Αυγούστου 21, 2021

Les talons rouges délavés.

Και τι απομένει λοιπόν, μέσα σε τούτα τα ξεχαρβαλωμένα κούφια τακούνια και πίσω απ’ αυτό τούτο το ψεύτικο χαμόγελο, που φορώ κάθε τόσο, που αντικρίζω ένα ακόμα ζευγάρι από χαροκαμένα χέρια και τα βλέμματα των περαστικών να εισβάλουν βίαια μέσα μου; Μια προσμονή για μια νέα αρχή. Μια ολάκερα νέα υπόσχεση. Μια νέα μορφή βλασφημίας, που ξεπερνά κάθε όριο προσμονής που μετουσιώνεται, σε έναν εξ ολοκλήρου νέο τρόπο τελμάτωσης, τούτης της προσμονής.

Τούτη η αναμονή συνθλίβει κάθε νέα προσπάθεια και στη συντριπτική πλειοψηφία σε αφήνει μόνη, ακόμη ένα βράδυ. Παγωμένη στην άκρη κάποιου ξένου κρεβατιού, μέσα σε αυτό το έρημο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου. Με συνοδεία τον ήχο από ένα νεκρωμένο τηλέφωνο, μέσα απ’ τα χέρια σου, ενώ το τσιγάρο καίει αργά τα ακροδάχτυλα μου, και η μυρωδιά της καμένης σάρκας να διαγράφεται μέσα, στη μνήμη μου, χωρίς να μπορεί να απαλύνει την βαθιά οργή μου.

Τούτα τα μαρτυρικά λεπτά, που σε αναμένω να φανείς, ακούγονται σαν τις ριπές του μανιασμένου αγέρα, μέσα σε αυτό κατάλευκο δωμάτιο, με αυτά τα καθάρια σεντόνια. Με το ηλιοβασίλεμα να τυφλώνει τα γαλαζοπράσινα νερά της παραλίας, που εκτείνεται απ’ άκρη σ’ άκρη, όσο τα μουσκεμένα μάτια μου προσπαθούν να εστιάσουν στην αναμονή του κομμένου ακουστικού. Μα εσύ, δεν θα φανείς, ούτε και σήμερα. Έτσι δεν αλλάζει πλέον τίποτα.

Η απουσία σου, γίνεται η μόνιμη κατάσταση της κομμένης μου ανάσας, πάνω από τούτο το ακουστικό, που ο συνδρομητής δεν φάνηκε, για ακόμη ένα ξημέρωμα. Έτσι με βρίσκει το παρθένο φως της χαραυγής, να ξεγλιστράω, από τούτη την θεόρατη κι έρημη είσοδο του, με το νέο ζευγάρι τακούνια στο χέρι να παίρνω το δρόμο της επιστροφής πριν καταφέρει τούτη το φως των σβήσει από την προηγούμενη νύχτα κρατώ στο χέρι το τσιγάρο μου και τα κλειδιά απ’ το σπίτι μου, που μόνιμα επικρατεί σιωπή και η μυρωδιά από τα αποτσίγαρα να είναι αναμειγμένη με την μυρωδιά από ‘κείνο το άδειο μπουκάλι.

Τούτη η παραδοχή της μοναξιάς και της απεγνωσμένης ανάγκης για απομόνωση, με ωθεί για ακόμη ένα βράδυ να καρτερώ, να ανταμώσω, μέσα στην καρδιά της μισοφωτισμένης και άδειας πόλης, εκείνα τα σμαραγδένια μάτια, με τα λεπτά χαρακτηρίστηκα, κι κείνο το γέλιο, που μου αγαλλιάζει την καρδιά. Και οι ώρες περνούν και κείνος δεν έχει φανεί ακόμη.

Μόνη, ξανά σωριάζομαι, κάτω στο σπασμένο πλακόστρωτο και κρατάω, ξανά τούτα τα κούφια κατακόκκινα τακούνια στο χέρι, ενώ στο βάθος επικρατεί μια πύρινη κόλαση και ο άλλοτε φωτεινός ουρανός γιομίζει με τα αποκαΐδια της ψυχής μου, που για ένα ακόμη βράδυ, έμεινα μόνη. Να καρτερώ να αγαπηθώ, έστω και για λίγες πλασματικές ώρες, από κείνον τον χαμένο ποιητή. Μέσα σε εκείνες τις σκιές, από κείνο το χωμένο σινεμά, που σαν το φως άγγιζε την ματιά του με κράταγε σφιχτά και με φίλαγε με πάθος.

Τότε, που για λίγο γίναμε ένα, μέσα στην σιγή της μανιασμένης θάλασσας. Και αυτή η πηγαία ανάγκη για στοργή είναι, που κι σύ καρτεράς, έστω και για μια στιγμή. Μια μονάχα στιγμή, μέσα στις σκιές του χρόνου, όπου κανείς δεν θα σε ιδεί και κανένα ζευγάρι μάτια δεν θα σε κρίνει. Μέσα σε τούτο το χάος της ώρας και της ζωής, που περνάει γοργά, από τούτα τα χέρια με τα σπασμένα και τσακισμένα νύχια που θωρείς.

Μια σπασμένη φωνή και απομεινάρια από κομματιασμένο γυαλί συνοδεύουν τούτο το θλιβερό ξημέρωμα. Και η σκέψη μου να καλπάζει απ’ άκρη σ’ άκρη της πόλης, αναζητώντας τον υπαίτιο. Αναζητώντας μια ξεθωριασμένη σκιά στους τοίχους να ρίξει όλο το κρίμα της υπόστασης μου, την αδυναμία μου να νιώσω κάθε συναίσθημα χαράς και ευημερίας έστω και για μια στιγμή, μα σαν προχωρώ και αντικρίζω την αντανάκλαση μου, μέσα από ένα ραγισμένο τζάμι, σε κάποιο παλιό συρμό, αντικρίζω τον υπαίτιο να κρατά τα κλειδιά του στο χέρι και ένα ζευγάρι από ξεθωριασμένα κόκκινα τακούνια στο χέρι.


ΖΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.