Αυγούστου 14, 2019

Αγαπητέ/η.

Αγαπητέ/η,

Δεν ξέρω, πως να αρχίσω να σου εξιστορώ την δυσμενή κατάσταση μου.
Καταλαβαίνω, το ξαφνικό του κειμένου μου αλλά δεν γίνεται αλλιώς.
Το θέμα της συζήτησης είναι η αγωνία. Αυτό το ατελείωτο αίσθημα αναμονής, που με καταλαμβάνει εδώ και δεκαετίες, θα σκέφτεσαι, πως μάλλον είναι λόγο της ηλικίας μου, που "παθαίνω" αυτές τις κρίσεις. Με τα λύπης μου σου απαντάω πως όχι, δεν είναι αυτό, σε διαβεβαιώ. Αυτή λοιπόν είναι, η ανάγκη μου, απλά να σε ανταμώσω, είναι ο φόβος. 
Ο φόβος, πως ίσως χάθηκε αυτή η σχέση, που είχαμε, η ανάγκη μου, όταν ξυπνάω να σε ιδώ δίπλα μου, να κοιμάσαι. Αυτή η αφελής σκέψη κάθε φορά, που χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού μου να σε δω. Ελπίζω να καταλαβαίνεις, αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι, που κάνουν την διαφορά.
Το ζήτημα παρόλα αυτά δεν είναι η εκπλήρωση των προσωπικών μου προσδοκιών, αλλά η βαθύτερη ανάγκη να προχωρήσω με την ζωή μου, χωρίς εσένα. Αυτή, νομίζω η ανθρώπινη απώλεια σου είναι, που με θλίβει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιθυμώ, τον οίκτο σου. Το μόνο, που θέλω είναι μια απλή απάντηση στην ερώτηση, που σου κάνω τόσα χρόνια. Παρόλα αυτά δεν την έχω  λάβει. Αγαπητή/έ θα μπω απευθείας στο θέμα, γιατί χάθηκε αυτή η επιτακτική ανάγκη για επικοινωνία; Γιατί πλέον, δεν είμαστε απαραίτητοι ο ένας στον άλλον; Πώς είναι δυνατόν να συνέβη αυτό; Το πρόβλημα είναι πως...
-Πες, ότι σου λείπει...
-Δεν γίνεται αυτό και το ξέρεις, δεν γίνεται...
-Μα είναι αλήθεια, πως δηλαδή, θα εξηγούσες με επιστημονικούς όρους αυτή την κατάσταση, που βιώνεις;
-Δεν γνωρίζω αυτή την απάντηση. Ίσως είναι καλύτερα να μην το στείλω.
-Μα, αν δεν το στείλεις θα συνεχιστεί αυτό το παιδαριώδες παιχνίδι.
-Σου είπα δεν θέλω να νομίζει, πως δεν έχω προχωρήσει με την ζωή μου, και ξέρεις πολύ καλά, πως η υπερηφάνεια μου είναι πάνω από κάθε άτομο, δεν θέλω να με περάσει για κανένα εμμονικό άτομο.
-Με το να στείλεις αυτό το γράμμα δεν γίνεσαι εμμονικό άτομο, απλά παραδέχεσαι τις αδυναμίες σου...Έτσι κι αλλιώς, πως γνωρίζεις την έκβαση της κατάστασης;
Στο δωμάτιο επικρατεί μια άβολη σιωπή. Ο μόνος ήχος, που ακούγεται είναι εκείνος του ρολογιού στον τοίχο. Ήταν ένα μεγάλο μαύρο ρολόι με λευκούς δείκτες, κάθε φορά, που περνούσε ένα δευτερόλεπτο όλο και περισσότερο έβλεπα τον εαυτό μου, να λιώνει μέσα σε αυτή την τεράστια λευκή καρέκλα. Τα χέρια μου ίδρωναν. Ένιωθα, πως δεν μου αρκεί το οξυγόνο, που έχω. Άρχισε, σταδιακά να θολώνουν τα γυαλιά μου, σιγά σιγά, πάθαινα κρίση πανικού. Ευτυχώς, βρισκόμουν σε φιλικό χώρο, όποτε το ζήτημα του χώρου με καθησύχασε για λίγο. Αργά και σταθερά άκουγα το ρολόι να χτυπά, και κάθε στιγμή υπολόγισα τις πιθανότητες, που είχα σε σχέση με τον χρόνο. 
-Λοιπόν, τι σκέφτεσαι να κάνεις;
-Ειλικρινά δεν ξέρω, ρεαλιστικά μιλώντας έχω δύο επιλογές: να αποδεχτώ το λάθος μου, και σταματήσω να κρύβομαι πίσω από μια αφελή δικαιολογία. Να αντιμετωπίσω την κατάσταση και από την άλλη απλά, να συνεχίσω, να υπάρχω, χωρίς να πάρω ποτέ απάντηση. Ξέρετε κάποτε έλεγαν, πως η σιωπή είναι χρυσός.
-Μάλιστα, η ειλικρίνεια και ο ρεαλισμός ήταν πάντα τα δυνατά σου στοιχεία σαν άνθρωπος.
-Ναι, αυτό είναι αλήθεια.
Ξαφνικά ακούγεται ο ήχος ενός μικρού κουδουνιού.
-Φοβάμαι, ότι ο χρόνος μας τελείωσε θα σε δω την επόμενη εβδομάδα.
-Αντίο.
-Καλή συνέχεια.
Και πάλι σιωπή. Αυτού του είδους η σιωπή, που σκέφτεσαι τόσα πολλά, αποκτά μια εντελώς γκροτέσκ αίσθηση, που απλά χρειάζεσαι να πας σε ένα μέρος γεμάτο δυνατούς ήχους, για να ταιριάζει το εξωτερικό περιβάλλον, με τις σκέψεις σου. Ίσως να θες να τα ανακατέψεις με μια δυνατή γεύση, σαν αυτή του ουίσκι. 
"Το ζήτημα είναι, πως μου λείπεις". 
"Σε χρειάζομαι, πίσω στη ζωή μου".
"Μαζί σου, θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος".
Είναι μερικά, από τα πράγματα, που δεν σου είπα. Το αστείο είναι, πως κάθε στιγμή, που περνούσε, τα ένιωθα, αλλά δυστυχώς κανένας μας δεν τα είπε πότε, υπονοούνταν μέσα στις σκιές. Στις κλεφτές ματιές και στα δυνατά γέλια, που ξύπναγαν τους γείτονες σου σχεδόν, κάθε βράδυ. Ήταν μεθυστικές οι στιγμές μέσα στα αποτσίγαρα και στο ποτό, μίλαγες για μουσική και τέχνη και εγώ σε θαύμαζα. Πλέον το μόνο, που έχει μείνει, είναι η βοή των κυμάτων της θάλασσας. Εκεί, που πηγαίναμε, σχεδόν κάθε βράδυ, του καυτού Αυγούστου, αλλά και τα σκοτεινά βράδια  δίχως φεγγάρι, κάποιον ξεχασμένο χειμώνα. 
Επίσης, αυτό, που έχει μείνει είναι η ανωφελής διασκέδαση, με την συνοδεία, κάποιου ποτού. Εκεί μέσα, έδειχνες, μπροστά στα μάτια των ηδονοβλεψιών θεατών τον σαρκικό σου πόθο. Ήμουν εκεί και σε θαύμαζα, με το βλέμμα μου, σε χάιδευα και τα χέρια μου μετατρέπονταν σε προεκτάσεις του σώματος σου. Δεν φαντάζεσαι πόσες φορές κάναμε παθιασμένα έρωτα μέσα σε αυτά τα μαγαζιά, μέσα στο μυαλό μου. Έτσι και σήμερα θα έρθω σε ένα από αυτά, το αγαπημένο σου να αναπολήσω.  Αυτή λοιπόν, είναι η  δική μου διέξοδος. Μέσα στο σκοτάδι, με τις γρήγορες εναλλαγές του κόσμου, που περνά από δίπλα μου, απλά σταματώ το χρόνο και βλέπω τους θαμώνες του νυχτερινού μαγαζιού, να οργιάζουν μπροστά στα μάτια μου, οι ιλιγγιώδεις ταχύτητες τους, μου φέρνουν ναυτία. Η αλήθεια είναι, πως πάντα απολαμβάνω την παρατήρηση των γύρω μου, σε κάτι τέτοιες. Να μαντεύω την προσωπική τους ιστορία. Έτσι, μου παρέχεται η δυνατότητα του αποπροσανατολισμού.  Σήμερα δεν ήταν μια από αυτές τις φορές. Απλά γινόταν και όλο χειρότερο. Κάθε στιγμή, που πέρναγε. Όταν αποφάσισα να φύγω, θαρρώ, πως σε είδα μέσα στο πλήθος, άλλα ξέρω πολύ καλά, πως δεν ήσουν εκεί απλά σε φαντάστηκα. Είσαι μια οπτασία, μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο. Τα μάτια σου λάμπουν μέσα στο ημίφως... Έκλεισα την πόρτα πίσω μου, και δεν ξανακοίταξα. 
Καθώς γύρναγα σπίτι, το κεφάλι μου έκαιγε και γυρνούσε συνεχώς, αναπολούσα τις στιγμές ακόμα και τα λεπτά, που ήμασταν μαζί. Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου με δυσκολία. Έτσι, όπως έβγαλα τα κλειδιά μου, μου έπεσε ένα λευκό τσακισμένο χαρτί. Αυτό το χαρτί είναι, που θέλω να αποτυπώσω όλα όσα σκέφτομαι και ποτέ δεν σου είπα από κοντά, αλλά ακόμα και τώρα φοβάμαι να σου πω. Βλέπεις, έγινα και εγώ ηδονικός, καθώς προσπαθούσα να σε αντικαταστήσω, αλλά όπως καταλαβαίνεις αυτό, δεν είναι δυνατόν. 
Καταλαβαίνω καλύτερα από όσο φαντάζεσαι, το ξαφνικό του γράμματος μου, καταλαβαίνω, επίσης το να μην με θυμάσαι.
Εγώ, όμως σε θυμάμαι, και το μόνο, που ζητάω είναι να με απαλλάξεις από αυτήν την απώλεια, που βιώνω από τότε, που έφυγες. Δεν είναι, πως δεν θέλω, να ευτυχίσεις. Σε καμιά περίπτωση δεν θέλω, να σε αναγκάσω.  Βλέπεις, θα φύγω για λίγο από εδώ, όχι ότι αυτό αφορά άμεσα εσένα, αλλά δεν μπορώ, να φύγω, καθώς η σκέψη σου, με στοιχειώνει, κάθε νύχτα, που περνάνε τις τελευταίες δεκαετίες. Το μόνο, που θέλω είναι να σταματήσει.
Δεν γίνεται να στείλω αυτό το γράμμα, σκέφτομαι. Στο λευκό χαρτί τώρα, έχει γεμίσει με μουτζούρες, με γράμματα και συναισθήματα, ίσως είναι καλύτερο να το περιορίσω λίγο, και να μείνω στα βασικά, ξανασκέφτομαι. Τα χέρια μου τρέμουν. Το χαρτί, πλέον δεν έχει άλλο χώρο να γράψω. Με ευλάβεια το αφήνω στο τραπέζι και το διαβάζω προσεκτικά. 
"Αγαπητή/ε ,". Κοιτάω και με μια γρήγορη κίνηση, το σκίζω. Το χαρτί κόπηκε σε πολλά ανισομερή κομμάτια, τα αφήνω επάνω στο τραπέζι μου κοντά στο ανοιχτό παράθυρο, έτσι τα παίρνει ο αέρας. Διασκορπίζονται μέσα στο δωμάτιο, ενώ μερικά φεύγουν μαζί με τον καπνό από το τσιγάρο μου έξω. 
Περνάει αρκετή ώρα, πλέον αρχίζω να κατασταλάζω στο τι ακριβώς θα γράψω. Σβήνω το τσιγάρο μου και κόβω μια λευκή σελίδα, από ένα τετράδιο και αρχίζω να την περιεργάζομαι.
Τέλος, το κοιτάζω με αρκετή υπερηφάνεια και λίγο τρόμο, που μπόρεσα να γράψω ξανά, από την αρχή, αυτά που ήθελα με μια εντελώς νέα οπτική γωνία.
 Το γράμμα ολοκληρώθηκε.
Και ήρθε η ώρα να το στείλω, πλέον δεν με νοιάζει η απάντηση, που θα λάβω. Έχω το προνόμιο να είμαι ειλικρινής, με τα αισθήματα μου.
Αυτή, η σχεδόν λευκή σελίδα, πλέον τα καταγράφει όλα. 
Αυτό, που ήταν λοιπόν, μέσα στο γράμμα δεν θα σου πω, τι έγραφε αλλά θα σου αφήσω μια ένδειξη ταπεινέ αναγνώστη μου. Έγραφε την λέξη, που δεν μπόρεσα ποτέ να πω. Σε κανένα άτομο εκτός, από τον/ην παραλήπτη του γράμματος. 


Καληνύχτα λοιπόν, καλή τύχη. 

ZN

Δεν υπάρχουν σχόλια: