Μαΐου 25, 2021

Un autre enfant du carré.

Le deuxième volume.

Ανάλαφρη, που είναι, η σημερινή νυχτιά. Ο ουρανός μόλις έχει σκοτεινιάσει, και η τούτη η ώρα με βρίσκει, να θωρώ το είδωλο μου, μπρος από κάποιον καθρέπτη. Tα κλειδιά γλιστρούν απαλά, απ’ τα χέρια μου, και λικνίζονται μαζί με τον ρυθμό, από κάποιο παλιό γραμμόφωνο, που ακούγεται απ’ το δίπλα διαμέρισμα, που μου ‘χει παρασύρει τον συλλογισμό. Με ταξιδεύει στις παλιές εκείνες διηγήσεις του, με τούτο το ηχόχρωμα και κείνη την γνωστή μελωδία να με παρασέρνει. O αγέρας φυσάει και παίρνει τα μαλλιά μου. Μαζί με αυτόν ταξιδεύει και η φωτιά των σπίρτων και μου καψαλίζει ελαφρά τα ακροδάχτυλα. Καθώς προσπαθώ να μαζέψω τα μαλλιά μου, κοιτώ ψιλά τον γυμνό ουρανό. Δειλά, αρχίζουν να κάνουν και την εμφάνιση τους, οι πρώτοι αστερισμοί, και να σημαιοστολίζουν την γύμνια του, με τρόπο πρωτοφανή. Ελπίζω τούτο το υπερθέαμα, να το αντικρίζεις κι συ, μέσα σε τούτη την χειμερινή νυχτιά της τσιμεντένιας αυτοκρατορίας, που τώρα δα διασχίζεις. Τούτο, το κέντρο είναι γιομάτο με δικά σου αρώματα.

Με γρήγορες κινήσεις ανάβω το τσιγάρο και κατευθύνομαι, προς τα κει. Με συνοδεύει, ο χαρακτηριστικός ήχος, που κάνουν τα τακούνια μου, καθώς χτυπούν απαλά απάνω στο πλακόστρωτο. Οι στάχτες απ’ το τσιγάρο είναι και το μόνο στοιχείο, που αφήνω πίσω μου, μαζί με το φουλάρι στο λαιμό μου, που χορεύει με τον αγέρα τούτης της κρύας νύχτας. Τούτος ο ήχος, που με ακολουθεί, μου θυμίζει, σαν τότες που ‘μουν μικρή, και τον άκουγα, καθώς περνούσαν, οι γυναίκες, σε τούτους τους πολυσύχναστους δρόμους. Τώρα, πια είναι όμοιοι, με εκείνους τους λαβυρίνθους των καταγώγιων. Εκείνες τις εποχές, τις πιο αθώες, σαν θωρούσα μια γυναίκα να φλέγεται, μέσα σε εκείνα τα πυρωμένα χρώματα, με την ανάσα της να βαραίνει το στέρνο της, από το πυρωμένο τούτο φόρεμα, που πάντα κάτι καρτερούσε ενώ η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Τώρα, πια περπατώ εγώ, σε τούτα τα τακούνια, με τα χείλη μου να ‘ναι κατακόκκινα και να στολίζονται, από ένα μισόσβηστο τσιγάρο. Το χνώτο μου, μυρίζει καφέ σε συνδυασμό με το αλκοόλ. Τον λαιμό μου, τον έχω στολίσει, με ένα απαλό άρωμα. Τα μαλλιά μου είναι ανακατωμένα και πυρωμένα με εκείνο το φλογερό χρώμα της φωτιάς. Απάνω απ’ το αφτί μου υπάρχει μια μικρή κατάμαυρη πένα, που μάλλον, είχα ξεχάσει. Η καρδία μου χτυπά δυνατά καθώς φτάνω στο Σπιρτόκουτο. Το μόνο, που ποθώ, πιο πολύ είναι ένα δυνατό ποτήρι, από κείνο το ουίσκι, που είχα πάρει κι χθες. Οι σκέψεις μου χάνονται, μέσα στον λυσσασμένο αγέρα. Νιώθω, την λαχτάρα μου, να μου καταβάλει την καρδιά.

Μπαίνω μέσα και ξάφνου, βλέπω σαν μάνα εξ ουρανού, μια μορφή αλλιώτική απ’ τις άλλες, ατίθαση. Δημιουργημένη κατ’ εικόνα και ομοίωση της δικής μου επιθυμίας. Ενός νέου χαμένου άνδρα. Με μια εμφανής θλίψη να περιβάλλει τα σκοτεινά του μάτια. Ψάχνει απεγνωσμένα κάποια διέξοδο, από τούτο το φως. Παίζει με το βλέμμα του και χαμογελάει, ανάβει τσιγάρο και φυσάει το καπνό μακριά. Το σώμα του είναι νεανικό, πλούσιο και λυγερό, με μια χαρακτηριστική φωνή, που την κρυφακούω ανάλαφρα, σαν κοντοστέκομαι. Περνάω, από δίπλα του, και μυρίζω το άρωμα του. Τον αγγίξω τυχαία, και έτσι διασταυρώνονται τα βλέμματα μας. Τον ακούω να σιγομιλάει και να παραλογίζεται για κάποιους μουσικούς δρόμους, που είναι ξεχασμένοι. Καθώς θωρώ τον πόθο του να οργιάζει, για να ιδωθεί, απομακρύνομαι μα ξέρω πως τούτοι οι κόσμοι είναι όμοιοι. Δυο δυο κόσμοι, που μπορούν να συνυπάρξουν τα σώματα για μια ακόμη νύχτα. Αυτή η επιθυμία, που γεννάται μέσα μου, μου καίει τα σωθικά.

Να ‘μια και πάλι εδώ, δεμένη σε ένα αδιέξοδο. Να ‘μαι αλυσοδεμένη, με τον καπνό, που γιομίζεις, τα πνευμόνια μου. Τόσο η καρδία μου σφυροκοπάει μέσα στο ασθενικό μου στέρνο. Μέσα σε τούτα τα κακόφημα σοκάκια, μέσα στην βαριά σου αναπνοή, από κείνα τα σέρτικα τσιγάρα, εγώ ποθώ να ιδωθώ. Με την μυρωδιά, από κείνο το παλιό κρασί, να πλημυρίζει τα χείλη σου και να πέφτει μια λεπτή κόκκινη σταγόνα, απάνω στο μαύρο σου πουκάμισο. Καθώς οι δυο μας, δημιουργούμε τις συνθήκες, αλληλοσπαραζόμαστε, μέσα στην σιγαλιά. Καθώς, φοβάμαι να σε ιδώ και να αγγίξω, υποτάσσομαι. Υπομένω τον πόνο. Υποκλίνομαι, μπρος στα κατάμαυρα μάτια σου. Χάνω τον εγωισμό μου. Ξεγυμνώνομαι την ύστατη στιγμή. Δείχνω την αμαρτωλή μου σάρκα. Την βαθιά λάγνα μου πλευρά. Αγγίζω το πόνο σου. Αντέχω την βαριά σου αναπνοή. Μπορείς να κουβαλήσεις την καθάρια μου ματιά και την μελαγχολία μου; Μπορείς να με αγγίξεις; Μέσα σου κρύβεις, ένα μικρό παιδί, που σπαρταρά για αγάπη.

Και σαν φεύγει η νύχτα πια σε αποχαιρετώ, μέσα στην ζάλη. Χάνομαι. Ανήκεις στις σκιές της σκοτεινής μου μορφής, κι εγώ προσδοκώ να ζήσω, μέσα στο φθισικό φως της καπνιάς μου. Με το φως να μου καίει τα μάτια και τον καπνό μου να γεμίζει το δωμάτιο. Και σαν ανοίγω τα μάτια μου, βρίσκομαι ξανά, μέσα στο ίδιο μαγαζί, μόνη με κανένα τριγύρω. Το κεφάλι μου να καίει και εγώ να αναρωτιέμαι. Η απάντηση είναι πια, ξεκάθαρη στο μυαλό μου. Σε αφιερώνω τούτο το κομμάτι του εαυτού μου, ξεχασμένος καθώς είσαι πια, σε συγχωρώ, που δεν υπήρξες ποτέ.

 

Sachant maintenant que tu n'a jamais existé, que vous étiez un autre enfant à naître.

Αφιερωμένο εξαιρετικά.

ΖΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.