Ιουλίου 25, 2021

La chimère du silence.


Μέσα σε τούτο τον αστικό φλοιό, που προσπερνώ βιαστικά, παρατηρώ τα σιδερένια κλουβιά, από τσιμέντο και απαστράπτουσα λαμαρίνα, να ορθώνονται μπρος μου, να δημιουργούν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που μου καίει το δέρμα και θρυμματίζει ολοσχερώς τα γυάλινα μου μάτια. Τούτο το εχθρικό περιβάλλον καρτερά να με βλάψει, να με θαμπώσει με την αλαβάστρινη και εκτυφλωτική του αντανάκλαση. Μα, μέσα από τον πυρωμένο δρόμο και τα ιδρωμένα κορμιά, επικρατεί θλίψη. Τούτα τα θεόρατα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, είναι και η απόδειξη, πως ο άνθρωπος καρτερά τον αυτοπεριορισμό, απολαμβάνει σιωπηρά, τούτη την ενοχική φιληδονία, που απαστράπτει αυτή η εκτυφλωτική αντανάκλαση, που μεταδίδεται με την ταχύτητα του φωτός και του ήχου. Με τυφλώνουν οι λευκοί ήχοι και με απωθούν να συνεχίσω την προκαθορισμένη μου διαδρομή, προς το δικό μου κλουβί. Εκείνο, που αποκαλώ σπίτι.

Παρόλο, που εκεί μέσα δεν επικρατούν, τούτοι οι απόκοσμοι ήχοι της αστικής τρικυμίας, κυριαρχεί μια άλλη αβάσταχτη, μετέωρη σιωπή, απ’ τα δικά σου χείλη. Μια σιωπή, που αντηχεί, τόσο εκκωφαντικά, μέσα μου και γύρω μου, που απ’ την μύτη μου κυλάει μια πορφυρή σταγόνα αίματος, και πέφτει, απάνω στα λευκά μου ρούχα. Τούτος ο ήχος είναι και ο πρώτος πραγματικός ήχος, που σπάει την βασιλεύουσα παύση των χειλιών σου.

Αδυνατώ να σε ακούσω, μέσα απ’ τη βαθιά μου θλίψη και έτσι να ‘μαι πάλι, άλλο ένα κομμάτι σάρκας, που καρτερά να ιδωθεί, από τούτα τα καταγάλανα μάτια και να αγκαλιαστεί, απ’ την μουσική του σεληνόφωτος, μέσα από την αραχνούφαντη κουρτίνα του διαμερίσματος. Πάντα όμως, επικρατεί τούτη η ματαίωση. Μια περιθάλπουσα σκιά, απ’ τον ριζωμένο ενδοιασμό μου και την βαθιά εμποτισμένη από τον δικό σου φόβο, που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Έτσι τούτος ο φόβος σου να ιδωθείς και να αγγίξεις αυτό το σώμα, με τούτες τις ατέλειες, που το απαρτίζουν. Αυτήν την χίμαιρα, που πνίγει και τους δυο μας, μέσα σε τέσσερεις λευκούς τοίχους, την περιθάλπουμε μαζί και βαθιά μέσα σου, θαρρώ, πως το γνωρίζεις. Τούτος ο φόβος να με αγγίξεις μου διαλύει την ύπαρξη, κάθε γαμημένο λεπτό, που περνάει. Μα και τούτος ο διασκορπισμένος μου ενδοιασμός να αφεθώ θρυμματίζει, κάθε τόσο, τον δικό σου εαυτό, με αποτέλεσμα να αλληλοσπαραζόμαστε, μέσα σε τούτη την χίμαιρα της σιωπής μας.

Έτσι και πάλι, τούτο το χάραμα με βρίσκει αποσβολωμένη και απομονωμένη, μέσα σε τούτο το θεόρατο, ξέστρωτο κρεβάτι. Είναι από ‘κείνα, που κοιτούν, μπρος τους την θέα της ρημαγμένης πόλης και εκείνο τον μικρό ακάλυπτο, κάπου ανάμεσα στις άπειρες μικρό-συνοικίες. Και καθώς σαν ξημερώνει, το φως τρυπά μέσα του, σαν κλέφτης, απ’ τις κουρτίνες και αγκαλιάζει στοργικά, τούτα τα μάτια, που σαν ωκεανός από παγόβουνα, αγκαλιάζουν τις κόγχες των ματιών σου. Τούτο το βωβό κλάμα εμπεριέχει μέσα του, την σιωπή, αλλά και την βαθιά παραδοχή της συνενοχής μου.

Δικάζομαι κάθε νύχτα, που σαν βρίσκομαι στην αγκαλιά σου, πονάει ολάκερο το στέρνο μου και τα μάτια μου καίνε. Η κατηγορία μου είναι ο θρίαμβος της αποξένωσης ολόκληρου του γνωστού κόσμου, και μέσα σε αυτόν υπάρχουν και τούτα τα υδαρή μάτια, που σπάνια με θωρούν. Η ποινή μου, λοιπόν, είναι η συγκάλυψη και η συνενοχή, σε τούτο το ειδεχθές έγκλημα. Το κλάμα μου, σχεδόν ασθενικό πια, το περνάς απαρατήρητο, με το μόνο υπόλειμμα του, να ‘ναι η βαθιά κούραση και οι μεγάλες αυλακώσεις στο κατά άλλα νεανικό μου πρόσωπο, που κάνουν την εμφάνιση τους, από την μικρή ηλικία των 25 ετών, που μόλις πριν λίγο καιρό, είδα ζωγραφισμένο απάνω σε ένα δυαδικό σύνολο από κεριά, που έσβηνε αργά, από την ζέστη και τα καυτά χνώτα του περίγυρου μου.

Η απογοήτευση στο βλέμμα μου και τα βαριά μου βήματα, προς τούτο το κρεβάτι, ποτέ δεν έγιναν ελαφρά την καρδία. Είχα ξέρεις μια βεβαιότητα, πως αυτήν την φορά κάτι θα αλλάξει, μα ήταν μάταιο. Να ‘μαι πάλι εδώ μοναχή, να αργοσβήνω, από τον επικείμενο καύσωνα, μέσα στο χτισμένο μου καλά καταφύγιο, απ’ τα μάτια σου, όμως τούτη την φορά ο εχθρός δεν είναι άλλος, από τον ίδιο μου τον εαυτό. Τούτες οι λέξεις αποτελούν και τη μόνη απόδειξη της αθωότητας μου. Το μόνο πράγμα, που ποθώ είναι σε νιώσω, βαθιά μέσα μου. Τα μάτια μου, έτσι σπασμένα που ‘ναι, δεν μπορούν να σε δουν και τούτες οι λέξεις απειλούν να βλάψουν κι εσένα. Μην γυρνάς την πλάτη σου, μην αφήνεις το σεσημασμένο μου κορμί να παγώσει κι άλλο, απάνω σε τούτο το αφιλόξενο στρώμα, που κάθε νύχτα ποτίζω.

 

Venir.

Ne te tourne pas le dos.

Τiens ma main.


ΖΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.