Ιανουαρίου 13, 2019

Σιωπή.


Σηκώνεσαι από το κρεβάτι τον βλέπεις δίπλα σουρεαλισμός, άπραγο να σε κοιτάει μέσα στα μάτια σαν μικρό παιδί ,να σε ξυπνάει με φιλιά.
Κανείς δεν είναι εκεί. Κοιτάς γύρω σου χάος, με δυσκολία καταφέρεις να σταθείς στα πόδια σου, κάνεις μερικά βήματα. Σέρνεσαι μέχρι το μπαλκόνι , μόνη σωτηρία σου το πακέτο με τα τσιγάρα και τα σπίρτα. Ανάβεις, θυμάσαι, να σε κοιτάει με επικριτικό βλέμμα, ενώ σου γκρινιάζει, πώς καπνίζεις πολύ και συνέχεια σε παρότρυνε να το κόψεις, εσύ από την άλλη τον αγκάλιαζες, ακούμπαγες στο στέρνο του σαν μικρό παιδί και άκουγες τον χτύπο της καρδιάς του, τον λόγο ύπαρξης σου. 
Τρέμεις.
Ζαλίζεσαι.
Παραπατάς.
Εύχεσαι να ήταν εδώ, όπως παλιά, που δεν φοβόσουν και σε κράταγε στη ζωή η ματιά του, ο πόθος σου να τον δεις. Αυτός, που ακόμη κι αν έχει φύγει είναι δίπλα σου, παντού γύρω σου και μέσα σου. Καταραμένες αναμνήσεις, τιμωρήστε την ακόμη μια φορά. Πρέπει να φύγεις από εδώ, να ξεφύγεις από το χάος ,από το σκοτάδι του παρελθόντος .Φοβάσαι, ότι αυτό το σπίτι, αυτή η ζωή είναι ποτισμένη με το άρωμα του.
Φεύγεις, περιπλανιέσαι μέσα στο άγνωστο της νύχτας. Μέσα σε δρόμους έρημους, μέσα σε πάρκα άδεια. Τρέχεις, προσπαθώντας να ξεφύγεις από τις σκιές που ξεπροβάλλουν μέσα από τους τοίχους, μορφές απόκοσμες ξεχασμένες, από τα μάτια του κόσμου.
Θυμάσαι; Ένα βράδυ τις είχες δει να σε κοιτάνε επίμονα και παρατήρησες, πώς όταν τις κοιτούσες ανταποκρίνονταν με ματιές και ουρλιαχτά, που διαπερνούσαν την σάρκα σου και πάγωναν την ψυχή σου. Τα ουρλιαχτά τους, που αν τα παρατηρούσες καλύτερα σχημάτιζαν λέξεις.
Θυμάσαι; Λέξεις που σου έλεγε εκείνος...υποσχέσεις που ποτέ δεν κράτησε και λόγια ίδια με το φύσημα του ανέμου. Ο μόνος άνθρωπος, που εμπιστεύτηκες. Φτάνεις στο λιμάνι. Εδώ για πρώτη φορά τον είχες δει να αγναντεύει την θάλασσα σιωπηλός. Εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες με τις ατελείωτες συζητήσεις, ώσπου να ξημερώσει.
Θυμάσαι που σαν τον κοιτούσες, έπεφτε το φως του φεγγαριού μέσα στα μάτια του που έλαμπαν και έσπαγε την σιωπή του. Κάθε νύχτα, ήταν εκεί και σε περίμενε σαν να ήξερε από την πρώτη στιγμή, τι θα ακολουθούσε. Ξαφνικά βλέπεις το παγκάκι, που αντάλλαξε το πρώτο σας φιλί, εκεί που σε κράταγε αγκαλιά ατελείωτες ώρες και που του μίλαγες σαν να τον ήξερες από πάντα. Που γέλαγε και ένιωθες ζωντανή. Ξεσπάς σε κλάματα. Κόβεται η ανάσα σου. Χάνεις την γη κάτω από τα πόδια σου. Πνίγεσαι μέσα στην σιωπή σου. Νιώθεις να χάνεις τα πάντα. Πέφτεις κάτω, δεν έχεις πλέον τη δύναμη να σηκωθείς .Η μόνη σου σκέψη που σου τριγυρνάει το μυαλό, που σου τρώει αργά τα σωθικά είναι Γιατί έφυγες;
Νιώθεις νεκρή.
Όμως ξέρεις, πως είσαι ήδη νεκρή.
Η πόλη είναι σκοτεινή, επιβλητική. ψάχνεις κάπου να βρεις ένα γνωστό σημείο. Ένας λαβύρινθος γεμάτος από κόσμο, φωνές και καπνό .Οι σκιές είναι ακόμη πίσω σου, δεν έχουν φύγει, αρχίζουν να σε φτάνουν. Περνάς ανάμεσα στον κόσμο και τους κοιτάς γεμάτη φόβο, αλλά κανείς δεν σε βλέπει. Σε βλέπουν μα δεν σε κοιτάζουν.
Βλέπεις τώρα τις σκιές να διαπερνούν μέσα από τα κενά σώματά τους. Τους φιμώνουν. Αηδιάζεις, προσπαθείς να τις αποφύγεις ,ουρλιάζεις ζητάς έλεος! Κανείς δεν σε ακούει. Είσαι μόνη σου. Βλέπεις το σπίτι σου. Τρελαίνεσαι, αλλά πρέπει να φανείς δυνατή. Τότε μια τρελή ιδέα διακατέχει το μυαλό σου βγάζεις, από την τσέπη σου τα σπίρτα.
Μπαίνεις μέσα στο σπίτι και βλέπεις ένα χάος, κοιτάς, μα δεν βλέπεις. Φοβάσαι πως θα δειλιάσεις αλλά πλέον είναι πολύ αργά για λιποψυχίες! Αν δεν το κάνεις τώρα θα παραμείνεις άπραγη για πάντα. Τον σκέφτεσαι να σε κυνηγάει μέσα στο σπίτι τότε που το σπίτι ήταν γεμάτο χαρά.
Εκείνον, που έφυγε, έτσι απλά από την ζωή σου. Πήρε ένα βράδυ τα πράγματά του και ποτέ δεν γύρισε. Πάνε τρία χρόνια από τότε ποτέ δεν το ξεπέρασες. Τον μισείς αλλά πιο πολύ εκείνη, που στον έκλεψε. Αυτό το μίσος τώρα σου οπλίζει το χέρι και παίρνεις το μπιτόνι.
Θες να τον τιμωρήσεις. Να τον σκοτώσεις. Μπαίνεις μέσα στην βιβλιοθήκη του. Τα ράφια που στολίζουν τους τοίχους, ξεχωρίζεις ένα. Το πρώτο βιβλίο, που σου πήρε δώρο. Δακρύζεις.
Το σπίτι γεμάτο σιωπή. Αυτοί οι άσπροι τοίχοι σε τρελαίνουν.
Ακούς κραυγές να προέρχονται από τους τοίχους. Ακούς την φωνή του, να σιγοτραγουδάει ένα νανούρισμα, που σου έλεγε η μάνα σου. Τον ακούς να γελάει, γιατί μέσα σε αυτό το δωμάτιο είχες κλείσει το γέλιο του. Αγγελική η μορφή του. Ήταν μοναδικός. Δεν αντέχεις άλλο κάψτα όλα ,τι σκέφτεσαι!
Παίρνεις το μπιτόνι και αρχίζεις και βρέχεις με μανία τα ράφια. Κοιτάς γύρω σου σκοτάδι .Οι σκιές στους τοίχους σε τρομάζουν αλλά δεν σε νοιάζει. Φεύγεις από το δωμάτιο, ανοίγεις την πόρτα του υπνοδωμάτιού σας. Οι σκέψεις σου μπαίνουν σε τάξη. Αρχίζεις να λούζεις όλο το δωμάτιο μέσα στην βενζίνη. Ξαπλώνεις νωχελικά επάνω του και ανάβεις τσιγάρο. Το τσιγάρο τελειώνει όπως και ο χρόνος σου, σε λίγο θα ξημέρωνε .Πετάς την αναμμένη γόπα στην κουρτίνα. Η κουρτίνα αρχίζει να φλέγεται, τα χρώματα, που παίρνει είναι τόσο όμορφα και ζωντανά, όσο ποτέ άλλοτε. Δίπλα στο κρεβάτι το μπιτόνι μισό άδειο να σε καλεί.
Με σταθερό χέρι το κρατάς και λούζεσαι. Κρατάς τα σπίρτα και με γρήγορες κινήσεις ανάβεις το πρώτο ,το πετάς στο χαλί. Από την βιβλιοθήκη βγαίνουν οι φλόγες και η μυρωδιά των καμένων βιβλίων σε ερεθίζει. Έχει τυλιχτεί στις φλόγες όλο σου το σπίτι και στα αυτιά σου αντηχεί η μουσική από το τελευταίο σας βάλς.
Γαλήνη. Χαμογελάς ανάβεις το τελευταίο σου τσιγάρο και σκέφτεσαι την τελευταία του φράση
"Εγώ θα είμαι πάντα εδώ".
Το τσιγάρο τελείωσε .
Και το ρίχνω πάνω μου.
Γίνομαι ένα με τις φλόγες.
Και τώρα επιτέλους.

Σιωπή.

ΖΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια: