-Πες μου ,λοιπόν, τι είναι αυτό που φοβάσαι.-Δεν φοβάμαι τίποτα.-Πώς είναι δυνατόν να μην φοβάσαι τίποτα;-Απλά συμβαίνει… όταν αντικρίζεις την φρίκη καθημερινά
συνηθίζεις τον πόνο, συνηθίζει ο οργανισμός σου και μετά παγώνεις. Γίνεσαι ένα
με τον πόνο και τα συναισθήματα σου αδρανοποιούνται. Γίνεσαι καχύποπτος. Είναι
όμως και η μόνη λύση που έχεις για να επιβιώσεις σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Γίνεσαι
ότι φοβόσουν όταν ήσουν παιδί. Γίνεσαι κάθε μέρα και πιο μισητός τόσο από τους
γύρω σου όσο και για τον ίδιο σου τον εαυτό. Αντικρίζεσαι στις αντανακλάσεις
των επίπλων και βλέπεις μια μορφή άλλη, μια ξένη μορφή και με την πάροδο των
χρόνων το ανέχεσαι, απλά ζεις με αυτό, ανήμπορη να κάνεις κάτι για να αλλάξει
αυτή η κατάσταση. Μέσα από τα μάτια των άλλων βλέπεις το είδωλο σου και αυτό
ξέρω πως τρομάζει αλλά μεγάλωσα πλέον για να φοβάμαι την μορφή μου. Μέσα
κυριαρχεί ένα μονάχα συναίσθημα η οργή, ότι φοβόμουν έχω γίνει, ότι μου είπες
να μην γίνω έγινα, μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Θυμάσαι όταν ήμουν παιδί και
κάναμε την ίδια κουβέντα εδώ έξω στο μπαλκόνι, τα κρύα βράδια του χειμώνα και
τα καυτά μεσημέρια του Αυγούστου;-Όχι, δεν τα θυμάμαι.-Μα πώς είναι δυνατόν να μην τα θυμάσαι;-Απλά, συμβαίνει. Ο πόνος και ο έρωτας είναι δύο
έννοιες ταυτόσημες. Συσχετίζονται άμεσα όσο έχεις πονέσει τόσο θα πονέσεις στην
συνέχεια το επόμενο θύμα σου. Ειδικά αν είναι κανένα αδύναμο και καχεκτικό
πλάσμα θα το δεις, θα το πονάς ακόμα περισσότερο από ότι σου έκαναν εσένα.
Ξέρεις τι φαντάζομαι; Νομίζω πώς θα σε ιντριγκάρει να δημιουργείς πόνο στους
άλλους. Η ηδονή σου πλέον δεν θα είναι το άλλο άτομο αλλά ο ίδιος ο πόνος θα
γίνει αυτοσκοπός. Δεν θα αναγνωρίζεις στα πρόσωπα των συντρόφων σου αλλαγές θα
είναι όλα ίδια και η ανάγκη σου μια και μοναδική -να τους σκοτώνεις καθημερινά-
ο πόνος θα γίνεται αφόρητος και εσένα όλο και περισσότερο θα σε ερεθίζει.
Μερικοί αδύναμοι θα φύγουν ενώ άλλοι θα μένουν χωρίς λόγο μαζί σου μέχρι να
καταλάβουν πως είναι και αυτοί μόνοι τους. Έπειτα, αφού ο πόνος θα εξαφανίζεται
όπως και το συναίσθημα σου τότε να φεύγεις εσύ, να οδεύεις προς το επόμενο θύμα
σου. Να τους κατασπαράζεις την σάρκα, να μπαίνεις κάτω από το δέρμα τους και να
πιέζεις τα σωθικά τους να βγουν προς τα έξω, να τους τρυπάς τα κόκαλα αργά και
σταθερά, να τους μειώνεις καθημερινά υπενθυμίζοντας τους την ανωτερότητα σου,
όχι ότι υπάρχει αλλά σημασία έχει τι πουλάς προς τα έξω. Κανένας δεν είναι μέσα
στο κεφάλι σου και να μην τους αφήσεις να μπουν κιόλας. Σημασία για εσένα θα
έχει μόνο ο εαυτός σου και η ικανοποίηση των δικών σου αναγκών από τους άλλους
να αρπάζεις γρήγορα αυτό που θες και μετά να απολαμβάνεις τα λάφυρα σου.-Δεν ισχύει αυτό, μόνο σε εμένα θέλω να προκαλώ πόνο,
τον έρωτα τώρα που το ανέφερες δεν νομίζω να έχω ερωτευτεί ποτέ μου. Θέλω να πω
από την στιγμή που δεν ξέρω αν το έχω νιώσει μάλλον δεν το έχω νιώσει σωστά;-Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι.-Και τι είναι αυτό που θυμάσαι μου λες;-Τα μάτια της.-Ποιας;-Μιας ξένης. Ήρθε κάποτε στη ζωή μου σαν περαστική σαν
κατατρεγμένο άγριο άλογο μέσα στο χάος του πολέμου, ήρθε και εγώ την φρόντισα,
την αγάπησα και την έβαλα μέσα στο σπίτι μου, την αγάπησα με όλη μου την
δύναμη. Μου έδωσε ένα λόγο ύπαρξης, έναν λόγο να ξυπνάω τις νύχτες αγχωμένη. Να
καρτερώ πάνω από το τηλέφωνο, πίσω από κλειστές πόρτες να ακούσω τα βήματα στο
δρόμο. Να καρτερώ το άγγιγμα της μέσα στην νύχτα, να καρτερώ με αναφιλητά ένα
βλέμμα της, τις νεκρές ώρες που κανένας δεν ήταν εκεί να ταξιδεύω με την
απουσία της και να την αναζητώ μέσα στο χάος να την δω. Όλα αυτά τα έκανα εγώ και
μετά…-Έφυγε;-Όχι, ακριβώς…πήρε ότι ήθελε, πήρε την αγάπη μου, την
στοργή μου και μετά συνέχισε το δρόμο της ελεύθερη και περήφανη συνέχισε το
ταξίδι της.-Θα μου πεις επιτελούς αν θυμάσαι;-Δεν θυμάμαι, πόσες φορές θα στο πω;-Όσες χρειαστεί για να καταλάβω γιατί δεν είσαι εδώ…-Να πονάς τους ανθρώπους που είναι δίπλα σου, να τους
κρατάς σε μια αέναη αγωνία αν αύριο το πρωί θα είσαι εκεί ή θα έχεις γίνει
καπνός αυτό είναι το νόημα. Να νομίζουν πως τους έχεις ανάγκη ενώ πραγματικά το
μόνο άτομο που θα έχεις ανάγκη είναι τον εαυτό σου. Να τους κάνεις να σε
εμπιστευτούν και να τους δηλητηριάζεις τα σωθικά κάθε μέρα και μια δόση
παραπάνω μέχρι να πάψουν να νιώθουν και αυτοί, μετά το επόμενο βήμα είναι να
εξαφανιστείς. Εκεί που δεν θα το περιμένουν να αναμένεις και να καρτεράς σαν
θύτης που αναζητάει το θήραμα του μέσα στις σκιές και να εμφανίζεσαι από το
πουθενά-έτσι τους αποτελειώνεις και μετά να γίνεσαι ξανά καπνός-. Το τσιγάρο
έσβησε, το μπουκάλι τελείωσε, ήρθε η ώρα να φύγεις και εσύ, νύχτωσε κουράστηκα
να σου μιλάω άλλο δεν θέλω. Φύγε.-Δεν μπορώ να φύγω.-Μπορείς, πάρε τα πράγματα σου και άδειασε μου την
γωνιά, θέλω να μείνω μόνη μου. Θέλω να ονειρευτώ τα μάτια της, μόνο αυτά μου
έχουν μείνει.-Και εγώ;-Τι και εσύ;-Να φύγω και εγώ;-Ναι, θα έπρεπε να το έχεις καταλάβει πως από την αρχή
δεν σε ήθελα εδώ, από την πρώτη στιγμή που σε αντίκρισα σε σιχάθηκα. Μου
θυμίζεις όλα μου τα λάθη προσωποποιημένα σε άνθρωπο. Φύγε και μην ξανά
γυρίσεις, δεν θέλω να σε θυμάμαι.-Μα, δεν θέλω να φύγω, άσε με να μείνω για ένα ακόμα
βράδυ. Άσε να κοιμηθώ μαζί σου, για μια τελευταία φορά όπως κάναμε παλιά,
θυμάσαι;-Σου είπα δεν θυμάμαι και να θυμόμουν δεν σε θέλω,
πλέον δεν σε αναγνωρίζω. Δεν είσαι αυτή που ήσουν.-Κράτα έστω αυτό πριν φύγω: για εμένα σημαίνεις πολλά.
Σε αγαπάω.-Σήκω και φύγε! Δεν είσαι δικό μου πλάσμα. Θέλω να
εξαφανιστείς, είσαι ένα λάθος έβγαλα από τα σπλάχνα μου ένα τέρας, ευτυχώς το
κατάλαβα νωρίς και για αυτό δεν σε αγάπησα ποτέ, δεν σου πρόσφερα στοργή,
βλέπεις όλα μου τα είχαν πάρει και εσύ ήρθες και μου τα θυμίζεις όλα, τα μάτια
σου είναι τόσο εκφραστικά όσο τα δικά της, κάθε φορά που σε κοιτάζω ακούω στα
αυτιά μου τα βογγητά της, την βαριά της ανάσα μέσα σε ξένα σεντόνια και ξέρω
πως όλα αυτά δεν τα έκανε ποτέ μαζί μου, τα βογγητά που της πρόσφερε η επόμενη
δεν τα έκανε ποτέ μαζί μου, για αυτό σε μισώ, σε απεχθάνομαι πριν κάνω σε
γεννήσω! Τσακίσου από το σπίτι μου και φύγε, δεν είσαι αίμα μου εσύ.-Εντάξει, θα φύγω αλλά θέλω να θυμάσαι πως εγώ πάντα
σε αγαπούσα κι ας με έδερνες και μην με αγάπησες ποτέ, επίσης αυτή η ξένη που
λες, να ξέρεις πέθανε, πέρσι. Καρκίνος στον πνεύμονα, κάπνιζε πολύ.-Τι είπες ρε μπάσταρδο;-Αυτό που άκουσες…Η ξένη σου είναι νεκρή και μαζί της
έφυγες και εσύ, εδώ και ένα χρόνο κάθε μέρα έρχομαι εδώ και σου το ανακοινώνω
ξανά και ξανά σαν μια αέναη λούπα που δεν έχει τέρμα. Είσαι σαν το φίδι που
τρώει την ουρά του κάθε μέρα δηλητηριάζεσαι και μόνη σου όλο και περισσότερο.
Τώρα πλέον ξέρεις την αλήθεια. Αύριο θα ξανά έρθω για την είσπραξη μου. Καληνύχτα
μητέρα.
ZN
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου