις στιγμές ακόμα και τα λεπτά, που ήμασταν μαζί. Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου με δυσκολία. Έτσι, όπως έβγαλα τα κλειδιά μου, μου έπεσε ένα λευκό τσακισμένο χαρτί. Αυτό το χαρτί είναι, που θέλω να αποτυπώσω όλα όσα σκέφτομαι και ποτέ δεν σου είπα από κοντά, αλλά ακόμα και τώρα φοβάμαι να σου πω. Βλέπεις, έγινα και εγώ ηδονικός, καθώς προσπαθούσα να σε αντικαταστήσω, αλλά όπως καταλαβαίνεις αυτό, δεν είναι δυνατόν.
Καταλαβαίνω καλύτερα από όσο φαντάζεσαι, το ξαφνικό του γράμματος μου, καταλαβαίνω, επίσης το να μην με θυμάσαι.
Εγώ, όμως σε θυμάμαι, και το μόνο, που ζητάω είναι να με απαλλάξεις από αυτήν την απώλεια, που βιώνω από τότε, που έφυγες. Δεν είναι, πως δεν θέλω, να ευτυχίσεις. Σε καμιά περίπτωση δεν θέλω, να σε αναγκάσω. Βλέπεις, θα φύγω για λίγο από εδώ, όχι ότι αυτό αφορά άμεσα εσένα, αλλά δεν μπορώ, να φύγω, καθώς η σκέψη σου, με στοιχειώνει, κάθε νύχτα, που περνάνε τις τελευταίες δεκαετίες. Το μόνο, που θέλω είναι να σταματήσει.
Δεν γίνεται να στείλω αυτό το γράμμα, σκέφτομαι. Στο λευκό χαρτί τώρα, έχει γεμίσει με μουτζούρες, με γράμματα και συναισθήματα, ίσως είναι καλύτερο να το περιορίσω λίγο, και να μείνω στα βασικά, ξανασκέφτομαι. Τα χέρια μου τρέμουν. Το χαρτί, πλέον δεν έχει άλλο χώρο να γράψω. Με ευλάβεια το αφήνω στο τραπέζι και το διαβάζω προσεκτικά.
"Αγαπητή/ε ,". Κοιτάω και με μια γρήγορη κίνηση, το σκίζω. Το χαρτί κόπηκε σε πολλά ανισομερή κομμάτια, τα αφήνω επάνω στο τραπέζι μου κοντά στο ανοιχτό παράθυρο, έτσι τα παίρνει ο αέρας. Διασκορπίζονται μέσα στο δωμάτιο, ενώ μερικά φεύγουν μαζί με τον καπνό από το τσιγάρο μου έξω.
Περνάει αρκετή ώρα, πλέον αρχίζω να κατασταλάζω στο τι ακριβώς θα γράψω. Σβήνω το τσιγάρο μου και κόβω μια λευκή σελίδα, από ένα τετράδιο και αρχίζω να την περιεργάζομαι.
Τέλος, το κοιτάζω με αρκετή υπερηφάνεια και λίγο τρόμο, που μπόρεσα να γράψω ξανά, από την αρχή, αυτά που ήθελα με μια εντελώς νέα οπτική γωνία.
Το γράμμα ολοκληρώθηκε.
Και ήρθε η ώρα να το στείλω, πλέον δεν με νοιάζει η απάντηση, που θα λάβω. Έχω το προνόμιο να είμαι ειλικρινής, με τα αισθήματα μου.
Αυτή, η σχεδόν λευκή σελίδα, πλέον τα καταγράφει όλα.
Αυτό, που ήταν λοιπόν, μέσα στο γράμμα δεν θα σου πω, τι έγραφε αλλά θα σου αφήσω μια ένδειξη ταπεινέ αναγνώστη μου. Έγραφε την λέξη, που δεν μπόρεσα ποτέ να πω. Σε κανένα άτομο εκτός, από τον/ην παραλήπτη του γράμματος.
Καληνύχτα λοιπόν, καλή τύχη.
Ιουνίου 24, 2019
Η σπουδή στο χρώμα.
Η ΙΔΕΑ-Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ.
ΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΑ.
Ιανουαρίου 13, 2019
Η ρευστότητα του χρόνου.
Αυτά που θα σας αφηγηθώ όντως έχουν συμβεί. Είναι γεγονότα που έγιναν την Τάδε μέρα , τον ψι μήνα του έτους ΧΧΧΧ. Θέλω να με προσέξετε πολύ καλά. Δεν τα φαντάστηκα ,εγώ η αγαπημένη σας αφηγήτρια είδα τον χρόνο να σταματάει με τα ίδια μου τα μάτια, όμως ας αρχίσουμε από την αρχή. Γενικά ποτέ δεν κατάλαβα πλήρως την έννοια του χρόνου,από παιδί με δυσκόλευε η ρευστότητα του.
Είναι ατελείωτες οι φορές που ανακαλέσω στη μνήμη μου στιγμές που κοίταζα ένα ρολόι τρεμάμενη στη σκέψη πως θα επέλθει το μετά και πως ο χρόνος έτσι είναι φυσικό να κυλά σαν νερό και να γλιστράει από τα χέρια μου.
Ο χρόνος φεύγει και στο πέρασμα του παίρνει και κάποιους από αυτούς που συναντάς κατά τη διάρκεια της ζωής σου. Πόσοι φεύγουν καθημερινά από δίπλα σου και πόσοι μένουν είναι το βασικό και "κοινότυπο" ερωτήματα που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι βλέποντας το πέρασμα του χρόνου επάνω τους , μπροστά σε ένα άδειο τραπέζι, πάνω από ένα ρολόι, πίσω από ένα μισοφωτισμένο παράθυρο ή όρθιοι μπροστά σε έναν λερωμένο καθρέπτη; Πόσοι όμως παραμένουν στάσιμοι στο χρόνο και πόσοι σπάνε τη έννοια του χρόνου κάνεις δεν το έχει ερωτηθεί;
Πώς είναι δυνατόν να σε παρασύρει ένα τόσο μικρό πράγμα και όχι η ίδια η έννοια της απώλειας του χρόνου που συμβαίνει ακόμα και τη στιγμή που αυτή η σκέψη διατυπώνεται;
Γιατί να φοβάμαι συνεχώς το αύριο ενώ έτσι και αλλιώς δεν μπορώ να βιώσω ήδη το τώρα;
Γιατί ο χρόνος ποτέ δεν είναι σύμμαχος αλλά είναι τιμωρός καθώς σου κλέβει την κάθε στιγμή είτε αυτή είναι μια όμορφη παιδική ανάμνηση είτε είναι ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός;
Ποτέ δεν κατάλαβα την έννοια των "τυπικών" ραντεβού που δίνουμε για την τάδε μέρα και την δείνα ώρα και σε ένα συγκεκριμένο σημείο.
Πώς μπορώ να ξέρω που θα είμαι εκείνη τη μέρα;
Πώς μπορώ να σου εξασφαλίσω εγώ αυτήν την επιφανειακή συνάντηση που εσύ και μόνο θες;
Γιατί δεν μπορώ να σου εκφράσω αυτές μου τις ανησυχίες μια δεκαετία αργότερα, όταν ο χρόνος θα σε έχει παρασύρει μαζί του μακρυά από εκείνη την θλιβερή μας συνάντηση στο κέντρο της πόλης και την δείνα ώρα και μέρα;
Κάποιο κομμάτι του εαυτού μου ίσως γνωρίζει την απάντηση αυτό που συνηθίζω να αποκαλώ "λογικόν" λέει εύστοχα:
-Έχει παρέλθει ο χρόνος και πως δεν είναι δυνατόν να αναπολείς γεγονότα του παρελθόντος. Τέλος γιατί ίσως αυτός ο άνθρωπος έχει φύγει χρόνια από το στενό σου περιβάλλον (μια μικρή παύση) μπορεί να μην σε θυμάται πια.
Και η ερώτηση που θέτω προς κοινή απάντηση είναι "γιατί εγώ να θυμάμαι το συγκεκριμένο πρόσωπο;".
Πάλι το "λογικό" μέρος του εαυτού μου να απαντήσει:
-Γιατί εσύ επιλέγεις να μην ξεχνάς...(επακολουθεί μια μικρή παύση). Ίσως και γιατί οι άνθρωποι αναπολούν τις χρονικές περιόδους που νομίζουν ότι είναι καλύτερες από τη παρούσα χρονική κατάσταση που βιώνουν.
-Πολύ λογικές απαντήσεις είναι και οι δύο μα το πρόβλημα μου είναι άλλο, γιατί με το πέρασμα του χρόνου δεν εξαλείφονται και τα γεγονότα; Αυτό που θέλω να πω είναι πως μετά από χι χρόνια να υπάρχει η δυνατότητα να διαγράφονται και να μην έχουν συμβεί ποτέ να είναι δηλαδή όλα μια παραίσθηση του χρόνου γεμάτη είδωλα;
-Αυτό δεν μπορώ να στο απαντήσω γιατί αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ σε κανέναν και μόνο μέσο των δεδομένων μπορώ να τεκμηριώσω μια Λογική άποψη καθώς αυτός είναι ο ρόλος μου.
-Ξέρεις τι μου κάνει τρομερή εντύπωση; Πώς ολόκληρο το ανθρώπινο είδος έχει βασιστεί σε άυλες, ανύπαρκτες ιδέες όπως είναι ο χρόνος, ο θεός, η "αρμονία" του σύμπαντος αλλά δεν μπορεί ουσιαστικά να καθορίσει το ίδιο του μέλλον η κάθε ατομικότητα ξεχωριστά; Πώς δηλαδή εγώ τώρα που μιλάω μαζί σου να ισχυριστώ πώς αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ και πώς εσύ δεν υπάρχεις, ούτε υπήρξες ποτέ και πώς όλα αυτά ήταν μια παρανόηση δική σου ή απλά να διαγραφεί από τη μνήμη μου μέσω του περάσματος του χρόνου;
-Ξέρεις αυτά που λες πραγματικά με φέρνουν σε δυσάρεστη θέση. Οι άνθρωποι και γενικότερα το ανθρώπινο είδος έχει δημιουργήσει κάποιες Λογικές Σταθερές για να μπορούν να δαμάσουν το περιβάλλον τους . Όσο για την ύπαρξη θεού πραγματικά αυτό είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα, όμως το μόνο που μπορώ με βεβαιότητα να σου πω είναι πώς το μεγαλύτερο δημιούργημα του Ανθρώπου για να μπορεί να κατευθύνει τον όχλο είναι η δημιουργία του Θεού. Τώρα όσον αφορά την δική μου ύπαρξη πώς είναι δυνατόν να μην υπήρξα ποτέ από τη στιγμή που εγώ σαν οντότητα έχω μνήμες αποκλειστικά δικές μου;Πώς είναι δυνατόν να θυμάμαι όλα μου τα παιδικά μου χρόνια και ακόμη άνθρωποι γνωρίζουν την ύπαρξη μου άρα αυτό που λες πρακτικά είναι λάθος και μπορώ να σε διαψεύσω.
Σιωπή. Κανένας από τους δυο μας δεν θέλει να μιλήσει ακόμη. Η ώρα κυλά όμως . Αυτός ο ενοχλητικός ήχος των δεικτών του ρολογιού με φέρνει στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού.
Άτολμα χωρίς να έχω σκεφτεί και πολύ αυτό που θα πω ,προσπαθώ να συνεχίσω αυτή την παράλογη συζήτηση .Προσπαθώ την ώρα που τα αποτυπώνω και τα αφηγούμαι σε εσάς να είμαι όσο το δυνατόν πιο επεξηγηματική και ακριβής. Δεν θέλω όμως να σας αποκοιμίζω κιόλας σας θέλω ενεργούς να με διορθώνεται όπου τύχει να παρεκτραπώ ή να απομακρυνθώ από τα γεγονότα.
Έτσι συνεχίζοντας λέω με τόλμη:
-Ναι, αλλά εγώ που ξέρω πως όντως υπάρχεις; Θέλω να πω πώς όντως είσαι δίπλα μου; Μπορεί να με έχεις βάλει να τα θυμάμαι αυτά ως ανάμνηση;
-Αυτό το αστείο ξέρεις αρχίζει να είναι πραγματικά κουραστικό και αρχίζει να γίνεται προσβλητικό οπότε θα σε παρακαλέσω να σταματήσεις. Πραγματικά απορώ γιατί ήρθα εδώ σήμερα μαζί σου τι νόμιζα πως θα κατάφερνα με όλο αυτό;
Σιωπή η καλή σας αφηγήτρια μετά από ένα τέτοιο σχόλιο του συνομιλητή της αποφάσισε να σταματήσει να μιλάει και έμεινε σιωπηλή μέσα στις σκέψεις της για αρκετές στιγμές, ώσπου συνέβη αυτό!
Σταμάτησε να χτυπά το ρολόι του τοίχου έτσι ξαφνικά έμεινε στάσιμο! Με τους δείκτες του να είναι κολλημένοι στην ώρα 11:30 μ.μ.
-Τι ανακούφιση...
-Τι έγινε αυτή τη φορά μέσα στο μυαλό σου και χάρηκες;
-Αυτό το σχόλιο θα προτιμήσω να το παραλείψω ,αλλά κοίτα ο χρόνος σταμάτησε, τώρα πια μπορούμε να μην νοιαζόμαστε για το χρόνο.
Γυρνάει να κοιτάξει το ρολόι που σταμάτησε και μετά κοίταξε εμένα μέσα στα μάτια νομίζω πως ήταν η πρώτη φορά που με κοίταζε έτσι.Στο τάδε μέρος επικρατούσε μια ησυχία και από τους υπόλοιπους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί.Το μόνο που ακουγόταν ήταν μια ελαφριά μελωδία από κάποιο ξεχασμένο jazz κομμάτι και ένα μικρό σύννεφο καπνού.
-Το λες αυτό επειδή σταμάτησε το ρολόι του μαγαζιού;
-Βέβαια για αυτό το λέω.
-Σταμάτα την αφήγηση!
-Τι έγινε πολύτιμε μου ακροατή τι έκανα λάθος στην ιστορία;
-Δεν σου είπε αυτό και το ξέρεις.
-Δεν μου το είπε έτσι; Μάλλον θα το θυμάμαι κάπως αλλιώς...ωραία πες μου τι μου απάντησε μήπως θυμάσαι εσύ καλύτερα;
-Φυσικά και θυμάμαι τα πράγματα μετά το σταμάτημα του ρολογιού έγιναν έτσι. Αυτός σε κοίταξε περίεργα και έσβησε το τσιγάρο του,ύστερα εσύ μαζεύτηκες στον εαυτό σου και αυτός έμεινε σιωπηλός σε κοίταξε και σηκώθηκε να φύγει αλλά για κάποιον λόγο κάτι τον κράτησε καθηλωμένο στην άθλια μισό φθαρμένη κόκκινη καρέκλα του μαγαζιού .Το χρώμα της καρέκλας παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία δεν θα έπρεπε να το παραλείψεις. Στη συνέχεια είπε κάτι του τύπου "ποίο είναι το πρόβλημα και δεν είσαι πια ο εαυτός σου" σε ρώτησε γεμάτος απορία αλλά και με ένα τόνο αν θες τη ταπεινή μου άποψη με ειρωνεία.
-Ναι, έχεις δίκιο τώρα το θυμάμαι ξεκάθαρα. Νομίζω πως μπορώ να συνεχίσω, ευχαριστώ καλέ μου ακροατή.
Μετά λοιπόν δεν του απάντησα καθώς αυτή η ερώτηση με έφερε σε δύσκολη θέση και αποφάσισα να την προσπεράσω. Τότε τον ρώτησα εγώ:
-Τι σου συνέβη εσένα και δεν είσαι πια ο εαυτός σου;
-Μα, εδώ θα σε διαψεύσω δεν έχω αλλάξει καθόλου από τη μέρα που με γνώρισες τόσα χρόνια ο ίδιος είμαι πώς είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο;
-Μα, αφού το βλέπω πως κάτι έχει αλλάξει,δεν μπορώ να το προσδιορίσω αλλά ξέρω πως είσαι εχθρικός απέναντι μου.
-Εγώ; Μόνο να σε βοηθήσω θέλω, τίποτα άλλο.
Τότε λοιπόν σηκώθηκα όρθια τον κοίταξα στα μάτια και γεμάτη δυσπιστία του είπα με σταθερή φωνή:
-Όχι, το μόνο που θες είναι να μείνεις μέσα στις βεβαιότητες σου σε μια ωραία φυλακή συμβάσεων!
Και πήρα την τσάντα μου γρήγορα μαζεύοντας τα τσιγάρα μου και έφυγα. Σχεδόν έτρεξα να βγω από το μαγαζί και τότε θόλωσαν όλα η φωνή του στα αυτιά μου, δεν έφτανε πια. Έτσι μέσα στον χρόνο που κύλαγε σαν νερό ξαφνικά όλα σταμάτησαν, ταυτόχρονα όλα τα ρολόγια έμειναν στάσιμα στην ώρα αυτή 11:30 μ.μ. και εγώ ανακουφισμένη η καλή σας αφηγήτρια έφυγα και περπατούσα στον σταματημένο δρόμο,περνούσα δίπλα από περαστικούς που είχαν κοκαλώσει στην κίνηση τους, ήταν φοβερό μόνο να μπορούσα να σας το δείξω αυτό έγινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα νομίζω. Συνέχιζα να περπατάω μέσα σε σταματημένους ανθρώπους αλλά παρατήρησα πως τα χέρια τους και τα πόδια τους προεξείχαν κάτι σαν λεπτές διάφανες κλωστές και όλες προέρχονταν από ψιλά .
-Σαν ανδρείκελα;
-Ναι, ακριβώς σαν ανδρείκελα,αυτή ήταν η λέξη που έψαχνα. Έτσι όντας περίεργη αποφάσισα να κοιτάξω προς τα επάνω στον σκοτεινό ουρανό που ούτε το φεγγάρι δεν είχε βγει. Είχε νομίζω και σύννεφα ο ουρανός. Τα φώτα της πόλης ξαφνικά έσβησαν.
-Και μετά τι έγινε;
-Μετά βρέθηκα να κοιτάω την ομορφιά του τοπίου όλα δεν είχαν πια σημασία δεν κοίταξα ποτέ μου πίσω να τον δω τι έκανε αφού έφυγα.Το μόνο που θυμάμαι από εκείνη τη νύχτα είναι πως επιτέλους σταμάτησε να με ενοχλεί η ρευστότητα του χρόνου. Πήγα λοιπόν στο σπίτι μου με ησυχία περπατώντας με τον αέρα να μου φυσάει τα μαλλιά. Οι λέξεις μέσα στο κεφάλι μου έρεαν σαν νερό και έτσι κοίταξα με το που μπήκα στο σπίτι μου το ρολόι του τοίχου που ήταν σταματημένο στις 11:30 μ.μ. και πήρα μια καρέκλα το έβγαλα από τον τοίχο και το έσπασα.Το πέταξα στα σκουπίδια και βγήκα μετά από το σημείο λύτρωσης μου στο μπαλκόνι έκανα ένα τσιγάρο και έτσι αργά και όμορφα θα τελειώσω την ιστορία μου.
-Μα μετά τι συνέβη;
-Γλυκέ μου ακροατή δεν το κατάλαβες;Πέθανα μέσα στο πέρασμα του χρόνου και έτσι λυτρώθηκα.
-Αυτό σημαίνει ότι είμαι και εγώ νεκρός;
-Αυτό δεν ξέρω να στο απαντήσω.Το μόνο που ξέρω είναι ότι νίκησα το χρόνο.
-Μετά τι έκανες ; Αφού κατάλαβες ότι είσαι νεκρή;
-Μετά πάγωσα και εγώ...αφού ο χρόνος σταμάτησε.
Και το ρολόι έδειχνε πάντα την ίδια ώρα 11:30 μ.μ.
-Εντάξει, λύεται η συνεδρίαση, θα σε δω την άλλη Δευτέρα, μέχρι τότε να παίρνεις τα φάρμακα σου.
Το δωμάτιο ήταν λουσμένο με φως και η κόκκινη μισό φθαρμένη καρέκλα έκανε έναν τσιριχτό καθώς έπαιρναν την κοπέλα οι φύλακες του ψυχιατρικού ιδρύματος. Ο γιατρός κοίταζε τις σημειώσεις του παρατηρώντας πως δεν είχε επιτελεστεί καμία πρόοδος τα τελευταία δύο χρόνια. Έτσι το μόνο που μπορούσε να κάνει ο ίδιος ήταν να της χορηγούν παραπάνω φάρμακα κρυφά μέσα στο φαγητό.Μια φωνή έξω από το λευκό δωμάτιο ακούστηκε και τον διέκοψαν από τις σκέψεις του.
-Κύριε να φέρω τον επόμενο;
O Διαστεβλωμένος καθρέπτης.
Σε κοιτάω όλο νόημα και
σου λέω:
-Αν είχα να διαλέξω
ανάμεσα σε ολόκληρο τον κόσμο από την μια πλευρά και εσένα από την άλλη θα
διάλεγα εσένα. Με κοιτάς, ήρεμος σηκώνεσαι με καληνυχτίζεις και μου δείχνεις
τον ήλιο. Ξημερώνει.
Ξυπνάω πάλι σε ένα
δωμάτιο άδειο, κρύο που το όνειρο έχει διαδεχτεί την φρικαλεότητα της αλήθειας.
Εσύ με αποχαιρετάς και με καλωσορίζουν οι τύψεις .Πάλι κενή και πάλι μόνη. Να
πλαγιάζω με ένα ξένο κορμί με τη σκέψη
πώς όταν κοιμηθώ ίσως σε ανταμώσω
και θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα.
Για πάντα; Ίσως και όχι.
Ξημερώνει τώρα, αντίο πρέπει να φύγω. Θα ήθελα τόσο πολύ να σου μιλήσω αλλά
πνίγομαι. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στην πραγματικότητα. Τίποτα δεν είναι,
όπως νομίζω, και για όλα ευθύνεσαι εσύ.
Κοίτα, πώς με έκανες! Με
διαστρέβλωσες. Σε άφησα να πάρεις το τελευταίο κομμάτι του εαυτού μου. Σου
έδωσα τα πάντα κι όμως δεν σου έφταναν. Σου έδειξα όλες τις αδυναμίες μου και
εσύ πάτησες σε αυτές και τις χρησιμοποίησες. Με έκανες να νιώθω ανίκανη πια να
αγαπήσω ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό. Γιατί; Τι έχεις να αποδείξεις; Κοίτα
πώς με έκανες!
Να πλαγιάζω με ένα άδειο
κορμί; Με έναν άγνωστο όν, νομίζοντας, πως έτσι θα γεμίσω τα κενά μου; Γιατί;
Θέλω να ξυπνήσω, αυτό δεν είναι πια όνειρο. Νιώθω τα χέρια σου να σφίγγουν το
λαιμό μου. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Άσε με ήσυχη, φοβάμαι! Ανοίγω τα μάτια μου.
Σιωπή...Άδειο το δωμάτιο.
Ήταν ένας εφιάλτης. Τρέχω να κοιτάξω το είδωλο μου στον καθρέφτη. Βλέπω τώρα τα
σημάδια επάνω στον λαιμό μου και τα χέρια μου γεμάτα αίμα. Εμφανίζεσαι πίσω από
τον καθρέφτη καθώς κοιτάω μέσα, με κοιτάς όλο μίσος και ειρωνεία. Αρχίζεις να
με χτυπάς με μανία. Τα χέρια σου γεμίζουν με το αίμα μου ,πέφτω κάτω και κλείνω
τα μάτια μου. Σιωπή...είμαι πάλι μόνη μπροστά στον καθρέφτη σε ένα κενό άσπρο
δωμάτιο. Τα σημάδια σου στο κορμί μου είναι αμέτρητα. Δεν μπορώ να σηκωθώ. Τα
πόδια μου δεν με κρατούν. Το άσπρο χρώμα στους τοίχους με τρελαίνει. Προσπαθώ
να σηκωθώ κρατώντας τον τοίχο και βάφοντας τον κόκκινο από τις πληγές μου.
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και αρχίζω να βλέπω καθαρά πώς η θολή μορφή σου, ήταν τελικά
δική μου.
Δεν υπήρξες ποτέ!
Ουρλιάζω. Πέφτω πάλι κάτω. Όμως πρέπει να είμαι δυνατή. Σηκώνομαι ξανά αυτή τη
φορά όρθια και πατώντας σταθερά τα πόδια μου στην γη κοιτάω το είδωλο μου για
μια τελευταία φορά στον καθρέφτη. Παίρνω βαθιά ανάσα και τον σπάω. Χίλια
κομμάτια. Τα χέρια μου ματώνουν. Ο ήχος των γυαλιών που πέφτουν στο πάτωμα και
θρυμματίζονται με ανακουφίζει. Τώρα δώσε μου το χέρι σου και πάμε να φύγουμε,
ας τελειώσει αυτό το όνειρο εδώ .
Καληνύχτα.
Σιωπή.
Σηκώνεσαι
από το κρεβάτι τον βλέπεις δίπλα σουρεαλισμός, άπραγο να σε κοιτάει μέσα στα
μάτια σαν μικρό παιδί ,να σε ξυπνάει με φιλιά.
Κανείς
δεν είναι εκεί. Κοιτάς γύρω σου χάος, με δυσκολία
καταφέρεις να σταθείς στα πόδια σου, κάνεις μερικά βήματα. Σέρνεσαι μέχρι το
μπαλκόνι , μόνη σωτηρία σου το πακέτο με τα τσιγάρα και τα σπίρτα. Ανάβεις,
θυμάσαι, να σε κοιτάει με επικριτικό βλέμμα, ενώ σου γκρινιάζει, πώς καπνίζεις
πολύ και συνέχεια σε παρότρυνε να το κόψεις, εσύ από την άλλη τον αγκάλιαζες,
ακούμπαγες στο στέρνο του σαν μικρό παιδί και άκουγες τον χτύπο της καρδιάς
του, τον λόγο ύπαρξης σου.
Ζαλίζεσαι.
Παραπατάς.
Εύχεσαι
να ήταν εδώ, όπως παλιά, που δεν φοβόσουν και σε κράταγε στη ζωή η ματιά του, ο
πόθος σου να τον δεις. Αυτός, που ακόμη κι αν έχει φύγει είναι δίπλα σου, παντού
γύρω σου και μέσα σου. Καταραμένες αναμνήσεις, τιμωρήστε την ακόμη μια φορά.
Πρέπει να φύγεις από εδώ, να ξεφύγεις από το χάος ,από το σκοτάδι του
παρελθόντος .Φοβάσαι, ότι αυτό το σπίτι, αυτή η ζωή είναι ποτισμένη με το άρωμα
του.
Φεύγεις,
περιπλανιέσαι μέσα στο άγνωστο της νύχτας. Μέσα σε δρόμους έρημους, μέσα σε
πάρκα άδεια. Τρέχεις, προσπαθώντας να ξεφύγεις από τις σκιές που ξεπροβάλλουν
μέσα από τους τοίχους, μορφές απόκοσμες ξεχασμένες, από τα μάτια του κόσμου.
Θυμάσαι;
Ένα βράδυ τις είχες δει να σε κοιτάνε επίμονα και παρατήρησες, πώς όταν τις
κοιτούσες ανταποκρίνονταν με ματιές και ουρλιαχτά, που διαπερνούσαν την σάρκα
σου και πάγωναν την ψυχή σου. Τα ουρλιαχτά τους, που αν τα παρατηρούσες
καλύτερα σχημάτιζαν λέξεις.
Θυμάσαι;
Λέξεις που σου έλεγε εκείνος...υποσχέσεις που ποτέ δεν κράτησε και λόγια ίδια
με το φύσημα του ανέμου. Ο μόνος άνθρωπος, που εμπιστεύτηκες. Φτάνεις στο
λιμάνι. Εδώ για πρώτη φορά τον είχες δει να αγναντεύει την θάλασσα σιωπηλός. Εκείνες
τις ατέλειωτες νύχτες με τις ατελείωτες συζητήσεις, ώσπου να ξημερώσει.
Θυμάσαι
που σαν τον κοιτούσες, έπεφτε το φως του φεγγαριού μέσα στα μάτια του που
έλαμπαν και έσπαγε την σιωπή του. Κάθε νύχτα, ήταν εκεί και σε περίμενε σαν να
ήξερε από την πρώτη στιγμή, τι θα ακολουθούσε. Ξαφνικά βλέπεις το παγκάκι, που
αντάλλαξε το πρώτο σας φιλί, εκεί που σε κράταγε αγκαλιά ατελείωτες ώρες και
που του μίλαγες σαν να τον ήξερες από πάντα. Που γέλαγε και ένιωθες ζωντανή.
Ξεσπάς σε κλάματα. Κόβεται η ανάσα σου. Χάνεις την γη κάτω από τα πόδια σου. Πνίγεσαι
μέσα στην σιωπή σου. Νιώθεις να χάνεις τα πάντα. Πέφτεις κάτω, δεν έχεις πλέον
τη δύναμη να σηκωθείς .Η μόνη σου σκέψη που σου τριγυρνάει το μυαλό, που σου
τρώει αργά τα σωθικά είναι Γιατί έφυγες;
Νιώθεις νεκρή.
Όμως ξέρεις, πως είσαι
ήδη νεκρή.
Η
πόλη είναι σκοτεινή, επιβλητική. ψάχνεις κάπου να βρεις ένα γνωστό σημείο. Ένας
λαβύρινθος γεμάτος από κόσμο, φωνές και καπνό .Οι σκιές είναι ακόμη πίσω σου,
δεν έχουν φύγει, αρχίζουν να σε φτάνουν. Περνάς ανάμεσα στον κόσμο και τους
κοιτάς γεμάτη φόβο, αλλά κανείς δεν σε βλέπει. Σε βλέπουν μα δεν σε κοιτάζουν.
Βλέπεις
τώρα τις σκιές να διαπερνούν μέσα από τα κενά σώματά τους. Τους φιμώνουν. Αηδιάζεις,
προσπαθείς να τις αποφύγεις ,ουρλιάζεις ζητάς έλεος! Κανείς δεν σε ακούει. Είσαι
μόνη σου. Βλέπεις το σπίτι σου. Τρελαίνεσαι, αλλά πρέπει να φανείς δυνατή. Τότε
μια τρελή ιδέα διακατέχει το μυαλό σου βγάζεις, από την τσέπη σου τα σπίρτα.
Μπαίνεις
μέσα στο σπίτι και βλέπεις ένα χάος, κοιτάς, μα δεν βλέπεις. Φοβάσαι πως θα δειλιάσεις
αλλά πλέον είναι πολύ αργά για λιποψυχίες! Αν δεν το κάνεις τώρα θα παραμείνεις
άπραγη για πάντα. Τον σκέφτεσαι να σε κυνηγάει μέσα στο σπίτι τότε που το σπίτι
ήταν γεμάτο χαρά.
Εκείνον,
που έφυγε, έτσι απλά από την ζωή σου. Πήρε ένα βράδυ τα πράγματά του και ποτέ
δεν γύρισε. Πάνε τρία χρόνια από τότε ποτέ δεν το ξεπέρασες. Τον μισείς αλλά
πιο πολύ εκείνη, που στον έκλεψε. Αυτό το μίσος τώρα σου οπλίζει το χέρι και
παίρνεις το μπιτόνι.
Θες
να τον τιμωρήσεις. Να τον σκοτώσεις. Μπαίνεις μέσα στην βιβλιοθήκη του. Τα
ράφια που στολίζουν τους τοίχους, ξεχωρίζεις ένα. Το πρώτο βιβλίο, που σου πήρε
δώρο. Δακρύζεις.
Το σπίτι γεμάτο σιωπή. Αυτοί
οι άσπροι τοίχοι σε τρελαίνουν.
Ακούς
κραυγές να προέρχονται από τους τοίχους. Ακούς την φωνή του, να σιγοτραγουδάει
ένα νανούρισμα, που σου έλεγε η μάνα σου. Τον ακούς να γελάει, γιατί μέσα σε
αυτό το δωμάτιο είχες κλείσει το γέλιο του. Αγγελική η μορφή του. Ήταν
μοναδικός. Δεν αντέχεις άλλο κάψτα όλα ,τι σκέφτεσαι!
Παίρνεις
το μπιτόνι και αρχίζεις και βρέχεις με μανία τα ράφια. Κοιτάς γύρω σου σκοτάδι
.Οι σκιές στους τοίχους σε τρομάζουν αλλά δεν σε νοιάζει. Φεύγεις από το
δωμάτιο, ανοίγεις την πόρτα του υπνοδωμάτιού σας. Οι σκέψεις σου μπαίνουν σε
τάξη. Αρχίζεις να λούζεις όλο το δωμάτιο μέσα στην βενζίνη. Ξαπλώνεις νωχελικά
επάνω του και ανάβεις τσιγάρο. Το τσιγάρο τελειώνει όπως και ο χρόνος σου, σε
λίγο θα ξημέρωνε .Πετάς την αναμμένη γόπα στην κουρτίνα. Η κουρτίνα αρχίζει να
φλέγεται, τα χρώματα, που παίρνει είναι τόσο όμορφα και ζωντανά, όσο ποτέ
άλλοτε. Δίπλα στο κρεβάτι το μπιτόνι μισό άδειο να σε καλεί.
Με
σταθερό χέρι το κρατάς και λούζεσαι. Κρατάς τα σπίρτα και με γρήγορες κινήσεις
ανάβεις το πρώτο ,το πετάς στο χαλί. Από την βιβλιοθήκη βγαίνουν οι φλόγες και
η μυρωδιά των καμένων βιβλίων σε ερεθίζει. Έχει τυλιχτεί στις φλόγες όλο σου το
σπίτι και στα αυτιά σου αντηχεί η μουσική από το τελευταίο σας βάλς.
Γαλήνη. Χαμογελάς ανάβεις
το τελευταίο σου τσιγάρο και σκέφτεσαι την τελευταία του φράση
"Εγώ θα είμαι πάντα
εδώ".
Το τσιγάρο τελείωσε .
Και το ρίχνω πάνω μου.
Γίνομαι ένα με τις
φλόγες.
Και τώρα επιτέλους.
Νοεμβρίου 13, 2018
Θάλασσα.
Πρώτη πράξη: H συνάντηση μου με τη θάλασσα.
Άκουγα τον ήχο της θάλασσας την νύχτα. Τα
μανιασμένα κύματα της να σκάνε στα βράχια της παραλίας.
-Θυμάσαι
εκεί που πηγαίναμε τα βράδια. Σου λέω.
Χάνω
τον έλεγχο. Θολώνω. Τα χέρια μου είναι τώρα αναμειγμένα μέσα στα μακριά μαλλιά
σου και έτσι μπορώ καλύτερα να ελέγχω τις κινήσεις του κεφαλιού σου, σε έκανα
να γονατίσεις, ενώ εσύ δεν έβγαζες άχνα, σαν να περίμενες την συνέχεια, σαν
καλοκαρδισμένο παιχνίδι μέσα στην βοή των κυμάτων μια τέτοια τρομερή νύχτα, θα
σε καταστρέψω. Θέλω να ξέρεις γιατί τα κάνω όλα αυτά.
Δεύτερη πράξη: Η πρώτη επαφή.
Βρίσκω
αρκετά γρήγορα την ψυχραιμία μου, μέσα σε μερικά δεύτερα επικράτησε σιωπή.
Κανείς από τους δυο μας δεν ακουγόταν, μόνο η βαριά μου ανάσα από τα τσιγάρα
και η μυρωδιά σου από αλκοόλ, μας συντρόφευαν. Η θάλασσα άρχισε να χάνει τη
δυναμικότητα της και τα κύματα, που έσκαγαν στα βράχια άρχισαν να ηρεμούν και
να επικρατεί απόλυτη σιγή ακόμη και εν μέσω της καταιγίδας.
Σου
άφησα τα μαλλιά απαλά, σου ακούμπησα πάλι το κεφάλι ευλαβικά αφήνοντας να
σχηματιστεί στα χείλια μου ένα χαιρέκακο χαμόγελο, ενώ εσύ έκανες ένα βήμα
πίσω. Ένιωθα τον φόβο σου, να μεγαλώνει. Παρατηρώ πώς στο πρόσωπο σου έρχεται
όλη η αλμύρα της θάλασσας. Σήμερα δεν έχει φεγγάρι, έτσι αδυνατώ, να δω καθαρά
τα χαρακτηριστικά του προσώπου σου, έτσι μόνο μπορώ μόνο να τα μαντέψω.
Προσπαθώ
να κρατήσω την ισορροπία μου και στέκομαι μπροστά σου. Σε κοιτώ με ευλάβεια,
ενώ παράλληλα σκέφτομαι, πως θα μπορέσω να ασελγήσω με την μεγαλύτερη
ικανοποίηση επάνω στο νεανικό, αψεγάδιαστο και ανήθικο κορμί σου. Σου απαγγέλλω
ποίηση. Στοίχους μου μίλαγαν για το πάθος, που μπορεί να αναπτύξει ένας
ερωτευμένος. Μπαίνω σε συνθήκη να υποκριθώ, πως δεν έγινε τίποτα, μόνο και μόνο
για να σε ηρεμήσω. Σου δίνω το χέρι μου, να προχωρήσουμε . Τελικά δεν είναι και
τόσο δύσκολο να χειραγωγείς κόσμο ή μάλλον εσύ είσαι πολύ αδαής, σκέφτομαι.
Παίρνω
δυνάμεις και οπλίζομαι με ψυχραιμία, ενώ τα χέρια μου καίνε. Ξάφνου σου δείχνω
ένα απόμερο μέρος στη παραλία, εκεί που επικρατεί απόλυτο σκοτάδι, μέσα σε μια
μικρή εσοχή των βράχων, εκεί που η γη συναντάει τη θάλασσα, εκεί σίγουρα κανείς
δεν θα ακούσει τα ουρλιαχτά σου.
Κάνεις
ένα βήμα πίσω και μου ζητάς να γυρίσουμε επειδή “φοβάσαι”. Σου
τραβάω το χέρι και προσπαθώ να σε σύρω μέσα στην εσοχή ,μέσα σε μερικά μόλις
δεύτερα του χρόνου με χτυπάς δυνατά στο στομάχι και ένας δυνατός πόνος με καταβάλει.
Σου αφήνω το χέρι.
Εσύ
τώρα προσπαθείς να τρέξεις, να κρυφτείς. Γεμίζω με οξυγόνο τα πνευμόνια μου και
ουρλιάζω το όνομα σου, τόσο δυνατά, μέχρι να μου κοπεί η ανάσα. Τα
μηλίγγια μου πονάνε και η ανάσα μου κόπηκε. Οι φλέβες στο πρόσωπο και στο λαιμό
μου έχουν φουσκώσει, το κεφάλι μου είναι βαρύ. Σηκώνομαι και έρχομαι να σε βρω.
Ακούω τα βήματα σου σαν αντίλαλο, την αναπνοή σου, που όσο προχωράς βαραίνει.
Άξαφνα σταματάω και σε βλέπω να κρύβεσαι πίσω από ένα μικρό ξέφωτο. Βλέπω τα
μαλλιά σου να ανεμίζουν και ακούω τον αέρα να εισβάλει βίαια μέσα στα ρούχα
σου. Σου παγώνει την κατάλευκη νεανική σου σάρκα.
Γοργά
εξαφανίζομαι, από το πεδίο ορατότητας σου και με μια δρασκελιά βρίσκομαι από
πίσω σου. Μπορώ σχεδόν να σε ακούσω να ψιθυρίζεις προσευχές. Είναι τόσο
διασκεδαστικό να σε καταδιώκω μέσα στο σκοτάδι. Το τέλος είναι κοντά. Ορμάω
επάνω σου και εσύ ουρλιάζεις. Σου κλείνω στο στόμα με το χέρι μου, σκέφτομαι,
πως μέσα σε αυτό το βελούδινο στόμα τοποθετώ το όργανο μου και να σε κάνω να
πνίγεσαι. Αυτή η σκέψη με αναστατώνει, με το άλλο μου χέρι ασελγώ στο σώμα σου,
σκίζοντας με μιας το λευκό σου φόρεμα, έτσι μπορώ να εξετάζω το στήθος σου.
-Έτσι δεν σου αρέσει,
όπως στο ζητούν οι πελάτες; Πάλι δεν λες τίποτα.
Αυτή
η σιωπή σου αρχίζει να με εκνευρίζει. Ποθώ να ακούσω τα ουρλιαχτά σου, το κλάμα
σου, τα παρακαλετά σου για έλεος. Το λίμπιντο μου αυξάνεται με
γεωμετρικούς ρυθμούς, μέχρι να κορυφωθεί, εκεί μέσα στο ζεστό σου κορμί. Σε
σέρνω με δύναμη μέχρι την εσοχή των βράχων.
Εσύ
υπέκυψες. Ξέρεις τα λάθη σου. Σε αρπάζω από τον λαιμό και σε σηκώνω. Αισθάνομαι
τις φλέβες από τον λαιμό σου να σφυροκοπούν σαν τρελές και τις πιέζω, όσο πιο
πολύ μπορώ. Είσαι αδύναμη και ούτε να αναπνεύσεις δεν μπορείς. Το πρόσωπο σου,
όσο πάει και αλλάζει χρώμα. Έρχομαι κοντά και σου ψιθυρίζω τις επιθυμίες μου,
με λόγια βλοσυρά και ιδιαίτερα περιγραφικά .Όσο τα ακούς εσύ με το άλλο μου
χέρι κατευθύνω το μικρό σου χέρι, με πίεση, να πιάσεις το πρόσωπο μου, που
καίει. Συνεχίζω να σου μιλάω, ενώ κατεβάζω το χέρι σου, όλο και πιο κάτω. Με
αγγίζεις και καίγομαι. Σε αρπάζω και σε κατεβάζω κάτω. Πέφτεις στα βράχια με
δύναμη. Νιώθω ανίκητος.
-Μου ανήκεις. Σου
λέω με ήρεμη φωνή και με μια δόση ειρωνείας. Εσύ υποκύπτεις.
Τρίτη πράξη: εσωτερικές σκέψεις.
Ήσουν
σχεδόν λιπόθυμη. Ήθελα να σε κάνω να πληρώσεις. Σε άρπαξα ξανά από τα μαλλιά
και με όλη μου τη δύναμη έβαλα το κεφάλι σου μέσα στο παγωμένο νερό. Η ανάγκη
μου να σε βλέπω, να υποφέρεις όλο και μεγάλωνε. Έτσι ήθελα να σε βλέπω να με
παρακαλάς, γονατιστή, όπως σε παρακαλούσα εγώ. Το είχα ανάγκη. Δεν περίμενα, να
συμβούν όλα αυτά, τόσο γρήγορα και το συναίσθημα της αγάπης, που είχα για το
πρόσωπο σου, να μεταμορφωθούν σε μίσος και εμπάθεια τόσο γρήγορα. Έγινε σχεδόν
ακαριαία, όταν σε είδα πρώτη φορά να κάνεις πιάτσα σε κακόφημους δρόμους. Τώρα
ακόμη σε βλέπω, από τον καθρέπτη του αμαξιού μου, να γαμιέσαι με τον κάθε
τυχάρπαστο. Όσο σας έβλεπα τα χέρια μου έτρεμαν, τα πόδια μου καθηλώθηκαν , και
αυτή η αιώνια σιγή που επικρατούσε-σχεδόν μπορούσα να ακούσω τα βογγητά σου-.
Όλοι οι μύες του σώματος μου μούδιασαν. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν
ξέρω καν πόση ώρα καθόμουν και κοίταζα σαν ηδονοβλεψίας, από το καθρέπτη. Δεν
είχα άλλη επιλογή από το να είμαι καθηλωμένος και να κοιτάζω, μέσα από την «κλειδαρότρυπα».
Πράξη τέταρτη: ο αποχαιρετισμός.
Αφήνω τις λέξεις να κυλάνε σαν χείμαρρος από το στόμα μου. Αυτή τη φορά δεν είναι βωμολοχίες αλλά η αλήθεια.
-Με
πονάει τόσο, όσο και εσένα. Με ήρεμο τόνο σου ψιθύριζα, όσο είχα το κεφάλι
σου, μέσα στο νερό. Έβλεπα με περισσή προσήλωση, την ανάγκη σου, να πάρεις ανάσα
και έβαζα όλο και περισσότερη δύναμη στα χέρια μου, ενώ εσύ «σπαρταρούσες
σαν το ψάρι».
Σήκωσα
το κεφάλι σου να πάρεις ανάσα και το σώμα σου, κυριολεκτικά έκανε σπασμούς. Σε
άφησα έτσι, για λίγο, γιατί φοβήθηκα. Μήπως και πέθαινες. Κάτι τέτοιο δεν το
ήθελα. Ακόμα.
Είχες
καταπιεί πολύ νερό και τα μάτια σου, όπως και όλο σου το πρόσωπο είχε ξεβάψει,
είχες μουτζουρωθεί. Μαύρα δάκρυα είχαν τώρα δημιουργηθεί απάνω στα κατακόκκινα
μαγουλά σου και το κατάλευκο φόρεμα σου είχε βραχεί, όπως και το σουτιέν σου.
Τα ανακατεμένα μαλλιά σου πήγαιναν, όπου τα κατεύθυνε ο άνεμος, ενώ τα υπόλοιπα
είχαν κολλήσει επάνω στο βρεγμένο σου ρούχο. Όταν μπόρεσες να βρεις το ρυθμό
της αναπνοής σου, εγώ ακόμη σε κρατούσα από τα μαλλιά. Άρχισες να κλαις γοερά
και να εκλιπαρείς για έλεος. Συνέχιζα να σου μιλάω και να σου λέω:
-Έπρεπε
να μου πεις την αλήθεια. Συνέχιζες να κλαις, καθώς γνώριζες
πολύ καλά τι επρόκειτο να συμβεί, όμως δεν έκανες κάποια κίνηση να με
σταματήσεις. Ίσως αν με είχες χτυπήσει, να είχες δραπετεύσει.
Δεν
άκουγες τι έλεγα. Το μόνο πράγμα, που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να με
ακούσεις, για πρώτη φορά στη ζωή σου. Έτσι έβαλα περισσότερη δύναμη στα χέρια
μου και σε έκανα να πονέσεις, κι άλλο. Από το σοκ άρχισες να χάνεις τις
αισθήσεις σου.
Εκεί
πραγματικά βγήκα εκτός εαυτού. Ήξερες, ότι κρατάω τη ζωή σου στα χέρια μου και
εσύ δεν με άκουγες; Άρχιζα να γελάω με μανία. Η σιωπή μου έσπασε. Δεν μπορούσα
να συγκρατήσω άλλο τον εαυτό μου. Έτσι αναδύθηκε, από μέσα μου, ο άλλος μου
εαυτός. Αυτός που ζητούσε εκδίκηση. Η λογική χάθηκε, για πάντα από μέσα μου,
νομίζω εκείνο το βράδυ. Νομίζω εκείνη την στιγμή σε μίσησα, πραγματικά. Το
χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη μου και η όψη μου μεταμορφώθηκε.
Μέσα
στο σκοτάδι σε τράβηξα πίσω. Σε καθήλωσα με την παρουσία μου και στα μάτια σου
αντανακλάται τώρα, μόνο ο φόβος. Ήθελα να σε βεβηλώσω και το έκανα με
ιδιαίτερη χάρη. Σε ξάπλωσα και σου ξέσκισα και το υπόλοιπο σου ρούχο. Άνοιξα το
παντελόνι μου και έσκισα το εσώρουχό σου. Ήσουν ανήμπορη να φωνάξεις βοήθεια,
έτσι ακουγόταν μόνο η βαριά μου ανάσα, που τώρα γίνεται όλο και πιο βαριά, από
την ηδονή. Να εισβάλλω μέσα στο κορμί σου κάθε φορά όλο και πιο βίαια, κάθε
φορά όλο και πιο δυνατά. Σε χτύπαγα στο πρόσωπο μέχρι να βγάλεις αίμα. Το αίμα
σου κυλούσε και αναμίχθηκε με τα μαύρα σχηματισμένα σου δάκρυα βγάζοντας μια βαθιά
απόχρωση κόκκινου.
Σου
κράταγα τα χέρια με δύναμη, μέχρι να ακουστεί αυτός ο ήχος που κάνει όταν το
κόκαλο σπάει. Αυτός ο ήχος, που τρυπάει τα αυτιά σου. Μόνο τότε έβγαλες, μια αχνή
κραυγή πόνου. Μετά πέρασα τα χέρια μου με ευλάβεια από το λαιμό σου για
να κρατάω αντίσταση.
Είναι
η πρώτη φορά, που έχανα τον έλεγχο, και αυτό δεν με τρόμαζε. Το κορμί μου έκαιγε σε
αντίθεση με το δικό σου, που ήταν πολύ κρύο. Ήρθα σχετικά αργά σε οργασμό,
γιατί ήθελα να το απολαύσω, όσο περισσότερο γινόταν. Είναι η τελευταία μας
φορά, βλέπεις και ήθελα να σου μείνει για πάντα αξέχαστη. Θέλω να είμαι ο
άνθρωπος, που μπορούσε να σου προκαλέσει, τόσο βαθιά τραύματα στη μνήμη, όσο
κανένας άλλος. Τελείωσα μέσα σου. Ένιωσα τα καυτά μου υγρά να σε κατακλύζουν.
Τώρα που έγινε και αυτό όλα πηγαίναν με βάση το σχέδιο μου. Το κομμάτι της
απόλαυσης είχε επέλθει και το τέλος ήταν μόλις ένα βήμα μακριά. Σηκώθηκα και
κούμπωσα γρήγορα το παντελόνι μου, ενώ εσύ έμεινες εκεί, ημίθανη.
Σε
παρατηρώ να είσαι χαμένη μέσα στον πόνο σου. Το βλέμμα σου χάθηκε. Η λάμψη των
ματιών σου έσβησε. Δεν ήθελα καν να σου μιλήσω. Απολάμβανα τον πόνο σου, έτσι
άναψα τσιγάρο, καθώς το είχα τόσο ανάγκη. Σε παρατηρούσα μέσα στο σκοτάδι, με
μόνη πηγή φωτός τον αναπτήρα, που κράτησα λίγο παραπάνω αναμμένο, για να
παρατηρήσω το έργο τέχνης μου.
Πέρασε πολύ ώρα και άρχισε πάλι να βρέχει.
Τα κύματα της θάλασσας πάλι χτυπάνε τούτη την γη, με
μανία.
Είδες στα μάτια μου να σε κοιτάζουν με μίσος.
Πρέπει να τελειώσω αυτό, που άρχισα.
Έτσι έσβησα το τσιγάρο και το φως χάθηκε μια για
πάντα.
Σε τράβηξα από τα μαλλιά.
Μετά άκουγα τον ήχο της μανιασμένης θάλασσας.
Τώρα κείτεσαι νεκρή μέσα στο νερό.
Έτσι μπόρεσα να βρω, ξανά τη γαλήνη μου.
