Νοεμβρίου 07, 2019

Les parasites.

Σκηνή πρώτη: 


Παρουσίαση χώρου και χαρακτήρων σε ένα αόριστο μέρος την τάδε ώρα και την τάδε στιγμή. Υπάρχει ένας μεγάλος δρόμος διπλής κατευθύνσεως που περιστοιχίζεται από μεγάλα εγκαταλελειμμένα κτήρια γεμάτα από γκράφιτι με διάφορα μεγέθη και χρώματα. Ο χώρος είναι γεμάτος σκουπίδια που διαχέονται παντού. Tο μόνο σημείο αναφοράς σε σχέση με τον χρόνο είναι ο ήλιος που ανατέλλει. Το βαθύ μπλε του ουρανού αρχίζει να σπάει και να το διαδέχεται ένα ελαφρύ σμαραγδένιο πορτοκαλί. Ο αέρας διαπερνάει τα ρούχα τους και τρυπώνει μέσα στις πληγές του δέρματος τους. Απέναντι υπάρχει ένα μικρό περίπτερο κλειστό και εμφανώς καμένο, δίπλα μια ερημωμένη καφετέρια που το μόνο απομεινάρι της είναι ένα σπασμένο πλαστικό τραπέζι πολυκαιρισμένο από την συνεχή έκθεση του στις καιρικές συνθήκες. Οι δύο χαρακτήρες κάθονται απέναντι σε μια παλιά στάση λεωφορείου και κοιτάζουν το τραπέζι επίμονα. Επικρατεί σιωπή. Ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι τα αμάξια που περνάνε και γαβγίσματα σκυλιών.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι ο/η Άλφα και ο/η Βήτα. Δεν υπάρχει καμιά απολύτως ταύτιση των κοινωνικών φύλων. Ο/Η Άλφα δεν μπορεί να ξεκολλήσει το βλέμμα του/της από το τραπέζι. Ο/Η Βήτα κοιτάει το τραπέζι και ένας ξαφνικός ήχος τον/την τρόμαξε και κοιτάζει τον/την Άλφα.
Βήτα: Αμάν με αυτά τα αμάξια, με τρόμαξαν.
Μεγάλη παύση. Ο/Η Βήτα αναστενάζει βαριά και συνεχίζει να μιλάει.
Βήτα: Αυτή η πόλη θα μας φάει ζωντανούς, θα μας καταπιεί.
Παύση.
Δεν ακούγεται τίποτα μόνο η βαριά αναπνοή του/της Βήτα που αναστενάζει ενώ συνεχίζει να κοιτάει το τραπέζι, βγάζει από την τσέπη του/της το πακέτο με τα τσιγάρα. Βάζει στο στόμα του/της, ενώ αφηρημένα ψάχνει αναπτήρα. Ανάβει τσιγάρο, παράλληλα ακούγεται ο ήχος των σκουπιδιών που τα παρασέρνει ο αέρας. Ανοιγοκλείνει τα μάτια του/της και αρχίζει να κοιτάει προσεκτικά τα χέρια του/της που είναι γεμάτα με σημάδια και αίματα.
Ο/Η Άλφα ακόμα δεν παίρνει το βλέμμα του/την από το τραπέζι αλλά τον/την ενοχλεί ιδιαίτερα ο ήχος που κάνει ο/η Άλφα με την βαριά του/την αναπνοή ενώ καπνίζει.
Άλφα: Σβήστο! Σου έχω πει πως με ενοχλεί να καπνίζεις δίπλα μου. Δεν έχω όρεξη…
Βήτα: Μιλάς εσύ;
Γεμάτος/η ειρωνεία ενώ πετάει το αναμμένο τσιγάρο στο δρόμο.
Άλφα: Γιατί; Έπαθες κάτι;
Βήτα: Δεν ξέρω αν θέλω να το συζητήσω…Φοβάμαι… Τι μπορώ βέβαια να σου πω και εσένα δεν μπορείς να φανταστείς τι περνάω.
Άλφα: Πώς μπορώ να καταλάβω τι περνάς από την στιγμή που δεν θες να μου μιλάς;
Βήτα: Συγνώμη δεν με βλέπεις, δεν με ακούς;
Ο/Η Βήτα μιλά με πολύ βαριά φωνή.
Άλφα: Πες μου.
Βήτα: Πριν λίγες ώρες πέθανα. Βασικά δεν πέθανα με σκότωσαν. Δεν βλέπεις τις μελανιές στο πρόσωπο μου, στα χέρια μου; Το αίμα που είναι ξεραμένο από τη μύτη μου; Τα μαλλιά μου που είναι καψαλισμένα. Ο εξαρθρωμένος μου ώμος δεν σου αρκεί για να τον δεις; Η φωνή είναι σπασμένη στα δύο! Πως δεν μπορείς να το καταλάβεις; Κοίτα τα ρούχα μου! Ξεσκισμένα και γεμάτα αίματα. Κοίτα την αγαπημένη μου λευκή μπλούζα είναι καμένη από την μια πλευρά και από την άλλη είναι ξεσκισμένη. Κοίτα το αίμα τρέχει από τις πληγές μου σαν ποτάμι. Κοίτα τα! Πώς είναι  δυνατόν να τα αγνοείς; Δεν μπορείς πλέον να με αγνοείς. Κοίτα με στα μάτια και πες μου πως δεν το βλέπεις αυτό περνάω…Πεθαίνω στο πεζοδρόμιο και κανένας δεν κάνει τίποτα…
Με μια απότομη κίνηση γυρνάει  το πρόσωπο του/της και αρπάζει τον/την Άλφα από τους ώμους και τον/την ταρακουνάει για να δει το πρόσωπο του/της. Εκείνος/η δεν αντιστέκεται και βλέπει τον/την Βήτα που είναι τώρα σχεδόν νεκρός/ή να περιχύνεται μέσα στο ίδιο του/της αίμα. Το πακέτο με τα τσιγάρα τρέμει στο χέρι του/της. Ο/Η Άλφα δεν ταράζεται με αργές κινήσεις κοιτάει το πακέτο με τα τσιγάρα ενώ το σώμα του/της Βήτα κάνει σπασμούς από το κρύο. Αρπάζει το πακέτο και παίρνει ένα τσιγάρο και ανάβει φωτιά. Ρουφάει την πρώτη τζούρα και συνεχίζει να κοιτάει την φωτιά του αναπτήρα. Ο/Η Βήτα αποστασιοποιείται, παίρνει ένα τσιγάρο γυρνάει πίσω στην αρχική του/της θέση και  ανάβει τσιγάρο  με την αναμμένη φωτιά του αναπτήρα.
Επικρατεί μια εκκωφαντική σιωπή.
 Η σιωπή κόβεται από τον απόηχο σειρήνων ενός περιπολικού που περνάει κοντά από την περιοχή.
Βήτα: Παράσιτα.
Άλφα: Τι είπες;
Βήτα: Είπα, παράσιτα.
Άλφα: Τι σημαίνει αυτό;
Βήτα: Αυτό είμαστε…Και οι δύο.
Άλφα:  Μίλα για εσένα, εγώ ανήκω.
Βήτα: Που ανήκεις;
Άλφα: Ανήκω.
Ο/Η Βήτα ξεσπά σε υστερικά γέλια. Τα γέλια του/της μετατρέπονται γρήγορα σε γοερές κραυγές. Οι κραυγές αυτές δεν μοιάζουν να είναι ανθρώπινες. Ο/Η Άλφα για πρώτη φορά γυρνάει και τον/την κοιτάει γεμάτος απορία.
Άλφα: Τα χάλια σου έχεις. Εσύ τέλος πάντων τι έπαθες και είσαι έτσι; Γιατί έχει γεμίσει αίμα το παντελόνι σου;
Βήτα: Σου είπα πριν λίγο πέθανα.
Άλφα: Σταμάτα τις ανοησίες και πες μου τι έπαθες. Όχι, πως με νοιάζει αλλά κουβέντα να γίνεται.
Βήτα: Νομίζω με βίασαν.
Άλφα: Νομίζεις;
Βήτα: Δεν θυμάμαι.
Άλφα: Τι εννοείς δεν θυμάσαι; Αυτά όλοι τα θυμούνται.
Βήτα: Σου έχει τύχει εσένα;
Άλφα: Εμένα; Δεν θα είσαι στα καλά σου! Εγώ δεν αφήνω κανέναν να με αγγίζει! Εσύ από την άλλη δεν φαίνεται να μην το ήθελες για να κάθεσαι εδώ με ένα ξένο άτομο. Εσύ το προκάλεσες δεν σου άρεσε και τώρα αρχίζεις να διαδίδεις φήμες. Προκαλείς αυτό κάνεις. Παράσιτο! Σήκω φύγε θα με κολλήσεις.
Παύση.
 Ο/Η Βήτα γυρίζει το βλέμμα του/της και του/της φυσάει τον καπνό μέσα στο πρόσωπο.
Βήτα: Παράσιτα αυτό είστε. Δεν είστε τίποτα άλλο εκτός από παράσιτα που αρέσκεστε να αφαιρείτε ζωές. Μας σκοτώνετε, μας πυροβολείτε όταν είμαστε παιδιά, μας ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου μέσα στο μετρό, μας μαχαιρώνετε ενώ οι μπάτσοι σας κοιτούν και τέλος μαζί με το χέρι του νόμου μας αφήνετε να πεθάνουμε στο δρόμο. Μας αφαιρείτε την ζωή με τα γυμνά σας χέρια. Παιδιά ενός κατώτερου θεού, γιατί απλά αυτό που έχουμε ανάμεσα στα πόδια μας σας σκανδαλίζει και μας βιάζετε. Μας βιάζετε με τα χυδαία βλέμματα σας όλη μας τη ζωή, μας χτυπάτε επειδή δεν πλαγιάζουμε μαζί σας και όταν το κάνουμε μας σπάτε στο ξύλο γιατί θέλει η κοινωνία σας. Μας θέλει νεκρούς, μας θέλει να σιωπούμε και να ανεχόμαστε την βία σας.
Σηκώνεται από το παγκάκι και αρχίζει να κάνει κύκλους γύρω από το παγκάκι ενώ ο/η Άλφα ανάβει και άλλο τσιγάρο και απλά μένει σκεπτικός/η. Όταν βρίσκει το θάρρος να μιλήσει γυρνάει και κοιτάει στα μάτια τον/την Βήτα και λέει:
Άλφα: Δεν ανήκετε εδώ, δηλαδή συγνώμη κατηγορείς ένα άγνωστο άτομο επειδή εσύ έχεις μια μάλλον διαλυμένη οικογένεια χωρίς αρχές; Τι σου φταίω εγώ; Ένας Άνθρωπος της διπλανής πόρτας είμαι, τίμιος.
Βήτα: Και εμένα αυτό που έχεις μέσα στο κεφάλι σου δεν με χωράει! Δεν το βλέπεις ότι ανήκω στον κοινωνικό σου ιστό. Γεννήθηκα για να είμαι υποταγμένος/η σε εσένα ή σε κάποιο άλλο άτομο; Δεν μπορώ να είμαι απλά ο εαυτός μου;
Άλφα: Σταμάτα. Για αυτό μάλλον σε έδειραν γιατί είσαι έτσι τι να κάνουμε δεν έχουμε όλοι τα ίδια δικαιώματα. Πάω να φύγω γιατί με κούρασες, πραγματικά.
Ο/Η Βήτα σταματάει να κάνει κύκλους γύρω από το παγκάκι και τον/την κοιτάζει στα μάτια και αρχίζει να ουρλιάζει ακατάπαυστα.
Βήτα: Κοίτα με! Εσύ με δημιούργησες! Εσύ με γέννησες! Κοίτα με…Μην γυρνάς το βλέμμα σου αλλού γαμώτο…
Ο/Η Βήτα κοιτάει τον/την Άλφα με δάκρυα στα μάτια και τον/την αναγκάζει να κάτσει κάτω, τον/την ακινητοποιεί και έρχονται σε απόσταση αναπνοής.
Βήτα: Κοίτα με…Είμαι εσύ…Δες τι μου έκανες και εσύ και όλοι οι άλλοι, μας βίασαν, μας έδειραν, μας έγδαραν, μας σκότωσαν και εσύ ακόμα δεν τολμάς να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη. Πως μας αφήνεις να ζούμε μέσα σε σκιές, να κρυβόμαστε μέσα σε στενά για να μην φάμε ξύλο-να μην προκαλούμε-να μην ζούμε; Είμαστε το ίδιο δεν το βλέπεις; Δώσε μου το χέρι σου και κοίτα μέσα στα λασπόνερα να μου πεις εσύ πόσα άτομα βλέπεις.
Ο/η Βήτα και Ο/Η Άλφα κοιτάζουν την μικρή λίμνη αίματος που τρέχει από τα σώματα τους, αυτή η μικρή λίμνη είναι γεμάτη από αποτσίγαρα, λάσπες και η αντανάκλαση είναι θολή.
Βήτα: Τώρα βλέπεις τι εννοώ. Σου οπλίζω το χέρι με την οργή μας, με τον πόνο μας…Σήκω και φύγε κάψε την πόλη, κάψε ότι υπάρχει στο διάβα σου και σώσε μας. Σώσε τον εαυτό μας. Έλα μαζί μου.
Ο/Η Άλφα κλείνει τα μάτια του/της και γονατίζει κάτω, χύνεται επάνω στις λάσπες και γίνεται ένα με τα αποτσίγαρα και τα σκουπίδια. Σείεται όλη του/της η ύπαρξη. Αρχίζει να κλαίει να ξεσπάει, να χτυπάει τα χέρια του/της επάνω στην σκηνή και ακούγονται από μακριά τα γαβγίσματα των σκύλων, αμάξια να περνούν και να χάνεται η οπτική επαφή με το κοινό. Ο/Η Βήτα έχει εξαφανιστεί.
Σβήνουν τα φώτα. Αλλαγή πλάνου.


Σκηνή δεύτερη: le silence.


Λευκά φώτα, ένα άδειο λευκό δωμάτιου ψυχιατρικής κλινικής εμφανίζεται και μέσα σε αυτό είναι ο/η Άλφα δίπλα του εμφανίζεται η μορφή του/της Βήτα. Απομεινάρια από σπασμένο καθρέπτη και αίματα γεμίζουν το χώρο όπως τα σκουπίδια στην προηγούμενη σκηνή. Ο/Η Άλφα κοιτάζει το πάτωμα και τα χέρια του/της που είναι γεμάτα χαρακιές και δαγκωνιές. Τα χέρια του είναι αγγελλόμενα από τον πόνο και πλέον καθώς έχει κόψει τόσο βαθιά χάνει πολύ αίμα και δεν έχει καμία επαφή με τα άκρα του. Είναι όρθιος/α και κοιτάζει το κομμάτι του καθρέπτη που είναι στη θέση του. Κοιτάζει επίμονα το είδωλο του/της και δεν βλέπει κανένα άλλο άτομο παρά μόνο τον/την ίδιο/α μέσα στο δωμάτιο. Κανένας άλλος δεν είναι εκεί. Ο/Η Βήτα κοιτάζει το κοινό και απευθύνεται σε αυτούς:
Βήτα: Σας οπλίζω με την οργή μου για τα χαμένα μας αδέρφια, παιδιά, φίλους, συγγενείς και συντρόφους  να μάθετε να παλεύετε για τα ΕΜΆΣ. Ζούμε σαν παράσιτα κρυβόμαστε να μην μας δει το φως…

Πλησιάζει κοντά στον/ην Βήτα ο/η Άλφα και παίρνει ένα κομμάτι γυαλί και με όλη του/της την δύναμη τον/την  μαχαιρώνει πολλαπλές φορές στην πλάτη αλλά καθώς υπάρχει  συμπλοκή πέφτουν και οι δύο κάτω. Ο/Η Βήτα πέφτει μπρούμητα και πεθαίνει και ο/η Άλφα σέρνεται κοντά του/της και βρίσκει το παλιό πακέτο με τα τσιγάρα. Ανάβει τσιγάρο με την τελευταία του/της δύναμη καθώς είναι ημίθανος/η και λέει δυνατά.
Άλφα: Σας οπλίζω με την σιωπή μου για τα χαμένα μας αδέρφια, παιδιά, φίλους, συγγενείς και συντρόφους να μάθετε να σιωπάτε για ΕΣΆΣ. Ζούμε σαν παράσιτα κρυβόμαστε να μην μας δει η αλήθεια…Η σιωπή σας είναι το μόνο όπλο μου για όλα αυτά που γίνονταν και θα συνεχίσουν να γίνονται…


Σιωπάτε…


ΖΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: