Μαΐου 25, 2021

La muse de la mer.

       Άλλη μια νυχτιά, που θωρώ ετούτη δω την ανταριασμένη ξελογιάστρα, με τα κύματα της να σκάνε, σαν πυροτεχνήματα, μέσα στην ψυχή μου, σε τούτο το κακό τσακισμένο κατάστρωμα, που το τρώει το αγιάζι και η αλμύρα. Ο αγέρας ορμάει στο βρεγμένο μου μέτωπο, η αλμύρα εμποτίζει τις βαθιές ρυτίδες του προσώπου μου. Όσο για τα άγρια και ροζιασμένα μου χέρια, αυτά τα κατατρώει το αναθεματισμένο σκοινί. Μυρίζω στον αγέρα την θαλασσοταραχή και παρακαλώ τον μεγαλοδύναμο να μην μας πάρει μέσα στον υγρό της βασίλειο.  
        Θυμάμαι, αμυδρά την ζωή μου, πριν εκείνη την μεγάλη απόφαση, κάποιον ξεχασμένο Μάη του ’51, όπου σάλπαρα για πρώτη φορά. Τα τότε καχεκτικά χέρια μου να τρέμουν, μα την καρδιά μου να βροντοχτυπάει το στέρνο μου και να θέλει να βγει έξω, να ενωθεί με εκείνην, την υγρή μούσα, την Θάλασσα. Εκείνην να βογκά κάθε δειλινό και να φουσκώνει, από ηδονή, και να ποθεί μονάχα εκείνον. Κάθε βράδυ γινόμαστε το απάγκιο της. Όταν έρχεται κοντά του, εκείνη γιομίζει ολάκερη και αντανακλάει όλη του την λάμψη, μέσα στα βρώμικα θολά της νερά.
      Η Θάλασσα δεν είναι εκείνη η όμορφη γυναίκα, που φανταζόμουν τότε, μα είναι μια άγρια, λυσσασμένη και βαθιά πονεμένη γυναίκα, που χωράει κάθε λογής αντρίκια ψυχή μέσα της. Από κείνον τον ξένο θερμαστή, που τόσο πάλευε να κάμει δικό της, ένα μανιασμένο βράδυ το χειμώνα του ’65 και τους άλλους που τους αρπάζει από τα σπίτια τους και τους παρασέρνει σε έναν φρενήρη χορό με τα κύματα της. Ένας από αυτούς, έμελλε να ‘μουν κι εγώ.
         Μας κάνει να λησμονούμε, με το γλυκό της τραγούδι και την βαθιά μεθυστικήμυρωδιά της. Μας αγκαλιάζει, με το πέπλο της αλμύρας της και έτσι ζούμε, φυλακισμένοι, μέσα στους στενούς της κόλπους. Κι όταν αναζητούμε το χάδι της, μας το προσφέρει, απλόχερα, έτσι μεταμορφωμένη σε κάθε λογής γυναίκα του λιμανιού, που πλαγιάζουμε από το Μαρόκο μέχρι την Μπουσάν.
         Η θάλασσα για κάθε ένα από εμάς είναι η προσωπική του ηδονή, κι όταν φεύγουμε από το λιμάνι του Πειραιά και το πόδι μας ακουμπάει το μουσκεμένο μπουλμέ του καραβιού, μονάχα τότες νιώθουμε, ότι φτάσαμε στο σπιτικό μας. Κι όταν το ταξίδι μας τελειώσει θα επιστρέψουμε σε τούτα τα πατροπαράδοτα νερά, και θα‘μαστε πλέον, ένα με αυτήν την ανταριασμένη ξελογιάστρα, που οι άνθρωποι ονομάζουνε θάλασσα. Έτσι θα συνεχίζουμε το αιώνιο αγώνα της με τον ήλιο. Θα γίνουμε ένα με το πολυπόθητο ταραγμένο ηλιοβασίλεμα. Θα είμαστε το χάδι σε κάθε απομακρυσμένο ναυτικό αλλά και σε κάθε εν δυνάμει εραστή της, γιατί η υγρή αυτή μούσα αποτελείται από όλες τις ψυχές των θαλασσόλυκων, που πέθαναν αναζητώντας εκείνο το πάντρεμα της αλμύρας και των πύρινων χρωμάτων του ουρανού.



Αφιερωμένο στο μεγάλο δάσκαλο.

ΖΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.