Ιανουαρίου 04, 2021

Les trois couleurs sentiments.

 

Volume I.

Couleur:Noir.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις. Με το πλήθος των λέξεων δημιουργώ συναίσθημα, και με το συναίσθημα μου, σε εγκλωβίζω μέσα στις κενές μου περιγραφές, χωρίς καμιά απολύτως ουσία. Βαθιά μέσα μου, θέλω να σε πλανέψω, να σε εγκλωβίσω. Έτσι για μια μονάχα στιγμή, για έναν μονάχα χτύπο της καρδιάς σου, να αναπνεύσω, μέσα από την δική σου πνοή και να ιδώ με τα τυφλά μου μάτια, την μεγαλοφυία της Ανώτερης τέχνης.

Η πλάνη των λέξεων είναι τρανή απ’ άκρη σε άκρη, θαμπώνουν και δημιουργούν πλάνες στους αδαείς αναγνώστες, που αποζητούν να αφηγηθούν την περιγραφή κάποιου άλλου και να την παρουσιάσουν, ως δική τους. Η περιγραφή μου είναι αδύναμη, όσο για το λεξιλόγιο μου είναι και αυτό λειψό. Με το μόνο σύμμαχο μου να είναι ένα απόκομμα σκισμένου και τσαλακωμένου χαρτιού, αφηγούμαι, ότι δεν τολμώ να ζήσω. Μια εικόνα σου, χίλιες λέξεις δικές μου, και μια λέξη δική μου, μια λάθος γραμμή στο κατά τα άλλα άρτιο σου έργο. Εγώ σου εξιστορώ ό,τι βιώνεις, ό,τι παρατηρείς μα τώρα δεν έχω καμιά λέξη να ανταποκρίνεται σε αυτό, που θωρώ. Κανένας δεν εφηύρε μια λέξη για την εικόνα σου. Η «ποίηση» σου δεν μπορεί να περιγράψει αυτό, που με έκανες να νιώσω. Η λέξη ζήλια, είναι η αρχή, ίσως μιας πενιχρής αναβίωσης για αυτό, που αντίκρισα. Γιατί ξέρω, βαθιά μέσα μου, πως ποτέ δεν θα καταφέρω να δημιουργήσω αυτό, που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν, ένα αυθεντικό συναίσθημα.

Το αυθεντικό συναίσθημα, που βιώνει ένας πραγματικός άνθρωπος, ένας δημιουργός, που γεννήθηκε για να Την  υπηρετήσει, χωρίς περιττές αναφορές, χωρίς ανάγκη για εξιστόρηση. Το απόλυτο χάσιμο της έννοιας του χρόνου, μέσα στην πρώτη ματιά των εικόνων, που δημιουργούν όλες μαζί σαν μια άλλη ορχήστρα από πινελιές επάνω σε έναν καμβά και το μόνο χρώμα σου, το πρωταρχικό, το αναλλοίωτο, η αρχή του κακού. Το Μαύρο. Ένα μαύρο τόσο βαθύ, που ακόμα και το ίδιο το φως, δεν μπορεί να διαπεράσει. Η πυκνή σου λεπτομέρεια χάνεται, μέσα στο πλήθος των γραμμών και αναγεννάτε, από την απόσταση, που έχει ο θεατής, από το έργο. Γραμμές ασύνδετες μεταξύ τους κατορθώνουν να αποδώσουν τέτοιο νόημα, που ακόμα και τα ίδια τα γράμματα μιας λέξης δεν κατορθώνουν. Το μαύρο περίγραμμα είναι η αρχή της αφήγησης, εμπρός, αφηγήσου την δική σου ιστορία, χωρίς την βοήθεια των άλαλων κραυγών, που ονομάζουμε γλώσσα.

Μέσα από την κίνηση σου, δώσε το έναυσμα να ανοίξουν νέες αχαρτογράφητες πτυχές για την έκφραση της θείας Τέχνης. Όχι αυτής, που κείτεται ημίθανη μέσα στα νεκρά κλουβιά, αλλά αυτή, που ανταποκρίνεται στην απόλυτη διάλυση της χρονικής ασυνάφειας του δικού της χρόνου. Έλα δημιούργησε με το πινέλο σου, μια νέα χρονική στιγμή στην καμπή του χρόνου της τέχνης, στο δικό σου τώρα. Σε καλώ, να περιγράψεις το νόημα της τέχνης, που οι λέξεις μου αδυνατούν να αποτυπώσουν.



ZN


Δεκεμβρίου 30, 2020

Η δύναμη της έμπνευσης.

             Είμαι μόνη μέσα στην δύνη των χρωμάτων, αιωρούμαι μέσα στην σκόνη του χρόνου από το χρονικό χθες, μέχρι το χρονικό αύριο. Μαζί με εμένα τρέχει το φως και οι εκατομμύρια σκιές του. Οι σκιές του, είναι άλλοτε σκοτεινές και άλλοτε υπόλευκες, αναλόγως με την επαφή τους με το φως και την απόσταση. Οι σκέψεις των σκιών είναι ποικίλες, υπάρχουν φορές, που θαρρώ, ότι τις ακούω να μουρμουρίζουν παλιές μελωδίες για το αυτό, άλλοτε να ψιθυρίζουν ότι τις άφησε πίσω, πως τις εγκατέλειψε μαζί με τα εκατομμύρια χρώματα του ουρανού, όμως το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας παραμένει πάντα σιωπηλό και ήμερο.

Θυμάται την σχεδόν μαύρη σκιά, που είχε στα έγκατα της γης, έπειτα πώς το φως το αγκάλιαζε, επάνω σε μια σταρένια παραλία, νοσταλγεί τον ήχο, που έκανε καθώς έσκαγε στην μικρή κρυφή τους παραλία με μόνη συντροφιά τον ούριο άνεμο κάποιου καλοκαιριού, θυμάται ακόμη, πως το άφηνε να εξατμιστεί, ώστε να ανέλθει στους ουρανούς μαζί του. Άλλοτε, πότε γινόταν λεπτομέρεια μέσα σε έναν θεόρατο λευκό καμβά και αγκάλιαζε στοργικά τα χέρια του καλλιτέχνη, τον γέμιζε όλο χαρά και νόημα και εκείνος σε αντάλλαγμα το άφηνε να κυλάει σε ολόκληρο το κορμί του με τέτοια λεπτότητα και αφοσίωση, που γινόταν μέρος του, αναπόσπαστο κομμάτι του. Μέχρι να έρθει η στιγμή να αποχαιρετιστούν και να δώσουν το επόμενο ραντεβού τους στον ουρανό, τότε ο καλλιτέχνης το επιστρέφει στα αδέρφια του στις εκατομμύρια μικρές σταγόνες, από δροσερό νερό αναμειγμένες με ιδρώτα αλλά και περηφάνεια, και πότε έπεφτε σε εκατομμύρια σταγόνες και κατέληγε ξανά μέσα στην θάλασσα, όπου εκεί πάλι καρτερούσε να ζήσει ξανά άλλο ένα τρομερό ταξίδι μαζί του.

Τα χρώματα γύρω μου, έχουν τόσα να μου διηγηθούν, τόσα να μου μάθουν για την τέχνη. Η κοσμική μουσική ακούγεται απ’ άκρη σε άκρη μέσα στο αχανές ετούτο σύμπαν δημιουργημένο, από μελωδίες και λέξεις εμποτισμένο από τυχαίες πινελιές και έντονα συναισθήματα και εικόνες άυλες. Γυμνή περιλουσμένη από χρώματα και ιδέες σαν μια εικόνα του παρελθόντος ακούω το φως να με καλεί στην αγκαλιά του. Μου ζητάει να γεννηθώ και να έλθω στο επίδοξο μυαλό κάποιας νέας εικόνας, να φωτίσω ένα σκοτεινό μυαλό με ιδέες και να αναγεννηθώ, μέσα από τις σκέψεις και φορέσω πάλι τις λέξεις κάποιου συγγραφέα, να πιτσιλιστώ από μια θάλασσα από εικόνες κάποιου καλλιτέχνη, που θα με δημιουργεί με ευλάβεια με το μολύβι του και θα με περιγράφει με το απαλό του χάδι, το πινέλο του.

Να γεννηθώ ξανά, μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα και να με αναζητάει ένας μικρός ήρωας μέσα στο χαρτί του, να αφήσω το αποτύπωμα μου επάνω σε τοίχους, σε χαρτιά μα και σε πεντάγραμμα. Να αναστενάξω από ηδονή μέσα σε κρυφές σκέψεις και σε μαγευτικές εικόνες βγαλμένες από την ζωή τους. Να με ακολουθήσουν, οι σκέψεις και οι σκιές και να αφήσω την οργιασμένη φαντασία τους, να πλάσει κατά το δοκούν. Να πάρω μαζί μου και τα χρώματα, το γαλάζιο, το λευκό και το κόκκινο, να στεριώσω μέσα στις καρδιές των χιλιάδων καλλιτεχνών και να τους ξυπνήσω, από το λήθαργο τους, να ζήσουν μαζί μου άλλη μια νύχτα και να φύγω το πρωί, καθώς το φως θα έχει έλθει για να τους περιλούσει με το θείο δώρο της δημιουργίας. Να ανέβω επάνω σε μια σκηνή και να ενσαρκώσω τον καλύτερο ρόλο της ζωής μου, να ακολουθήσω τις κόκκινες κλωστές της σκέψης τους, να γίνω η δημιουργία τους, η μητέρα τους, η ερωμένη τους και η μούσα τους. Να μπω μέσα σε παγωμένες καρδιές και τις αφήνω να χτυπήσουν δυνατά. Να γίνω η ερωμένη της τέχνης τους και να φωνάζουν από χαρά το όνομα μου, να με αποκαλούν σε όσες γλώσσες δημιουργήσει ο ανθρώπινος νους, να ξεπερνάνε για χάρη μου τα σύνορα του μυαλού τους, να με αποκαλούν Δημιουργία και Έμπνευση.

Και όταν όλα αυτά τελειώσουν να επιστρέψω εδώ, στην επουράνια βασιλεία των χρωμάτων μου, μέσα στην φύση μου, αλλά κοντοζυγώνει η στιγμή αυτή, όμως από την άλλη σκέφτομαι τα χρώματα, που θα δημιουργηθούν μέσα μου. Μπορεί το σπίτι μου να είναι εδώ αλλά η ψυχή μου καρτερεί να τρέξει μαζί τους, να μην επιστρέψω εδώ, να μείνω μαζί τους και μαζί με πάσης φύσεως καλλιτέχνη, που είχε, έχει και θα γεννηθεί. Να γεννηθώ και αργότερα, μετά από πολλά χρόνια να γίνω ένα με την θάλασσα και το γαλάζιο της χρώμα. Και τέλος να αφήσω την τελευταία μου πνοή μέσα σε ένα ανθόσπαρτο λιβάδι από χρώματα, να γίνω ένα με την φύση. Αυτή θέλω να είναι τελευταία μου ανάμνηση, να με καίει το φως και να αγκαλιάζουν τα χρώματα και οι σκιές τους. Είμαι έτοιμη. 

Πάμε;


ΖΝ

Νοεμβρίου 07, 2020

Το τέλος των ψευδαισθήσεων.

Το τέλος των ψευδαισθήσεων, τι μεγαλεπήβολη σκέψη, τι μεγάλη προσταγή για τον άνθρωπο;
Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από κενές λέξεις εμπνευσμένες από φρενοβλαβείς γυναίκες, με αυτοκτονικές τάσεις.

 

Μια τελευταία αναπνοή.

Μια ακόμα.

Και μετά άλλη μια.

Κάθε στιγμή, που βλέπω το στέρνο μου, να φουσκώνει με πιάνει οργή.

Μια τόσο μεγάλη ακατάπαυστη οργή, που μόνο τα μανιασμένα κύματα της θάλασσας με καταλαβαίνουν. Νιώθω, ότι ξύπνησα από έναν βαρύ ύπνο, μέσα σε ένα στενό νεκροκρέβατο. Βλέπω τα κομμάτια από πεταμένα μπουκάλια, αποτσίγαρα, και ξεσκισμένα ρούχα. Ακούω κάπου από μέσα πνιχτές φωνές, και ένα ραδιόφωνο να παίζει ακατάπαυστα.

Κόσμο να μιλάει, να φωνάζει. Ουρλιάζουν σαν ζώα. Δεν μπορώ να μένω έτσι άλλο πια, και το στέρνο μου, το νιώθω όλο και πιο βαρύ, μέσα στα μισό κατεστραμμένα σκεπάσματα, βρίσκω το κορμί μου μελανιασμένο και ακρωτηριασμένο, σχεδόν δεν το αναγνωρίζω.

Που είναι τα χέρια μου;

Που είναι τα μαλλιά μου;

Που είναι τα πόδια μου;

Οι σκέψεις μου είναι συγκεχυμένες, μέσα στον καπνό και τα γαμημένα ουρλιαχτά, ψάχνω λίγη ηρεμία να σκεφτώ, να πάρω ανάσα, μια τελευταία ανάσα. Νιώθω τα άκρα μου να μουδιάζουν και ένα μεγάλο κύμα οργής και απόγνωσης κατακλύζει το σώμα μου, έτσι κουλουριασμένη στο υπέρλαμπρο αυτό δωμάτιο ψάχνω σκια. Δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου. Έχω οργή μέσα μου. Έχω την ανάγκη να ξεσκίσω τα μάτια μου. Και αυτές οι κραυγές δεν σταματούν, δεν υπάρχει οξυγόνο, μέσα στο φωτεινό δωμάτιο.

Δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο οι φωνές. Ο ήχος είναι οξύς και δεν θυμάμαι να έχω ξανά ακούσει κάτι τέτοιο ποτέ ξανά. Ο ήχος με το πέρασμα των λεπτών αυξάνεται και αρχίζει να αλλοιώνεται, να αποσυντίθεται και να μετατρέπεται σε ουρλιαχτά ετοιμοθάνατων παιδιών και απευθείας μετά να ακούγονται δυνατά υστερικά γέλια. Το κορμί συθέμελα τραντάζεται. Τώρα προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου και βλέπω γύρω μου ανθρώπους. Μάλλον, μαζεύτηκαν γύρω μου, γιατί με άκουσαν να ουρλιάζω. Δεν μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά τους, είναι καχύποπτοι, δεν έχουν πρόσωπο, ούτε μάτια, παρά μόνο σώμα, τα άκρα τους είναι καψαλισμένα και τα ρούχα τους είναι μαύρα. Είναι  όλο αυτό άραγε μέρος των ψευδαισθήσεων μου; Είναι άραγε αυτά τα ομοιώματα ανθρώπων  η οικογένεια μου; Είναι άραγε ο εαυτός μου, που διασπάστηκε σε πολλαπλές προσωπικότητες, μετά από όσα έγιναν; Είναι τα φαντάσματα του παρελθόντος; Δεν γνωρίζω. Μέσα στην σύγχυση μου, με άτσαλες κινήσεις προσπαθώ να φύγω από εκεί μέσα, αλλά δεν καταφέρνω να κουνήσω το κορμό μου, παρά μόνο να συνεχίσω να φωνάζω. Τα ανδρείκελα έρχονται όλο και πιο κοντά μου, νιώθω ότι περικυκλώνουν το νεκροκρέβατο μου, προσπαθώ να μην κοιτάω το άλλοτε σημείο, που έφερε τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, γυρνάω το βλέμμα μου και αντικρίζω το δωμάτιο. Μοιάζει με δωμάτιο κλινικής, αλλά μοιάζει αλλόκοτα και με το δωμάτιο στο πατρικό μου σπίτι.

Ο ήχος του ραδιοφώνου έρχεται εισβάλει βίαια, όταν κάποιος ανοίγει την πόρτα. Ο ήχος αυτός είναι τόσο οξύς, που νιώθω τα αυτιά μου να ματώνουν.

Το δωμάτιο έχει γεμίσει από άμορφα πλάσματα, που ουρλιάζουν. Ο ήχος δεν είναι ανθρώπινος. Ένα σύνολο από κατεστραμμένες σκέψεις, σε συνδυασμό με την ανάγκη να βγάλω τα εντόσθια μου, με πνίγει. Πνίγομαι, από την πικρή γεύση των στομαχικών μου υγρών. Πέφτω στο πάτωμα και γονατίζω. Βγάζω ό,τι είχα μέσα μου. Τα χείλη μου γεμίζουν με αίμα. Το αίμα λερώνει το πρόσωπο μου, τα ρούχα μου, των γύρω μου και το πάτωμα. Το πάτωμα είχε ένα υπόλευκο χρώμα και στιγμιαία, μέσα σε μια στιγμή κατακλύζεται από ένα έντονο κόκκινο χρώμα, όπως έναν λευκό καμβά, που πρώτη φορά πετάς μια κόκκινη πιτσιλιά. Το αίσθημα που έχω τη συγκεκριμένη στιγμή είναι αβάσταχτο, μέσα στο χάος των ήχων, προσπαθώ να βρω την ισορροπία μου και να σηκωθώ από το πάτωμα, αλλά δεν τα καταφέρνω και ξαναπέφτω, επάνω στον εμποτισμένο μου εμετό. Λερώνομαι, και καθώς πέφτω γεύομαι την γεύση του αμυδρά. Αρχίζω, να παρατηρώ, πως η κατάσταση έχει πλήρως ξεφύγει. Προσπαθώ να διαφύγω από την πόρτα, που είναι μόλις λίγα μέτρα πιο δίπλα μου. Τα άμορφα ανδρείκελα σταματάνε να ουρλιάζουν και με κοιτάνε προσεκτικά. Αρχίζουν, να κάνουν άκρη και εγώ κατευθύνομαι όλο και πιο κοντά στην πόρτα. Με το ένα μου χέρι την ανοίγω και αντικρίζω το απόλυτο σκοτάδι. Οι κούκλες απομακρύνονται από την πόρτα και ο κύκλος, που έκαναν γύρω από το καταπονημένο μου σώμα σπάει. Με όλη μου την δύναμη σέρνομαι, να φύγω μακριά από αυτά τα αλλόκοτα πλάσματα.

Ο ήχος του ραδιοφώνου τώρα με τρελαίνει, πιάνομαι από έναν τοίχο και τον ψηλαφίζω προσεκτικά. Στηρίζω όλο μου το βάρος πάνω του, και σηκώνομαι για πρώτη φορά όρθια. Κατευθύνομαι όλο και πιο κοντά στην αναθεματισμένη συσκευή, με αργά βήματα πιάνομαι από τους τοίχους. Βλέπω στο βάθος του διαδρόμου, ένα μεγάλο ρόπαλο και τρέχω να το πάρω, να σπάσω το ραδιόφωνο.

Το αρπάζω και το σπάω, θρυμματίζεται σε μικρότερα κομμάτια ενώ παράλληλα πετάει μικρές σπίθες, που φωτίζουν όλο το σκοτεινό χώρο γύρω μου και έτσι στιγμιαία μπορώ να διακρίνω το μέγεθος του δωματίου που βρίσκομαι. Όλα με ιλιγγιώδη ταχύτητα σταματούν .

Ο χρόνος σταματάει και επικρατεί σιωπή, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα για πρώτη φορά, μπορώ να ακούσω την αναπνοή μου, κάτι που μέσα στο απόλυτο χάος, ξεχνάω πόσο με ενοχλεί. Κλείνω για ένα λεπτό τα μάτια μου.

Δεν ακούγεται τίποτα.

Μια ακόμα αναπνοή.

Η τελευταία αναπνοή.

Μια ακόμα .

Ανοίγω τα μάτια μου, τίποτα από όλα αυτά δεν έχει συμβεί, είμαι πάλι στο νεκροκρέβατο μου και ακούγεται από μακριά ο ήχος ενός χαλασμένου ραδιοφώνου, που μιλάει ακατάπαυστα. Οι συνομιλητές είναι εμφανώς από άλλη χώρα και για αυτό δεν καταλαβαίνω την συζήτηση, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν με νοιάζει ιδιαίτερα, ακούω από μακριά την καμπάνα κάποιας εκκλησίας και  έναν απόηχο από κάποιο ασθενοφόρο. Τίποτα, που να παραπέμπει σε αυτόν τον τρελό εφιάλτη, που αντίκρισα την προηγούμενη φορά. Ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω ένα λευκό δωμάτιο. Είμαι μόνη μου. Αυτό με χαροποιεί και με ενθουσιασμό σηκώνομαι αλλά βλέπω, πως δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου, ξεσκεπάζομαι γρήγορα και βλέπω, πως δεν έχω άκρα.

Με κομμένη ανάσα αναπνέω βαθιά και  σηκώνομαι από το κρεβάτι. Αγγίζω το σώμα μου, να δω αν κάποιο μέλος του σώματος μου λείπει. Μέσα στο άγχος και την απόλυτη κατάρρευση δεν προλαβαίνω να παρατηρήσω αν έχω και τις άλλες αισθήσεις μου. Με  μεγάλη μου χαρά αντιλαμβάνομαι, πως είμαι αρτιμελής, αλλά δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου, αγγίζω με προσοχή το κεφάλι μου, και αντιλαμβάνομαι έντρομη, ότι οι κόγχες των ματιών μου είναι άδειες. Δεν έχω μάτια και αυτό μου προκαλεί ουρλιαχτά τόσο δυνατά, που ξυπνάω από τον δυνατό αυτό απόηχο του εαυτού μου, μέσα στο αέναο αυτό παραλήρημα των ψευδαισθήσεων μου. Μέσα στις ψευδαισθήσεις μου, βιώνω τον ακόρεστο πόνο και την καταστροφή τόσο της σωματικής μου ακεραιότητας αλλά και των ψυχολογικών μου μεταπτώσεων, που το μόνο, που θέλω είναι να σταματήσουν οι ψευδαισθήσεις και τα ντελίρια. Ο ολοκληρωτικός διαχωρισμός από τον εαυτό μου είναι πλέον γεγονός.

Τελευταία αναπνοή.

Τελευταία ψευδαίσθηση.

Σηκώνομαι και συνειδητοποιώ, πώς κάθε μνήμη του προηγούμενου εαυτού μου επανέρχεται, κάθε μικρή ανάμνηση και κάθε λεπτομέρεια.

Θυμάμαι ποιά ήμουν. Αυτή η διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι κομμάτι μου.

Μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα βγάζω με προσοχή τις ενέσεις από τα χέρια και τα πόδια μου. Σηκώνομαι και βλέπω με τρόμο το ένα μου χέρι είναι κατεστραμμένο, όχι όμως από φωτιά αλλά από τα έντονα σημάδια, (που έχω κάνει στον εαυτό μου. Πώς είναι δυνατόν να έχω προκαλέσει τόσο έντονο πόνο σε εμένα;)  

   Αρχίζω και τρέχω στους διαδρόμους και προσπερνάω άγνωστους ανθρώπους και γιατρούς. Οι σκιές τους είναι θεόρατες στους μεγάλους άδειους τοίχους και όσο τρέχω και τους προσπερνώ βλέπω, πώς τα πρόσωπα τους κρύβονται, λες και δεν φέρουν χαρακτηριστικά. Προσπαθώ, να βγω μέσα από αυτό το χάος και νιώθω τον αέρα στα μαλλιά μου να με αναζωογονεί και το αίμα μου να καίει μέσα στην σάρκα μου. Βλέπω τα χέρια μου, που είναι γεμάτα με αίματα. Με μία βαθιά ανάσα ουρλιάζω. Επικρατεί σιωπή, εκτός από έναν απόηχο από το απέναντι κτίριο, του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, παίρνω μια βαθιά ανάσα και μένω εκεί.

Λίγη ώρα αργότερα βρίσκω το θάρρος και λέω με δυνατή φωνή:

 

"Το τέλος των ψευδαισθήσεων, τι μεγαλεπήβολη σκέψη, τι μεγάλη προσταγή για τον άνθρωπο;

Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από κενές λέξεις εμπνευσμένες από φρενοβλαβείς γυναίκες, με αυτοκτονικές τάσεις".


Ζ.Ν.

Απριλίου 11, 2020

Το λευκό δωμάτιο.



Έρχεται ο χειμώνας, είμαι μόνη μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο. Οι τοίχοι είναι λευκοί, άδειοι. Δεν υπάρχει κανένας γύρω μου. Επικρατεί σιωπή. Το μόνο που ακούγεται είναι ο απόηχος από κάποιο μελαγχολικό σαξόφωνο που παίζει. Είναι ξημέρωμα, η πιο μαγική ώρα της ημέρας. Ο απόηχος εισβάλει μέσα στο δωμάτιο μου μαζί με ένα δροσερό αεράκι. Η νύχτα είναι απρόσιτη πλέον, το σκοτάδι αποπνικτικό. Δεν επιθυμώ να είμαι πλέον εκεί. Αποφασίζω να σηκωθώ από το πάτωμα και να βγω έξω. Από μακριά ακούγονται ομιλίες, γέλια και βήματα. Ξέρω, δεν είναι για εμένα. Δεν έχω τίποτα να με κάνει ευτυχισμένη, παρά μόνο οι ψευδαισθήσεις μου. Όνειρα έχω σταματήσει να βλέπω. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν νιώθω.
Στη ζωή μου επικρατεί η άρνηση. Η άρνηση του πένθους, της λύπης, της μελαγχολίας, του θανάτου, όλα. Η ζωή μου έχει γεμίσει από παροδικές και πρόσχαρες ψευδαισθήσεις και απολαύσεις, από εσφαλμένους ισχυρισμούς, από ψέματα. Ψέματα. Έχω γεμίσει το στόμα μου με ψέματα. Όσο αυτό γεμίζει, τόσο εγώ αδειάζω. Βουλιάζω μέσα μου. Βουλιάζω σε μια άβυσσο. Δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ψέμα και αυτό. Δεν ξέρω πώς είναι να βουλιάζεις, γιατί ξέρω από κολύμπι. Δεν ξέρω πώς είναι τα συναισθήματα. Ψέμα. Ξέρω πώς είναι η αίσθηση του φόβου, μόνο αυτόν εμπιστεύομαι, τίποτα άλλο. Θα ήθελα πολύ να αποφασίσω να σηκωθώ από το παγωμένο πάτωμα του λευκού σπιτιού, αλλά ξέρω, ότι δεν θα το κάνω. Ξέρω καλά, πώς είναι να προσποιούμαι, πώς είμαι καλά, είμαι καλή ηθοποιός. Παίζω πολλά χρόνια τον ίδιο ρόλο. Ξέρω πώς να ξεγλιστράω από τις δύσκολες «συναισθηματικές» καταστάσεις και να προσποιούμαι, πώς εκείνη την στιγμή με καταλαβαίνεις. Ξέρω τι θες να ακούσεις, ξέρω τι χρειάζεσαι, είναι προφανές, για εμένα. Θυμάμαι να  παρατηρώ το βλέμμα σου. Απεγνωσμένα έψαχνες για συμπαράσταση, πρόσκαιρη αγάπη, ηδονή. Ξέρω τι θέλεις. Εγώ δεν ξέρω τι αναζητώ.
 Όταν έφυγα, όλα άλλαξαν, όταν γύρισα, ήταν όλα άδεια. Είμαι μόνη από επιλογή, οι επιλογές μου καθορίζουν τις πράξεις μου. Όλα είναι στη θέση τους σε απόλυτη σχεδόν ιδεοψυχαναγκαστική ακρίβεια. Όλα είναι στη θέση τους, ζω μέσα σε ιδανικές συνθήκες. Έχω ένα σπίτι, έχω μια ζωή, έχω μια δουλειά, έχω ελευθερία. Ψέμα. Λέω συνέχεια ψέματα: σε εσένα αόρατε αναγνώστη, σε εσένα καθηγητή, σε εσένα μητέρα, σε εσένα επίδοξε εραστή, σε εμένα. Ψέματα, άλλοτε μικρά και ανώδυνα, άλλοτε μεγάλα. Μιλάω συνεχώς. Ψέμα. Συνήθως είμαι σιωπηλή, μέσα σε αυτό εδώ το δωμάτιο, και σε κάθε δωμάτιο που έχω βρεθεί. Βρίσκομαι σε ένα λευκό δωμάτιο, με ένα κρεβάτι, ένα γραφείο, ένα πακέτο τσιγάρα. Πετάω την στάχτη στο πάτωμα. Πατάω τα τσιγάρα όσο καίνε επάνω στο δέρμα μου, για να αφήσω σημάδια, άλλοτε μεγάλα, άλλοτε μικρά. Όλα έχουν την θέση τους. Όλα εκτός από εμένα. Εγώ δεν έχω θέση, δεν κοιμάμαι στο κρεβάτι, δεν κάθομαι σε καρέκλα, αλλά στο πάτωμα. Εκεί είναι η  θέση μου, στο πάτωμα. Δεν σκέφτομαι τίποτα. Ψέμα. Σκέφτομαι εσένα. Ψέμα. Σκέφτομαι εμένα. Ψέμα. Σκέφτομαι, αλλά ξεχνάω, τι σκέφτομαι την στιγμή, που ολοκληρώνεται ο συλλογισμός.
Είμαι γυμνή στο πάτωμα και ακούω μουσική από ένα σαξόφωνο. Ακούω τους άλλους να ζούνε την ζωή, που θα ήθελα να ζω. Ακούω, βλέπω αλλά δεν ξέρω να αναπνέω. Δεν έχω ακούσει ποτέ την αναπνοή μου. Δεν έχω ακούσει πότε την καρδιά μου να χτυπάει. Νομίζω, πως ζώ. Νομίζω, πώς σε ξέρω. Νομίζω, πώς έχω μια θέση. Ψέμα. Δεν ανήκω πουθενά. Κανένας, δεν ανήκει σε εμένα. Τίποτα δεν είναι δικό μου. Ψέμα. Οι σκέψεις μου, ανήκουν σε εμένα. Δεν είναι καν σκέψεις, τώρα που το συλλογίζομαι, είναι απλοϊκές ιδέες και ψευδή βιώματα, που νομίζω, πώς έχω. Γιατί να έχει κανείς ψευδή βιώματα; Για να ταυτίζεται με τα άλλα άτομα γύρω του. Νομίζω, πώς θέλω να ταυτιστώ. Ψέμα. Θέλω να νομίζουν, ότι ταυτίζομαι μαζί τους. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Δεν ξέρω να ταυτίζομαι, δεν ξέρω να επικοινωνώ. Δεν ξέρω τίποτα. Είναι μια επιλογή και αυτή. Σηκώνω το χέρι μου στον αέρα και νιώθω το αεράκι από το ανοιχτό παράθυρο. Το παρατηρώ. Το κατεβάζω, είναι γεμάτο από τραύματα. Ψέμα. Τα τραύματα τα βλέπω μόνο εγώ. Δεν αφήνω κανέναν να με αγγίξει. Ψέμα. Έχω αφήσει, και με τραυμάτισαν. Επώδυνη εμπειρία. Ψέμα, εκείνοι ήταν η αφορμή για να τραυματίσω εγώ τον εαυτό μου. Αυτό δεν τους κάνει ούτε αιτίες, ούτε αφορμές, ούτε έχουν την ευθύνη. Κανείς δεν έχει την ευθύνη, παρά μόνο εγώ. Εγώ, που ζω σαν παράσιτο μέσα από τις χαρές των άλλων.
Παρασιτώ, μέσα στους άλλους. Παρασιτώ μέσα σου, παρασιτώ μέσα μου. Είμαι νεκρή μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο. Είμαι νεκρή μέσα σε ένα τακτοποιημένο λευκό άδειο δωμάτιο. Είμαι νεκρή μέσα στις σκέψεις μου, μέσα στο μυαλό μου. Όλα είναι πασπαλισμένα με σκόνη, στάχτη και βρώμα. Ότι είναι δίπλα μου αργοπεθαίνει. Όταν είσαι δίπλα μου δεν ζεις. Πεθαίνω μαζί με τις τύψεις μου, πεθαίνω μέσα στην απόλυτη τάξη. Πεθαίνω αλλά δεν κλείνω τα μάτια μου. Πεθαίνω αλλά δεν σταματάω. Ο θάνατος είναι αργός, ήρεμος. Είμαι ημίθανη μέσα στο σκοτάδι. Ήταν χειμώνας, θυμάμαι, ήμουν μόνη μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο. Οι τοίχοι ήταν λευκοί, άδειοι. Δεν υπήρχε κανένας γύρω μου. Επικρατούσε σιωπή.



ΖΝ

Μαρτίου 06, 2020

Χαμένα χρόνια.


Θέλω να γράψω μα διστάζω, γιατί θα είναι πάλι για εσένα. Για ακόμα μια φορά θα είναι για εσένα αυτό το κείμενο. Σήμερα δεν θα κοιτάξω, πως να εμπλουτίσω την μορφή του κειμένου με περιγραφές, σήμερα θα είναι λιτό, οι λέξεις μου θα είναι τα πραγματικά μου συναισθήματα.
Λέξεις: άκαμπτες χωρίς νόημα για τους άλλους παρά μόνο για εμένα.
Θέλω να σου φιλάω τα χέρια και να σου λέω για την μέρα μου.
Διαβάζεις τα κείμενα μου και δεν τα καταλαβαίνεις.
Διαβάζεις και μου λες, πως φοβάσαι, πως θα φύγω. Σε έψαχνα τόσα χρόνια.
Χρόνια.
Χρόνια.
Χρόνια.
Χρόνια έψαχνα την μορφή σου μέσα μου, την αλήθεια, που έχεις ακόμα ψάχνω να την εκφράσω, ακόμα ψάχνω μέσα μου να σου πω την αλήθεια.
Αλήθεια.
Αλήθεια.
Αλήθεια.
Αλήθεια, μέσα μου, μέσα σου, μέσα μας, να σου πω, πως σε χρειάζομαι, χρειάζομαι έναν λόγο να θέλω να γίνω καλύτερη, να γίνω ξανά εγώ. Ψάχνω να σου δείξω όλα αυτά που δεν σου είπα, που τα μάτια μου σου είπαν, ψάχνω τις λέξεις, τις λέξεις να σου εκφράσω, τώρα από ποτέ την: ειλικρίνεια, την ανιδιοτέλεια, το πάθος, την λαγνεία, τον ερωτισμό, την απερίσπαστη προσοχή, τον φόβο, το μίσος, το απερίγραπτο αυτό συναίσθημα που το αποκαλώ: έρωτα.
Δεν είναι ψέμα, δεν είναι απλά δύσκολο να το αποτυπώσω με λέξεις. Καπνίζω και πίνω μέσα στην νύχτα και την μέρα, περιμένω να έρθεις, να ακούσω τον ήχο των βημάτων σου και το χτύπημα της πόρτας στις τέσσερις το ξημέρωμα, να αγγίζω με τα χείλη κάθε σπιθαμή σου. Σου μιλάω μέσω των λέξεων μου για την χειρότερη πλευρά μου και προσπαθώ με μανία να στην κρύψω για να μην φύγεις.
Φεύγεις. Δεν είμαι έτοιμη για να φύγεις, δεν είμαι έτοιμη.
Δεν είμαι έτοιμη να ξεχάσω ότι νιώθω.
Δεν είμαι έτοιμη να κόψω τους δεσμούς μαζί σου.
Δεν είμαι έτοιμη να μην σε ξανά κοιτάξω,
Δεν είμαι.
Δεν είμαι.
Δεν είμαι.
Δεν είμαι έτοιμη να αφήσω την ψευδαίσθηση, να χαθεί με το πέρας του χρόνου.
Δεν είμαι έτοιμη να σταματήσω να κάνουμε έρωτα αργά την νύχτα, δεν είμαι έτοιμη όχι.
Δεν ξέρω αν πρέπει να γίνω έτοιμη αλλά ξέρω πως το σώμα μου δεν είναι.
Δεν θέλω να με αγγίζει άλλος εκτός από εσένα.
Εσύ και οι λέξεις βγάζετε νοήματα που κρύβονται πίσω από αυτές, και οι σιωπές σου αυτές είναι που φοβάμαι περισσότερο, τις σιωπές.
Τις σιωπές.
Τις σιωπές.
Τις σιωπές.
Τις σιωπές, τις δικές σου τις σιωπές, που κρύβουν, ότι οι λέξεις μου δεν μπορούν να εκφράσουν.
Τις σιωπές φοβάμαι, τις σιωπές, που σε απομονώνουν από εμένα.
Μιλάω πολύ για να καλύψω τις σιωπές σου, τις σιωπές και τα βογγητά σου, τα συναισθήματα μου τα κρύβω, για να μην τρομάξεις, δεν θέλω να τρομάξεις μόνο να δεις , να με δεις, να μην με φοβηθείς.
Δεν είναι καλό αυτό που γράφω.
Δεν είναι.
Δεν είναι.
Δεν είναι.
Δεν είναι καλό αυτό που γράφω.
Να το σβήσω.
Να το σβήσω.
Να το σβήσω.
Δεν είμαι έτοιμη να φύγω, δεν είμαι έτοιμη να νιώσω ασφάλεια, δεν είμαι έτοιμη να νιώσω, πως σε χάνω.
Οι λέξεις: φλυαρώ συνέχεια ακόμα και μέσα μου επικρατεί ένα χάος από μουτζούρες και εικόνες, τα χείλη σου , τα στήθη σου, το σώμα σου , τα μάτια σου, επικρατεί ένας χάος.
Το σώμα μου.
Το σώμα μου.
Το σώμα μου.
Το σώμα μου είναι βρώμικο, δεν θες εμένα ή το σώμα μου;
Δεν κοιτάς εμένα ή το σώμα μου;
Το σώμα μου, οι πληγές μου, οι πληγές μου γεμίζουν αίμα, τα τραύματα μου ανοίγουν, και ξεχειλίζουν αίμα, τα πλένω. Δεν φεύγει.
Δεν φεύγει.
Δεν φεύγει.
Δεν φεύγει.
Το σώμα είναι γεμάτο πληγές ,αίμα και βρωμιά. Σκίζω την σάρκα μου με τα νύχια μου να ανοίξω κι άλλο τις πληγές.
Κενό
Κενό
Κενό .
Νιώθω κενό, κενό μέσα μου , επισημαίνεις το κενό μέσα μου.
Στο κενό μου ζούσες.
Όμως οι λέξεις μου δεν ήταν κενές. Ένιωσα, ένιωσα, ένιωσα το άγγιγμα σου, το πάθος σου, ένιωσα τον πόθο σου, εσύ τα ένιωσες;
Εσύ;
Εσύ;
Εσύ;
Τα ένιωσες; Πες μου έχω ανάγκη να σε ακούσω να το λες. Να βγαίνουν οι λέξεις από τα χείλη σου και τα χείλη σου να ενώνονται με τα δικά μου. Η ανάσα μου να γίνεται και δική σου, θέλω να μου κάνεις έρωτα μέχρι το ξημέρωμα και να ακούω την ανάσα σου, όταν καπνίζεις. Να νιώθω το βάρος σου επάνω στο κορμί μου, να νιώθω το δέρμα σου, να φιλάω τα χέρια σου, τα χείλη σου, τα στήθη σου.
Να νιώσω.
Να νιώσω.
Να νιώσω.
Να νιώσω, οτιδήποτε, έχω ανάγκη να νιώσω τις ανάγκες σου, να ακούσω το όνομα μου να βγαίνει από τα χείλη σου.
Έχω εμμονή όταν έρχομαι σε οργασμό, να λέω το όνομα σου, να βλέπω το κορμί σου πάνω στο δικό μου, να νιώσω να με κοιτάς και να τρέχει ο ιδρώτας σου και να καλύπτει την γύμνια μου.
Την γύμνια μου.
Την γύμνια μου.
Την γύμνια μου.
Κάλυψε την γύμνια μου, με το άρωμα σου, με τα σωματικά υγρά σου, να γεμίζουν τα σεντόνια μου, τα ρούχα μου, τα χείλη μου, το σώμα μου. Γέμισε ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Γέμισε.
Γέμισε.
Γέμισε.
Μην φύγεις, το κείμενο δεν είναι καλό αλλά μπορώ να γράψω άλλο.
Άλλο.
Άλλο.
Άλλο.
Άλλο για χάρη σου, οι λέξεις μου είναι για εσένα, μην φύγεις, ξεχνάω την φωνή σου. Ξεχνάω το γέλιο σου, μην φεύγεις δεν πρόλαβα να σε νιώσω μια τελευταία φορά μέσα σε σεντόνια μου, δεν πρόλαβα να σε αντικρίσω ένα ακόμα δειλινό μέσα στις σκιές του ουρανού, δεν πρόλαβα να σε ακούσω να γελάς για άλλη μια φορά, να σε κάνω να γελάσεις. Δεν σε έχω ακούσει να κλαις, δεν σε έχω κάνει το μέλλον μου παρόν μαζί σου, μην φεύγεις…
Ξεχνάω.
Ξεχνάω.
Ξεχνάω.
Μην με αφήσεις να ξεχάσω. Μην με αφήσεις να ξεχάσω εσένα και τις στιγμές μας.
Τις στιγμές.
Τις στιγμές.
Τις στιγμές.
Τις στιγμές μας, τις ευχάριστες, τις δυσάρεστες, όλες. Θέλω να σε ακούω να φωνάζεις το όνομα μου, να τρομάζω και να μαζεύομαι, να δίνεις νέες πτυχές στην ζωή μου, να με κάνεις ότι ήμουν πριν με σπάσουν.
Σπάω.
Σπάω.
Σπάω.
Μην με αφήσεις να σπάσω κι άλλο.
Μην φεύγεις, δεν είμαι έτοιμη.

ΖΝ.

Ιανουαρίου 16, 2020

Πίσω από το βαθύ μπλε.


Τα συναισθήματα μου είναι ανάμεικτα, γεμίζουν ολόκληρους ωκεανούς με χρώματα βγαλμένα από τις ωραιότερες συνθήκες που μπορείς να φανταστείς.
Σκέψου, το βαθύ μπλε του ουρανού, ένα μπλε που λαξεύτηκε αιώνες και αιωρήθηκε μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες που ο ανθρώπινος νους και η φύση μπορεί να φανταστεί. Τώρα σκέψου τις λεπτές διαχωριστικές γραμμές που τον διαμελίζουν σε άπειρα θραύσματα  και μετά πολλαπλασίασε τα με το πάθος, που έχει ένας επιδέξιος ζωγράφος για να αποδώσει το κατακόκκινο αίμα που πηγάζει από την πληγή ενός σώματος, ενώ ακόμα δεν έχει ξεψυχήσει. Βλέπεις την σάρκα να σπαρταράει μέσα στις αποχρώσεις της, αυτόν το μπορντό ωκεανό από αίμα να ξεχύνεται μέσα από τον πίνακα. Σε κυριεύει. Τα χέρια σου γεμίζουν με κατακόκκινο αίμα αλλά μην φοβάσαι, είναι μονό μια εικόνα, μην σε τρομάξει η ζωντάνια της, είναι απλά μια όμορφη ψευδαίσθηση για εσένα.
Σκέψου, τώρα το πιο λεπτεπίλεπτο κορμί που λαξεύτηκε ποτέ από τον καλύτερο γλύπτη μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους και θαύμασε την λεπτομέρεια που δίνει ο καλλιτέχνης στην κίνηση του σώματος και την αγάπη, τον κόπο, και την αλήθεια που επιδιώκει το ego του να επικοινωνήσει μέσα από την ακινησία του υλικού. Εκείνος όχι μόνο δαμάζει το υλικό μα δημιουργεί, όχι απλά για να αποδώσει την κίνηση αλλά το αποτέλεσμα σου προσδίδει τέτοιο δέος το οποίο είναι απερίγραπτο κι εσύ το θαυμάζεις και αποδέχεσαι το πάθος του. Θα αγαπούσε πολύ την δουλειά του, σκέφτεσαι, και είναι αλήθεια.
Τα συναισθήματα μου είναι λέξεις ακατάληπτες που βγαίνουν αβίαστα μέσα από το στόμα ενός τρελού, αλλά μπορούν να μπολιάσουν και μέσα στις πιο απόκρυφες σκέψεις ενός ψυχαναλυτή, που κάθε μέρα αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο φόβο του. Όταν αποχωρεί και ο τελευταίος πελάτης, βλέπει τον εαυτό του, μέσα στο σκοτεινό αυτό δωμάτιο που το μόνο που του έχει απομείνει είναι να αποδεχτεί πως μέσω των άλλων διεισδύει και ζει τις ζωές τους, καθώς ο ίδιος φοβάται να αντιμετωπίσει τους φόβους του, εκείνη την στιγμή η συχνότητα των λέξεων μου εισβάλουν και διαπερνούν το κορμί του σαν χιλιάδες ηλεκτροφόρα καλώδια, εκείνος γίνεται ο συνεργός στην αποκάλυψη της αλήθειας μου, της δικής μου προσωπικής αλήθειας.
Τα συναισθήματα μου δεν έχουν πρόσημο, μπορούν να διαστρεβλωθούν και να παρερμηνευτούν, να γίνουν όπλο για να γονατίσουν και τους πιο επίδοξους, αλλά μπορούν να γίνουν και τα πιο καθαρά και διαφανή νερά ώστε εσύ να μπορείς να δεις στην ολότητα σου το είδωλο σου, μέσα από τα δικά μου μάτια. Παρατήρησε τον εαυτό σου και πες μου τι βλέπεις. Μην δώσεις σημασία σε εμένα ούτε μια στιγμή, απλά ανέπνευσε και δες.
Όταν τα δεις θα καταλάβεις. Είμαι εδώ, πάντα θα είμαι εδώ, μην οπλίζεις το χέρι σου πολεμιστή, μην με σκοτώσεις! Εσύ, επίδοξε εαυτέ μου  που σε κρύβω πολύ καλά από τα μάτια του κόσμου κοίτα τι έχεις καταφέρει μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Γύρνα το βλέμμα σου και αντίκρισε με στα μάτια. Κοίτα με καλά, μην κρυφτείς αυτήν την φορά, απλά επεξεργάσου την εικόνα που αντικρίζεις, είναι όλα μια εικόνα που δημιουργούμε για εσένα σωστά; Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να σου ακυρώσω άλλη μια σταθερά που έχεις χτίσει με τόσο κόπο και αίμα. Ο κάθε λίθος που έχεις προσθέσει με την πάροδο των χρόνων πλέον καταρρέει, τα τείχη του εαυτού σου πλέον κάηκαν, συθέμελα. Μπορείς να κοιτάξεις με τρόμο, αυτό που ξεδιπλώνεται μπροστά σου ή μπορείς να κρυφτείς και να ξαναχτίσεις. Προσπάθησε για άλλη μια φορά να δαμάσεις τον ωκεανό και τα χρώματα που κρύβεις. Να τα αποχρωματιστείς μέσα σε αυτό το χάος των χρωμάτων σου. Μπορείς όμως να διακρίνεις ,αλήθεια, πώς υπάρχει μέσα σου ο φόβος, ο οποίος σε αφοπλίζει, κάθε φορά που αντικρίζεις ένα εμπόδιο. Ναι, κρύψου μην σε φθείρουν.
Εσύ, επίδοξη αμαζόνα μην ακονίζεις τα μαχαίρια σου, είμαι άοπλη, μην με τραυματίσεις. Μην πάρεις μέσα από την βαλλίστρα σου τα βέλη να με τραυματίσεις. Σε αγγίζω με τα κατεστραμμένα χέρια μου το λείο σου δέρμα, σε λερώνω, ακουμπάω τα αφυδατωμένα μου χείλη επάνω στα δικά σου. Σου κατεβάζω το οπλισμένο σου χέρι και σου προσφέρω τα ασυγκράτητα συναισθήματα μου, μην τα βλάψεις με τα καμένα μου χέρια σου δίνω ότι πολυτιμότερο έχω, μην τα διαμελίσεις κοίτα τα, ξέρω ότι πονάς και εσύ. Το μόνο που θέλω είναι να με κοιτάξεις στα μάτια και να δεις πως νιώθω για εσένα. Η μάχη ακυρώνεται. Οπλίζεις το χέρι μου, όχι με τόξα και βέλη αλλά με δύναμη να συνεχίσω να παλεύω.
Εσύ, επίδοξη πατρική και μητρική φιγούρα κοίταξέ με, μέσα σε όλη αυτή την αποχρωμάτιση και τον αλληλοσπαραγμό σας, επιδιώκω να με αγαπήσετε, μην αποστρέφεστε το δημιούργημα σας, αγκαλιάστε τις ατέλειες μου και δώστε μου το ευσπλαχνικό σας χέρι μέσα στα δεινά του εμφύλιού σας, αντικρίστε με. Θέλω να τελειώσει ο πόλεμος, κουράστηκα να σας αποδεικνύω πως αξίζω το βλέμμα σας, κοιτάξτε με, σας προκαλώ να με αντικρίσετε δεν θα σας πολεμήσω, δεν θα σας πληγώσω, αν με αφήνετε μόνο να επουλώσω τις πληγές σας και να σας απαλλάξω από τα πάθη σας θέλω. Το μόνο που ζητάω είναι να με κοιτάξετε στα μάτια και να δείτε τι έχετε να ξεχάσει πίσω σας. Η έκβαση της μάχης είναι αβέβαιη.
 Η μεγαλύτερη μάχη δεν έχει δοθεί ακόμη. Η μάχη με τον ωκεανό δεν έχει τελειώσει, αλλά πλέον με σιγουριά μπορώ να γυρίσω και να με αντικρίσω μέσα στον καθρέπτη, όλα αυτά που κρύβω και όλα αυτά που φοβάμαι είναι εκεί, αλλά πρέπει εσύ δυναμικό ego να με εμπιστευτείς. Είμαι εδώ, γιατί κάθε φορά θα είμαι εδώ, δεν μπορείς να με αποφύγεις. Χάνεσαι μέσα στους άλλους, κρύβεσαι αλλά εγώ πάντα σε βλέπω γιατί πάντα μπορώ να με διακρίνω μέσα στο πλήθος, γιατί οφείλω να με αγγίζω μέσα στην νύχτα και να γίνομαι η αγκαλιά που στερήθηκα, γιατί πλέον το μικρό αυτό παιδί που κρύβω με χρειάζεται.
Τα συναισθήματα μου, είναι ένας ωκεανός και δεν θα αρνηθώ να κολυμπήσω μέσα τους, τα αφήνω ελεύθερα, λοιπόν, να με παρασύρουν, να με ταξιδέψουν εκεί που κανένας άλλος δεν μπορεί να με πάει παρά μόνο ο εαυτός μου.




ZN

Νοεμβρίου 28, 2019

Ερωτικό.


Ακούω τον ήχο της βροχής και μέσα στο δωμάτιο επικρατεί μια εκκωφαντική σιωπή, με την συνοδεία του καπνού από το αναμμένο τσιγάρο που με συνοδεύει σε κάθε περίσταση, φαντάζομαι να βγαίνω έξω και να χορεύω στην βροχή απελευθερωμένη από κάθε βάρος μου-ελεύθερη.
   Ακούω τον ήχο της βροχής και φοράω τα ρούχα σου για να σε νιώσω πιο κοντά μου. Θέλω μυρίσω το μεθυστικό σου άρωμα, να σε μεθύσω από τις αναμνήσεις μας,  να αισθανθώ ξανά τα σταρένια σου χέρια να με χαϊδεύουν απαλά μέσα στην νύχτα, βλέπω τα μάτια σου να πετάνε φωτιές μέσα σε αυτόν τον κατακλυσμό. Επιδιώκω να με αφήσεις να αγγίξω την ψυχή σου, όπως δεν σου έχει κάνει καμία άλλη.
   Ο καπνός μέσα στο δωμάτιο είναι ασφυκτικός. Η γεύση από το κόκκινο κρασί όταν φιλάω τα χείλη σου με κάνει να θέλω να φωνάξω από ηδονή το όνομα σου σαν προσευχή, σε καλώ να με ακούσεις, έρθεις να με βρεις που μεθάω μέσα από το πάθος μου για εσένα. Η ψυχή μου καίγεται όπως και το κορμί μου.
   Φοράω τα ρούχα σου για να μπορώ να με δω μέσα από τα μάτια σου, να μπω κάτω από το δέρμα σου για να ακούω τον χτύπο της καρδιάς σου, να χορέψω με τον παλμό σου μέσα στα στενά του μυαλού σου. Θέλω να έρθεις και να χαθούμε από όλο το κόσμο για να είμαστε μονάχα εγώ και εσύ. Κάπως έτσι περνάνε οι ώρες και οι μέρες μου. Οι μέρες περνάνε σαν τα τσιγάρα που καπνίζω και ο χρόνος δεν κυλάει χωρίς εσένα, μένει στάσιμος τις μαγικές στιγμές που πλάγιασες για πρώτη φορά δίπλα μου.   
   Ο καπνός μου σχηματίζει την μορφή σου και τότε το μόνο που κάνω είναι να τον καλωσορίσω, να τον αφήσω να με κάψει μαζί με τον υπόλοιπο καπνό από το τσιγάρο που βάζεις στο στόμα σου. Θέλω να είμαι το κάθε τσιγάρο που ακουμπάει τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλη σου. Όταν σε ακουμπάω θαρρώ πως από ανά πάσα στιγμή θα χαθείς και εγώ πάλι βρίσκομαι σε όνειρο. Παίζω με ανοιχτά τα χαρτιά μου, δεν έχω κάτι να κρύψω. Έλα μαζί μου, άσε με να σε λατρέψω και να σου δώσω απλόχερα όλο μου τον κόσμο. Άσε με να απαρνηθώ κάθε πατρίδα και κάθε αρχή που έχω. Ακολουθήσε με, γίνει ο φωτεινός οδηγός την νύχτα αυτές τις νυχτερινές ώρες που εσύ μόνο που παρουσιάζεσαι.
Δεν είναι δυνατόν όλα αυτά να έχουν συμβεί σε εμένα, σκέφτομαι μέσα στην ζάλη από το ποτό. Πώς είναι δυνατόν εγώ να έζησα το απόλυτο πάθος; Πάω να τρελαθώ όταν δεν είσαι εδώ. Πώς γίνεται ένα μοναχικό και ατίθασο άτομο σαν και εμένα να σε αναζητάει ακόμα και τις πιο προσωπικές στιγμές της ημέρας;
Η βροχή σταμάτησε, το βαθύ μπλε του ουρανού στολίζεται από το φεγγάρι και το πέπλο του από τα αστέρια που έχει για βγει να χορέψει με τους δυνατούς ήχους της φύσης και τον μανιασμένο αέρα που έχει βαλθεί να ξεριζώσει κάθε πτυχή του καπνού που φεύγει από το σπίτι μου, μεταφέροντας μαζί του όχι μόνο τον καπνό μου αλλά και την σκέψη μου για να έρθει να σε βρει, να τρυπώσει μέσα στην κάμαρα σου από το ανοιχτό παράθυρο σου και να σε νανουρίσει ο ήχος του. Θέλω να ψιθυρίσω στο αυτί σου όταν κοιμάσαι ότι φοβάμαι να σου πω. Κάθε μήνυμα που μεταφέρει αυτός ο καπνός δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από την σκέψη μου. Καίγομαι και από μέσα και απέξω στην σκέψη πως σε αναζητώ και ανακαλύπτω μέσα μου πτυχές του εαυτού σου. Πώς είναι δυνατόν να μην φοβάμαι τίποτα δίπλα σου; Καρτερώ την στιγμή που θα γίνω εγώ ο αγέρας που εισβάλει στην κάμαρα σου και να τρυπώνει κάτω από το δέρμα σου. Είναι πλέον γεγονός πως σε ερωτεύομαι κάθε μέρα και περισσότερο κι ας μη είσαι εδώ. Με βαθιά μου γνώση αναζητώ το άρωμα σε κάθε τσιγάρο και σε κάθε χρώμα που αναμειγνύω σε κάθε λέξη που γράφω σε κάθε σκίτσο που κάνω όλα είναι αφιερωμένα για εσένα.
Η αλήθεια είναι αυτή όμως που φοβόμουν μα ο καιρός έχει έρθει να παραδεχτώ και αφεθώ στα συναισθήματα μου για εσένα, είμαι βαθιά ερωτευμένη μαζί σου. Με κάθε σπιθαμή του κορμιού σου, με κάθε χτύπο της καρδιάς σου, με κάθε ανάσα σου, με κάθε σιωπή σου, με κάθε κίνηση σου.
Αναζητώ να βρω σημάδια που μου άφησες επάνω στο κορμί μου καθώς γνωρίζω πολύ καλά πως όλοι μου οι δρόμοι οδηγούν σε εσένα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο για εμένα που να με ικανοποιεί περισσότερο επάνω σε αυτή την έρημη πόλη. Μέσα σε αυτά τα σκοτεινά στενά του μυαλού σου, επικρατεί το χάος. Θα αναμένω σαν μια άλλη Πηνελόπη να γυρίσεις. Αναζητώ την τρέλα που μου προκαλείς, ω Μούσα μου, έλα να δημιουργήσουμε μαζί μια νέα εποχή. Αυτός ο φρενήρης ρυθμός σου με αναστατώνει και με κάνει θα θέλω σαν μια άλλη μαινάδα να σε ακολουθήσω με απόλυτη πίστη.
Αναζητώ μέσα από τις περιστασιακές και πρόσκαιρες επίγειες χαρές να σε βρω να κάθεσαι μόνη σου στην μπάρα του εκάστοτε μαγαζιού και να αναμένεις να εμφανιστώ με το γνωστό σου χαμόγελο χαραγμένο στα έντονα βαμμένα σου χείλη, με την αλυσίδα που φοράς να αντανακλάει όλο το φως που κρύβεις καλά μέσα σου. Να μου προσφέρεις την παρέα σου και μετά απλά να περπατήσεις προς την έξοδο για να ανοίξεις την πόρτα και να εξαφανιστείς.
Ω Μούσα μου, το μόνο που σου ζητάω είναι να μου προσφέρεις μια ακόμα νύχτα δημιουργίας να με αφήσεις να σου κάνω έρωτα μόνο με την σκέψη και οι λέξεις μου να σε καθηλώνουν και να σε μεθάνε από τον πόθο σου για εμένα.
Ω Μούσα μου, ο χτύπος της καρδιάς σου έχει γίνει για εμένα μουσική και η βαριά σου ανάσα έχει αποτυπωθεί στο μυαλό μου αιώνια.
Με αυτές τις σκέψεις Μούσα θα σε αφήσω να τρέξεις ελεύθερη μέσα στην φωτεινή και λαμπρή σου πόλη, να γυρίσεις κάθε στενό και να επισκεφτείς κάθε άπορη καλλιτέχνιδα που κρύβεται πίσω από το μικρό της καβαλέτο και καίγεται με τις ώρες για τις συνθέσεις των χρωμάτων της, για κάθε μικρό συγγραφέα που προσπαθεί να αποτυπώσει την μορφή σου επάνω σε ένα λευκό κομμάτι χαρτί μα κάνε μου μονάχα μια χάρη. Έλα ξανά στα όνειρα μου , σε καλώ μέσα στην κλίνη μου να ενωθούμε για ένα ακόμα δειλινό . 

Θα σε περιμένω αιώνια.
Η νέα και άγνωστη Ζωγράφος σου.
ΖΝ.

Ουροβόρος όφις.



-Πες μου ,λοιπόν, τι είναι αυτό που φοβάσαι.
-Δεν φοβάμαι τίποτα.
-Πώς είναι δυνατόν να μην φοβάσαι τίποτα;
-Απλά συμβαίνει… όταν αντικρίζεις την φρίκη καθημερινά συνηθίζεις τον πόνο, συνηθίζει ο οργανισμός σου και μετά παγώνεις. Γίνεσαι ένα με τον πόνο και τα συναισθήματα σου αδρανοποιούνται. Γίνεσαι καχύποπτος. Είναι όμως και η μόνη λύση που έχεις για να επιβιώσεις σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Γίνεσαι ότι φοβόσουν όταν ήσουν παιδί. Γίνεσαι κάθε μέρα και πιο μισητός τόσο από τους γύρω σου όσο και για τον ίδιο σου τον εαυτό. Αντικρίζεσαι στις αντανακλάσεις των επίπλων και βλέπεις μια μορφή άλλη, μια ξένη μορφή και με την πάροδο των χρόνων το ανέχεσαι, απλά ζεις με αυτό, ανήμπορη να κάνεις κάτι για να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Μέσα από τα μάτια των άλλων βλέπεις το είδωλο σου και αυτό ξέρω πως τρομάζει αλλά μεγάλωσα πλέον για να φοβάμαι την μορφή μου. Μέσα κυριαρχεί ένα μονάχα συναίσθημα η οργή, ότι φοβόμουν έχω γίνει, ότι μου είπες να μην γίνω έγινα, μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Θυμάσαι όταν ήμουν παιδί και κάναμε την ίδια κουβέντα εδώ έξω στο μπαλκόνι, τα κρύα βράδια του χειμώνα και τα καυτά μεσημέρια του Αυγούστου;
-Όχι, δεν τα θυμάμαι.
-Μα πώς είναι δυνατόν να μην τα θυμάσαι;
-Απλά, συμβαίνει. Ο πόνος και ο έρωτας είναι δύο έννοιες ταυτόσημες. Συσχετίζονται άμεσα όσο έχεις πονέσει τόσο θα πονέσεις στην συνέχεια το επόμενο θύμα σου. Ειδικά αν είναι κανένα αδύναμο και καχεκτικό πλάσμα θα το δεις, θα το πονάς ακόμα περισσότερο από ότι σου έκαναν εσένα. Ξέρεις τι φαντάζομαι; Νομίζω πώς θα σε ιντριγκάρει να δημιουργείς πόνο στους άλλους. Η ηδονή σου πλέον δεν θα είναι το άλλο άτομο αλλά ο ίδιος ο πόνος θα γίνει αυτοσκοπός. Δεν θα αναγνωρίζεις στα πρόσωπα των συντρόφων σου αλλαγές θα είναι όλα ίδια και η ανάγκη σου μια και μοναδική -να τους σκοτώνεις καθημερινά- ο πόνος θα γίνεται αφόρητος και εσένα όλο και περισσότερο θα σε ερεθίζει. Μερικοί αδύναμοι θα φύγουν ενώ άλλοι θα μένουν χωρίς λόγο μαζί σου μέχρι να καταλάβουν πως είναι και αυτοί μόνοι τους. Έπειτα, αφού ο πόνος θα εξαφανίζεται όπως και το συναίσθημα σου τότε να φεύγεις εσύ, να οδεύεις προς το επόμενο θύμα σου. Να τους κατασπαράζεις την σάρκα, να μπαίνεις κάτω από το δέρμα τους και να πιέζεις τα σωθικά τους να βγουν προς τα έξω, να τους τρυπάς τα κόκαλα αργά και σταθερά, να τους μειώνεις καθημερινά υπενθυμίζοντας τους την ανωτερότητα σου, όχι ότι υπάρχει αλλά σημασία έχει τι πουλάς προς τα έξω. Κανένας δεν είναι μέσα στο κεφάλι σου και να μην τους αφήσεις να μπουν κιόλας. Σημασία για εσένα θα έχει μόνο ο εαυτός σου και η ικανοποίηση των δικών σου αναγκών από τους άλλους να αρπάζεις γρήγορα αυτό που θες και μετά να απολαμβάνεις τα λάφυρα σου.
-Δεν ισχύει αυτό, μόνο σε εμένα θέλω να προκαλώ πόνο, τον έρωτα τώρα που το ανέφερες δεν νομίζω να έχω ερωτευτεί ποτέ μου. Θέλω να πω από την στιγμή που δεν ξέρω αν το έχω νιώσει μάλλον δεν το έχω νιώσει σωστά;
-Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι.
-Και τι είναι αυτό που θυμάσαι μου λες;
-Τα μάτια της.
-Ποιας;
-Μιας ξένης. Ήρθε κάποτε στη ζωή μου σαν περαστική σαν κατατρεγμένο άγριο άλογο μέσα στο χάος του πολέμου, ήρθε και εγώ την φρόντισα, την αγάπησα και την έβαλα μέσα στο σπίτι μου, την αγάπησα με όλη μου την δύναμη. Μου έδωσε ένα λόγο ύπαρξης, έναν λόγο να ξυπνάω τις νύχτες αγχωμένη. Να καρτερώ πάνω από το τηλέφωνο, πίσω από κλειστές πόρτες να ακούσω τα βήματα στο δρόμο. Να καρτερώ το άγγιγμα της μέσα στην νύχτα, να καρτερώ με αναφιλητά ένα βλέμμα της, τις νεκρές ώρες που κανένας δεν ήταν εκεί να ταξιδεύω με την απουσία της και να την αναζητώ μέσα στο χάος να την δω. Όλα αυτά τα έκανα εγώ και μετά…
-Έφυγε;
-Όχι, ακριβώς…πήρε ότι ήθελε, πήρε την αγάπη μου, την στοργή μου και μετά συνέχισε το δρόμο της ελεύθερη και περήφανη συνέχισε το ταξίδι της.
-Θα μου πεις επιτελούς αν θυμάσαι;
-Δεν θυμάμαι, πόσες φορές θα στο πω;
-Όσες χρειαστεί για να καταλάβω γιατί δεν είσαι εδώ…
-Να πονάς τους ανθρώπους που είναι δίπλα σου, να τους κρατάς σε μια αέναη αγωνία αν αύριο το πρωί θα είσαι εκεί ή θα έχεις γίνει καπνός αυτό είναι το νόημα. Να νομίζουν πως τους έχεις ανάγκη ενώ πραγματικά το μόνο άτομο που θα έχεις ανάγκη είναι τον εαυτό σου. Να τους κάνεις να σε εμπιστευτούν και να τους δηλητηριάζεις τα σωθικά κάθε μέρα και μια δόση παραπάνω μέχρι να πάψουν να νιώθουν και αυτοί, μετά το επόμενο βήμα είναι να εξαφανιστείς. Εκεί που δεν θα το περιμένουν να αναμένεις και να καρτεράς σαν θύτης που αναζητάει το θήραμα του μέσα στις σκιές και να εμφανίζεσαι από το πουθενά-έτσι τους αποτελειώνεις και μετά να γίνεσαι ξανά καπνός-. Το τσιγάρο έσβησε, το μπουκάλι τελείωσε, ήρθε η ώρα να φύγεις και εσύ, νύχτωσε κουράστηκα να σου μιλάω άλλο δεν θέλω. Φύγε.
-Δεν μπορώ να φύγω.
-Μπορείς, πάρε τα πράγματα σου και άδειασε μου την γωνιά, θέλω να μείνω μόνη μου. Θέλω να ονειρευτώ τα μάτια της, μόνο αυτά μου έχουν μείνει.
-Και εγώ;
-Τι και εσύ;
-Να φύγω και εγώ;
-Ναι, θα έπρεπε να το έχεις καταλάβει πως από την αρχή δεν σε ήθελα εδώ, από την πρώτη στιγμή που σε αντίκρισα σε σιχάθηκα. Μου θυμίζεις όλα μου τα λάθη προσωποποιημένα σε άνθρωπο. Φύγε και μην ξανά γυρίσεις, δεν θέλω να σε θυμάμαι.
-Μα, δεν θέλω να φύγω, άσε με να μείνω για ένα ακόμα βράδυ. Άσε να κοιμηθώ μαζί σου, για μια τελευταία φορά όπως κάναμε παλιά, θυμάσαι;
-Σου είπα δεν θυμάμαι και να θυμόμουν δεν σε θέλω, πλέον δεν σε αναγνωρίζω. Δεν είσαι αυτή που ήσουν.
-Κράτα έστω αυτό πριν φύγω: για εμένα σημαίνεις πολλά. Σε αγαπάω.
-Σήκω και φύγε! Δεν είσαι δικό μου πλάσμα. Θέλω να εξαφανιστείς, είσαι ένα λάθος έβγαλα από τα σπλάχνα μου ένα τέρας, ευτυχώς το κατάλαβα νωρίς και για αυτό δεν σε αγάπησα ποτέ, δεν σου πρόσφερα στοργή, βλέπεις όλα μου τα είχαν πάρει και εσύ ήρθες και μου τα θυμίζεις όλα, τα μάτια σου είναι τόσο εκφραστικά όσο τα δικά της, κάθε φορά που σε κοιτάζω ακούω στα αυτιά μου τα βογγητά της, την βαριά της ανάσα μέσα σε ξένα σεντόνια και ξέρω πως όλα αυτά δεν τα έκανε ποτέ μαζί μου, τα βογγητά που της πρόσφερε η επόμενη δεν τα έκανε ποτέ μαζί μου, για αυτό σε μισώ, σε απεχθάνομαι πριν κάνω σε γεννήσω! Τσακίσου από το σπίτι μου και φύγε, δεν είσαι αίμα μου εσύ.
-Εντάξει, θα φύγω αλλά θέλω να θυμάσαι πως εγώ πάντα σε αγαπούσα κι ας με έδερνες και μην με αγάπησες ποτέ, επίσης αυτή η ξένη που λες, να ξέρεις πέθανε, πέρσι. Καρκίνος στον πνεύμονα, κάπνιζε πολύ.
-Τι είπες ρε μπάσταρδο;
-Αυτό που άκουσες…Η ξένη σου είναι νεκρή και μαζί της έφυγες και εσύ, εδώ και ένα χρόνο κάθε μέρα έρχομαι εδώ και σου το ανακοινώνω ξανά και ξανά σαν μια αέναη λούπα που δεν έχει τέρμα. Είσαι σαν το φίδι που τρώει την ουρά του κάθε μέρα δηλητηριάζεσαι και μόνη σου όλο και περισσότερο. Τώρα πλέον ξέρεις την αλήθεια. Αύριο θα ξανά έρθω για την είσπραξη μου.
 Καληνύχτα μητέρα.


ZN


Νοεμβρίου 07, 2019

Les parasites.

Σκηνή πρώτη: 


Παρουσίαση χώρου και χαρακτήρων σε ένα αόριστο μέρος την τάδε ώρα και την τάδε στιγμή. Υπάρχει ένας μεγάλος δρόμος διπλής κατευθύνσεως που περιστοιχίζεται από μεγάλα εγκαταλελειμμένα κτήρια γεμάτα από γκράφιτι με διάφορα μεγέθη και χρώματα. Ο χώρος είναι γεμάτος σκουπίδια που διαχέονται παντού. Tο μόνο σημείο αναφοράς σε σχέση με τον χρόνο είναι ο ήλιος που ανατέλλει. Το βαθύ μπλε του ουρανού αρχίζει να σπάει και να το διαδέχεται ένα ελαφρύ σμαραγδένιο πορτοκαλί. Ο αέρας διαπερνάει τα ρούχα τους και τρυπώνει μέσα στις πληγές του δέρματος τους. Απέναντι υπάρχει ένα μικρό περίπτερο κλειστό και εμφανώς καμένο, δίπλα μια ερημωμένη καφετέρια που το μόνο απομεινάρι της είναι ένα σπασμένο πλαστικό τραπέζι πολυκαιρισμένο από την συνεχή έκθεση του στις καιρικές συνθήκες. Οι δύο χαρακτήρες κάθονται απέναντι σε μια παλιά στάση λεωφορείου και κοιτάζουν το τραπέζι επίμονα. Επικρατεί σιωπή. Ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι τα αμάξια που περνάνε και γαβγίσματα σκυλιών.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι ο/η Άλφα και ο/η Βήτα. Δεν υπάρχει καμιά απολύτως ταύτιση των κοινωνικών φύλων. Ο/Η Άλφα δεν μπορεί να ξεκολλήσει το βλέμμα του/της από το τραπέζι. Ο/Η Βήτα κοιτάει το τραπέζι και ένας ξαφνικός ήχος τον/την τρόμαξε και κοιτάζει τον/την Άλφα.
Βήτα: Αμάν με αυτά τα αμάξια, με τρόμαξαν.
Μεγάλη παύση. Ο/Η Βήτα αναστενάζει βαριά και συνεχίζει να μιλάει.
Βήτα: Αυτή η πόλη θα μας φάει ζωντανούς, θα μας καταπιεί.
Παύση.
Δεν ακούγεται τίποτα μόνο η βαριά αναπνοή του/της Βήτα που αναστενάζει ενώ συνεχίζει να κοιτάει το τραπέζι, βγάζει από την τσέπη του/της το πακέτο με τα τσιγάρα. Βάζει στο στόμα του/της, ενώ αφηρημένα ψάχνει αναπτήρα. Ανάβει τσιγάρο, παράλληλα ακούγεται ο ήχος των σκουπιδιών που τα παρασέρνει ο αέρας. Ανοιγοκλείνει τα μάτια του/της και αρχίζει να κοιτάει προσεκτικά τα χέρια του/της που είναι γεμάτα με σημάδια και αίματα.
Ο/Η Άλφα ακόμα δεν παίρνει το βλέμμα του/την από το τραπέζι αλλά τον/την ενοχλεί ιδιαίτερα ο ήχος που κάνει ο/η Άλφα με την βαριά του/την αναπνοή ενώ καπνίζει.
Άλφα: Σβήστο! Σου έχω πει πως με ενοχλεί να καπνίζεις δίπλα μου. Δεν έχω όρεξη…
Βήτα: Μιλάς εσύ;
Γεμάτος/η ειρωνεία ενώ πετάει το αναμμένο τσιγάρο στο δρόμο.
Άλφα: Γιατί; Έπαθες κάτι;
Βήτα: Δεν ξέρω αν θέλω να το συζητήσω…Φοβάμαι… Τι μπορώ βέβαια να σου πω και εσένα δεν μπορείς να φανταστείς τι περνάω.
Άλφα: Πώς μπορώ να καταλάβω τι περνάς από την στιγμή που δεν θες να μου μιλάς;
Βήτα: Συγνώμη δεν με βλέπεις, δεν με ακούς;
Ο/Η Βήτα μιλά με πολύ βαριά φωνή.
Άλφα: Πες μου.
Βήτα: Πριν λίγες ώρες πέθανα. Βασικά δεν πέθανα με σκότωσαν. Δεν βλέπεις τις μελανιές στο πρόσωπο μου, στα χέρια μου; Το αίμα που είναι ξεραμένο από τη μύτη μου; Τα μαλλιά μου που είναι καψαλισμένα. Ο εξαρθρωμένος μου ώμος δεν σου αρκεί για να τον δεις; Η φωνή είναι σπασμένη στα δύο! Πως δεν μπορείς να το καταλάβεις; Κοίτα τα ρούχα μου! Ξεσκισμένα και γεμάτα αίματα. Κοίτα την αγαπημένη μου λευκή μπλούζα είναι καμένη από την μια πλευρά και από την άλλη είναι ξεσκισμένη. Κοίτα το αίμα τρέχει από τις πληγές μου σαν ποτάμι. Κοίτα τα! Πώς είναι  δυνατόν να τα αγνοείς; Δεν μπορείς πλέον να με αγνοείς. Κοίτα με στα μάτια και πες μου πως δεν το βλέπεις αυτό περνάω…Πεθαίνω στο πεζοδρόμιο και κανένας δεν κάνει τίποτα…
Με μια απότομη κίνηση γυρνάει  το πρόσωπο του/της και αρπάζει τον/την Άλφα από τους ώμους και τον/την ταρακουνάει για να δει το πρόσωπο του/της. Εκείνος/η δεν αντιστέκεται και βλέπει τον/την Βήτα που είναι τώρα σχεδόν νεκρός/ή να περιχύνεται μέσα στο ίδιο του/της αίμα. Το πακέτο με τα τσιγάρα τρέμει στο χέρι του/της. Ο/Η Άλφα δεν ταράζεται με αργές κινήσεις κοιτάει το πακέτο με τα τσιγάρα ενώ το σώμα του/της Βήτα κάνει σπασμούς από το κρύο. Αρπάζει το πακέτο και παίρνει ένα τσιγάρο και ανάβει φωτιά. Ρουφάει την πρώτη τζούρα και συνεχίζει να κοιτάει την φωτιά του αναπτήρα. Ο/Η Βήτα αποστασιοποιείται, παίρνει ένα τσιγάρο γυρνάει πίσω στην αρχική του/της θέση και  ανάβει τσιγάρο  με την αναμμένη φωτιά του αναπτήρα.
Επικρατεί μια εκκωφαντική σιωπή.
 Η σιωπή κόβεται από τον απόηχο σειρήνων ενός περιπολικού που περνάει κοντά από την περιοχή.
Βήτα: Παράσιτα.
Άλφα: Τι είπες;
Βήτα: Είπα, παράσιτα.
Άλφα: Τι σημαίνει αυτό;
Βήτα: Αυτό είμαστε…Και οι δύο.
Άλφα:  Μίλα για εσένα, εγώ ανήκω.
Βήτα: Που ανήκεις;
Άλφα: Ανήκω.
Ο/Η Βήτα ξεσπά σε υστερικά γέλια. Τα γέλια του/της μετατρέπονται γρήγορα σε γοερές κραυγές. Οι κραυγές αυτές δεν μοιάζουν να είναι ανθρώπινες. Ο/Η Άλφα για πρώτη φορά γυρνάει και τον/την κοιτάει γεμάτος απορία.
Άλφα: Τα χάλια σου έχεις. Εσύ τέλος πάντων τι έπαθες και είσαι έτσι; Γιατί έχει γεμίσει αίμα το παντελόνι σου;
Βήτα: Σου είπα πριν λίγο πέθανα.
Άλφα: Σταμάτα τις ανοησίες και πες μου τι έπαθες. Όχι, πως με νοιάζει αλλά κουβέντα να γίνεται.
Βήτα: Νομίζω με βίασαν.
Άλφα: Νομίζεις;
Βήτα: Δεν θυμάμαι.
Άλφα: Τι εννοείς δεν θυμάσαι; Αυτά όλοι τα θυμούνται.
Βήτα: Σου έχει τύχει εσένα;
Άλφα: Εμένα; Δεν θα είσαι στα καλά σου! Εγώ δεν αφήνω κανέναν να με αγγίζει! Εσύ από την άλλη δεν φαίνεται να μην το ήθελες για να κάθεσαι εδώ με ένα ξένο άτομο. Εσύ το προκάλεσες δεν σου άρεσε και τώρα αρχίζεις να διαδίδεις φήμες. Προκαλείς αυτό κάνεις. Παράσιτο! Σήκω φύγε θα με κολλήσεις.
Παύση.
 Ο/Η Βήτα γυρίζει το βλέμμα του/της και του/της φυσάει τον καπνό μέσα στο πρόσωπο.
Βήτα: Παράσιτα αυτό είστε. Δεν είστε τίποτα άλλο εκτός από παράσιτα που αρέσκεστε να αφαιρείτε ζωές. Μας σκοτώνετε, μας πυροβολείτε όταν είμαστε παιδιά, μας ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου μέσα στο μετρό, μας μαχαιρώνετε ενώ οι μπάτσοι σας κοιτούν και τέλος μαζί με το χέρι του νόμου μας αφήνετε να πεθάνουμε στο δρόμο. Μας αφαιρείτε την ζωή με τα γυμνά σας χέρια. Παιδιά ενός κατώτερου θεού, γιατί απλά αυτό που έχουμε ανάμεσα στα πόδια μας σας σκανδαλίζει και μας βιάζετε. Μας βιάζετε με τα χυδαία βλέμματα σας όλη μας τη ζωή, μας χτυπάτε επειδή δεν πλαγιάζουμε μαζί σας και όταν το κάνουμε μας σπάτε στο ξύλο γιατί θέλει η κοινωνία σας. Μας θέλει νεκρούς, μας θέλει να σιωπούμε και να ανεχόμαστε την βία σας.
Σηκώνεται από το παγκάκι και αρχίζει να κάνει κύκλους γύρω από το παγκάκι ενώ ο/η Άλφα ανάβει και άλλο τσιγάρο και απλά μένει σκεπτικός/η. Όταν βρίσκει το θάρρος να μιλήσει γυρνάει και κοιτάει στα μάτια τον/την Βήτα και λέει:
Άλφα: Δεν ανήκετε εδώ, δηλαδή συγνώμη κατηγορείς ένα άγνωστο άτομο επειδή εσύ έχεις μια μάλλον διαλυμένη οικογένεια χωρίς αρχές; Τι σου φταίω εγώ; Ένας Άνθρωπος της διπλανής πόρτας είμαι, τίμιος.
Βήτα: Και εμένα αυτό που έχεις μέσα στο κεφάλι σου δεν με χωράει! Δεν το βλέπεις ότι ανήκω στον κοινωνικό σου ιστό. Γεννήθηκα για να είμαι υποταγμένος/η σε εσένα ή σε κάποιο άλλο άτομο; Δεν μπορώ να είμαι απλά ο εαυτός μου;
Άλφα: Σταμάτα. Για αυτό μάλλον σε έδειραν γιατί είσαι έτσι τι να κάνουμε δεν έχουμε όλοι τα ίδια δικαιώματα. Πάω να φύγω γιατί με κούρασες, πραγματικά.
Ο/Η Βήτα σταματάει να κάνει κύκλους γύρω από το παγκάκι και τον/την κοιτάζει στα μάτια και αρχίζει να ουρλιάζει ακατάπαυστα.
Βήτα: Κοίτα με! Εσύ με δημιούργησες! Εσύ με γέννησες! Κοίτα με…Μην γυρνάς το βλέμμα σου αλλού γαμώτο…
Ο/Η Βήτα κοιτάει τον/την Άλφα με δάκρυα στα μάτια και τον/την αναγκάζει να κάτσει κάτω, τον/την ακινητοποιεί και έρχονται σε απόσταση αναπνοής.
Βήτα: Κοίτα με…Είμαι εσύ…Δες τι μου έκανες και εσύ και όλοι οι άλλοι, μας βίασαν, μας έδειραν, μας έγδαραν, μας σκότωσαν και εσύ ακόμα δεν τολμάς να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη. Πως μας αφήνεις να ζούμε μέσα σε σκιές, να κρυβόμαστε μέσα σε στενά για να μην φάμε ξύλο-να μην προκαλούμε-να μην ζούμε; Είμαστε το ίδιο δεν το βλέπεις; Δώσε μου το χέρι σου και κοίτα μέσα στα λασπόνερα να μου πεις εσύ πόσα άτομα βλέπεις.
Ο/η Βήτα και Ο/Η Άλφα κοιτάζουν την μικρή λίμνη αίματος που τρέχει από τα σώματα τους, αυτή η μικρή λίμνη είναι γεμάτη από αποτσίγαρα, λάσπες και η αντανάκλαση είναι θολή.
Βήτα: Τώρα βλέπεις τι εννοώ. Σου οπλίζω το χέρι με την οργή μας, με τον πόνο μας…Σήκω και φύγε κάψε την πόλη, κάψε ότι υπάρχει στο διάβα σου και σώσε μας. Σώσε τον εαυτό μας. Έλα μαζί μου.
Ο/Η Άλφα κλείνει τα μάτια του/της και γονατίζει κάτω, χύνεται επάνω στις λάσπες και γίνεται ένα με τα αποτσίγαρα και τα σκουπίδια. Σείεται όλη του/της η ύπαρξη. Αρχίζει να κλαίει να ξεσπάει, να χτυπάει τα χέρια του/της επάνω στην σκηνή και ακούγονται από μακριά τα γαβγίσματα των σκύλων, αμάξια να περνούν και να χάνεται η οπτική επαφή με το κοινό. Ο/Η Βήτα έχει εξαφανιστεί.
Σβήνουν τα φώτα. Αλλαγή πλάνου.


Σκηνή δεύτερη: le silence.


Λευκά φώτα, ένα άδειο λευκό δωμάτιου ψυχιατρικής κλινικής εμφανίζεται και μέσα σε αυτό είναι ο/η Άλφα δίπλα του εμφανίζεται η μορφή του/της Βήτα. Απομεινάρια από σπασμένο καθρέπτη και αίματα γεμίζουν το χώρο όπως τα σκουπίδια στην προηγούμενη σκηνή. Ο/Η Άλφα κοιτάζει το πάτωμα και τα χέρια του/της που είναι γεμάτα χαρακιές και δαγκωνιές. Τα χέρια του είναι αγγελλόμενα από τον πόνο και πλέον καθώς έχει κόψει τόσο βαθιά χάνει πολύ αίμα και δεν έχει καμία επαφή με τα άκρα του. Είναι όρθιος/α και κοιτάζει το κομμάτι του καθρέπτη που είναι στη θέση του. Κοιτάζει επίμονα το είδωλο του/της και δεν βλέπει κανένα άλλο άτομο παρά μόνο τον/την ίδιο/α μέσα στο δωμάτιο. Κανένας άλλος δεν είναι εκεί. Ο/Η Βήτα κοιτάζει το κοινό και απευθύνεται σε αυτούς:
Βήτα: Σας οπλίζω με την οργή μου για τα χαμένα μας αδέρφια, παιδιά, φίλους, συγγενείς και συντρόφους  να μάθετε να παλεύετε για τα ΕΜΆΣ. Ζούμε σαν παράσιτα κρυβόμαστε να μην μας δει το φως…

Πλησιάζει κοντά στον/ην Βήτα ο/η Άλφα και παίρνει ένα κομμάτι γυαλί και με όλη του/της την δύναμη τον/την  μαχαιρώνει πολλαπλές φορές στην πλάτη αλλά καθώς υπάρχει  συμπλοκή πέφτουν και οι δύο κάτω. Ο/Η Βήτα πέφτει μπρούμητα και πεθαίνει και ο/η Άλφα σέρνεται κοντά του/της και βρίσκει το παλιό πακέτο με τα τσιγάρα. Ανάβει τσιγάρο με την τελευταία του/της δύναμη καθώς είναι ημίθανος/η και λέει δυνατά.
Άλφα: Σας οπλίζω με την σιωπή μου για τα χαμένα μας αδέρφια, παιδιά, φίλους, συγγενείς και συντρόφους να μάθετε να σιωπάτε για ΕΣΆΣ. Ζούμε σαν παράσιτα κρυβόμαστε να μην μας δει η αλήθεια…Η σιωπή σας είναι το μόνο όπλο μου για όλα αυτά που γίνονταν και θα συνεχίσουν να γίνονται…


Σιωπάτε…


ΖΝ.

Οκτωβρίου 20, 2019

Η Ψευδαίσθηση.

    Αποφάσισα λοιπόν, να γράψω, να γράψω για εσένα. Μέσα από τις μικρές καθημερινές καταστάσεις θα αναλύσω τη δική μου οπτική γωνία. Το κείμενο αυτό δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, ούτε να σε εντυπωσιάσει ούτε να σε κάνει να παρακολουθήσεις την προσωπική ζωή μου μέσα από μια κλειστή πόρτα, μέσα από μια κλειδαρότρυπα. Θέλω να ξέρεις πως αυτό το εγχείρημα είναι, ίσως ένα από τα δυσκολότερα, που έχω κάνει. Σε γενικές γραμμές ποτέ δεν δυσκολεύτηκα να εκφράσω τις σκέψεις μου τουλάχιστον επάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Η κατάσταση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί για αυτό και δεν πρόκειται να προβλέψω την έκβαση της. Καταλαβαίνεις απόλυτα, κουνάς το κεφάλι σου με μικρές κινήσεις πάνω κάτω, με χαροποιεί ιδιαίτερα,  που μπορώ να είμαι ειλικρινής για έναν φανταστικό αναγνώστη αυτή τη στιγμή. Το πρόβλημα είναι, πως άλλοτε δεν είχα πρόβλημα να μείνω μόνη, κλεισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους, μπορώ να πω μάλιστα, πως από την συμπεριφορά μου το επιδίωκα μετά από ένα σημείο. Σήμερα έκανα μια βόλτα μόνη αργά την νύχτα, μην φανταστείς μακριά αλλά και πάλι είναι ένα βήμα, νομίζω πως επιδιώκω την επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους πράγμα αξιοπερίεργο για εμένα, καθώς με θεωρούσα μοναχικό άτομο στα όρια του αντικοινωνικού. Όταν σε γνώρισα όμως, δεν ήθελα πια να είμαι μόνη. Εκεί είναι το πρόβλημα, είναι πολύ θετικό, που μπορώ να το εντοπίσω, νομίζω κάνουμε πρόοδο μέχρι στιγμής, πάλι καταλαβαίνεις απόλυτα και ξανά κουνάς νωχελικά το κεφάλι σου. Βλέπεις είμαι ένας πολύ απλός άνθρωπος, με ενδιαφέρουν τα καθημερινά πράγματα, μου αρέσει πραγματικά η σιωπή για να εξισορροπείται με το χάος των σκέψεων μου. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να κοιτάζω τον ουρανό την νύχτα, που έχει σύννεφα και να υπολογίζω αν αύριο θα βρέξει. Μου αρέσει όταν διασχίζω τους δρόμους και ο μόνος ήχος, που ακούω, είναι το πέρασμα ενός αυτοκινήτου που περνάει μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Έχω όμως, αυτή την αφελής σκέψη, πως όταν βγαίνω έξω στο δρόμο κοιτάζω γύρω μου σαστισμένη, σαν να περιμένω κάτι με μεγάλη αγωνία-καρτερώ θα μπορούσε κάποιος ποιητής να πει-φαντάζομαι να σε βλέπω να εμφανίζεσαι από το τέλος του δρόμου, ακούω τον ήχο της ανάσας σου, τον χτύπο της καρδιάς σου να έρχεται όλο και πιο κοντά σε εμένα. Είναι πραγματικά μια πολύ αφελής σκέψη από μέρος μου καθώς ξέρω, πως δεν θα συμβεί αυτό, αλλά όταν παραδίδομαι σε αυτή την σκέψη, αναπολώ το βλέμμα σου όταν χανόσουν στις σκέψεις σου ενώ μου κράταγες το χέρι, τα μάτια σου που έλαμπαν όταν αντικρίζαμε ο ένας τον άλλον μέσα στο πλήθος. Ξέρεις ακόμα μπορώ να ξεχωρίσω αυτό το βλέμμα όταν είμαι εγώ μέρος του πλήθους, είναι το βλέμμα του ερωτευμένου: το απόλυτα παραδομένου έρωτα που εκτυλίσσεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, που δεν αναγνωρίζει όρια ούτε εμπόδια, είναι κυριολεκτικά το «απόλυτο» πάθος. Αυτή η σκέψη πως έρχεσαι κοντά μου με καθησυχάζει, με αυτή την σκέψη πλαγιάζω τόσο καιρό και με αποκοιμίζει, ένα παραμύθι για μεγάλους. Μέσα σε αυτή την ψευδαίσθηση μου μπορώ να ανακαλέσω όλες μου τις αναμνήσεις, ότι έχει συμβεί, μπορώ να ξαναδώ να χαμογελάς και ο κόσμος γύρω μου να γίνεται λίγο περισσότερο ανεκτός από πριν, να σε βλέπω να μου κρατάς το χέρι στοργικά και να με χαϊδεύεις, ενώ εγώ εκείνη την στιγμή απολαμβάνω την σιωπή. Ανάμεσα σε δυο σιωπές υπάρχει η δυνατότητα να γεννηθούν πολλά, είπε κάποιος. Ανάμεσα στις δικές μας σιωπές εγώ ερωτεύτηκα την σιωπή σου, την απλότητα σου, την γαλήνη σου αλλά και την ένταση σου.

   Περιγράφω μια κατάσταση μερικών δευτερολέπτων με τόση λεπτομέρεια για να μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη μου κάθε στιγμή, που πέρασα δίπλα σου. Το ζήτημα με την έννοια της σιωπής παίζει θεωρώ καθοριστικό ρόλο σε σχέση με την ψευδαίσθηση μου. Βλέπεις η σιωπή ήταν αυτό που έλειπε στην ζωή μου. Η απόλυτη ηρεμία, η γαλήνη. Δεν πρόκειται να αναλωθώ στο γεγονός να αναπληρώσω την σιωπή αυτή, να την μοιραστώ θέλω, ίσως, δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο ούτε για εμένα. Σίγουρο είναι, πως μου λείπεις, η άδεια θέση που υπάρχει, η μονή οδοντόβουρτσα, αντί για το ζευγάρι, η μόνη κούπα καφέ που κάνω τα πρωινά. Η ανάγκη μου να εκφράσω τα άγχη και τα πάθη μου, να μοιραστώ την σχεδόν γκρίζα καθημερινότητα μου μαζί σου, δεν μου λείπει κάποια αόριστη παρέα, παρά μόνο εσύ. Είναι για πρώτη φορά ξεκάθαρο πως δεν χρειάζομαι κανένα στην ζωή μου, αλλά από την άλλη θέλω να είσαι στη ζωή μου. Αυτή η ψευδαίσθηση δεν φεύγει από το μυαλό μου, ακούω βήματα στο κοντά στο σπίτι και αναμένω να σε δω να στρίβεις στο στενό του σπιτιού μου χωρίς καμία προειδοποίηση, απλά να εμφανιστείς, να σε δω να μου κάνεις νόημα να ανοίξω την πόρτα και να κατέβω τρέχοντας τις σκάλες σαν τρελή και σχεδόν άυπνη για να σε αγκαλιάσω, να χωρέσω μέσα στα μεγάλα σου χέρια και να γελάσουμε και οι δύο ταυτόχρονα, να κάνω σαν μικρό παιδί όταν είμαι κοντά σου, να σε πάρω πάλι τηλέφωνο όταν είμαι μεθυσμένη για να σου εξομολογηθώ ότι είμαι ερωτευμένη μαζί σου , χωρίς κανέναν ενδοιασμό.  Θέλω τόσο πολύ να γεμίσουν τα σεντόνια μου ξανά με το άρωμα σου, το άρωμα μας. Να κάνουμε για μια ακόμα φορά παθιασμένο έρωτα αλλά αυτή την φορά να μην φύγεις, να καπνίσουμε το ίδιο τσιγάρο και να σε ακούω να μου μιλάς για τα όνειρα σου. Βγαίνοντας λοιπόν, από το συναισθηματικό κομμάτι και την αναπόληση αυτού του παραμυθιού για ενήλικες, μου ζήτησες χρόνο και εγώ θέλω να στον δώσω, δεν έχω καμία πρόθεση να σε πιέσω, ούτε όμως και να σε κυνηγήσω. Ξέρεις πολύ καλά, που να βρεις, εγώ απλώς θα συνεχίζω την καθημερινότητα μου, χωρίς να εμπλέκεσαι εσύ συναισθηματικά κάπου, είσαι ελεύθερη ψυχή, δεν μπορεί κανένας να σε «φυλακίσει» μέσα σε μια συνθήκη, που δεν μπορεί να λειτουργήσει, καταλαβαίνω. Είναι, όμως αυτή η αέναη κατάσταση της αναμονής, που με κάνει να χάνω την ελπίδα μου, μερικές φορές και την ψευδαίσθηση μου. Σε παρακαλώ μην πάρεις την ψευδαίσθηση μου μακριά. Θα συνεχίσω να κοιτάζω από το μπαλκόνι τους περαστικούς μήπως και σε δω τυχαία να περνάς, κοιτάζω όλα τα μέρη της αχανής πόλης και σε κανένα δεν είσαι εκεί σαν να χάθηκες και ούτε εσύ ξέρεις που γυρνάς. Θα συνεχίσω να περπατώ μόνη τις νύχτες και να καρτερώ το βλέμμα σου, θα συνεχίσω να βγαίνω έξω στους δρόμους και να σε αναζητώ, άραγε εσύ με ποιά ψευδαίσθηση κοιμάσαι; 

    Ο φανταστικός αναγνώστης μου νομίζω πως ξέρει, εσύ ξέρεις τι είναι αυτό, που σε κρατά ανήσυχο την νύχτα ώσπου να ανατείλει ο ήλιος; 
Αυτά είχα να σου εξιστορήσω και πάλι φανταστικέ μου αναγνώστη, χωρίς κάποιο σημείωμα, χωρίς κάποια επεξήγηση θα σε αφήσω να αποκοιμηθείς δίπλα σε αυτό το κομμάτι χαρτί που διαβάζεις, μόνο σε αυτήν την ασφυκτικά γεμάτη πόλη, που δεν κοιμάται ποτέ, ελπίζω να ξεκουράσεις το κορμί σου και να μπορέσω να ακούσω την ανάσα σου καθώς αποκοιμήθηκες για άλλη φορά στο ακουστικό του τηλεφώνου.



Καληνύχτα.

Με εκτίμηση.



ΖΝ