Κοιτάω τον κόσμο να
περνάει και κοιτάω συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις του δρόμου σαν κάτι να
περιμένω που όμως δεν έρχεται ποτέ. Παρατηρώ μέσα από τη χαραμάδα μιας κλειστής
πόρτας .Καρτερώ πάνω από ένα τηλέφωνο που όμως ποτέ δεν χτυπάει. Χαμένος μέσα στις
σκέψεις, μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω τις μέρες που διαδέχεται η μια μετά την άλλη, αρχίζω να νιώθω πως είμαι
εγκλωβισμένος και να με καταπίνει η σιωπή στο διαμέρισμα μου που γίνεται αποπνικτική
.Ο αέρας που φυσάει μέσα από το παράθυρο με παρασέρνει να βγω έξω και να αρχίζω
να ψάχνω για κάποιον.
Σεπτεμβρίου 28, 2018
Ασφυξία.
Σεπτεμβρίου 23, 2018
Το καθαρτήριο.
Έρχεται ο καιρός και το κτήνος θα ξυπνήσει από τον λήθαργο του και θα ανεγερθεί από τις στάχτες.
Θα γεμίσουν οι δρόμοι ζόφο και αίμα, ο άνεμος θα μυρίζει και
θα παρασέρνει στο πέρασμα του τα υπολείμματα από τα αποκαΐδια σας.
Θα ξεσκίσει τις ψυχές σας και το μίσος μου θα χορεύει ρυθμικά
σαν σε έκσταση στον ήχο των ουρλιαχτών σας που θα ζητάτε έλεος.
Είθε τώρα που με καταδιώκετε να απολαύσετε την παροδική νίκη
σας, να αδράξετε καλά αυτήν εδώ την στιγμή και να φυλάξετε αυτές τις αναμνήσεις
γιατί θα είναι οι τελευταίες σας.
Η οργή του αποτελεί ηδονή για εμένα και το άρρωστο μυαλό μου.
Θα γελώ υστερικά από
την αιώνια φυλακή μου.
Θα απολαύσω κάθε λεπτό, κάθε δεύτερο που θα περνάει μέχρι να
κλείσω τα μάτια μου.
Τα απομεινάρια της
νεκρής σάρκας θα τα κάνω τέχνη και θα ζωγραφίσω με το αίμα σας, θα γευτώ την καμένη
σάρκα σας.
Θα σας κάνω να μετανιώσετέ για τον πόνο που σπείρατε μέσα μου, μέσα σε μια αθώα και
άλλοτε αγνή ψυχή.
Είθε να ανεγερθούν οι
πύλες της κολάσεως και εκεί να δείτε τον Δημιουργό σας, να κείτεται νεκρός.
Από τις στάχτες θα συνθέσω μελωδίες ακόμη και μουσική όπου
θα ηχεί ατέρμονα στους αιώνες.
Με τα κρανιά σας θα παίξω επάνω σε άδειες σκηνές θεάτρων .
Θα χορεύω αρμονικά με τους μανιασμένους οδυρμούς των απογόνων
σας που θα διαμελίζονται μπροστά στα μάτια των αγαπημένων τους.
Είθε να γνωρίσετε τώρα τον δικό μου δημιουργό.
Θα το κρύψω από τα μάτια του κόσμου για λίγο ακόμη , μέσα
στον υδάτινο τάφο μου.
Μυρίζω ήδη τον πόνο που θα σπείρει μπορώ σχεδόν να τον γευτώ.
Οι σαλπιγκτές αρχίζουν να παίζουν το εμβατήριο του τέλους .
Σείεται η γη και το φως χάνεται.
Σεπτεμβρίου 22, 2018
Το κτήνος.
Η πρώτη επαφή.
Η ενσάρκωση της τρέλας.
Νιώθω.
-Tι
νιώθεις?
-Τι νιώθω?
Νιώθω έναν αέναο και συνεχές άλγος. Βλέπω την ύπαρξη μου να
διαλύεται. Νιώθω, πως η μάσκα μου καταρρέει συνεχώς και τα θρυμματισμένα κομμάτια
κείτονται κάτω στο πάτωμα. Προσπαθώ να τα μαζέψω, μα όταν τα ακουμπάω γίνονται σκόνη, που τα παίρνει ο άνεμος.
Παρατηρώ, πως η συνεχής και ακατάληπτη προσπάθεια, που έχω κάνει
να ταρακουνιέται συθέμελα και να λικνίζεται ρυθμικά στα ρίχτερ ενός ανώτερου ψυχικά κατεστημένου, σαν τον
πύργο της Βαβέλ, όπου όσο κι αν τρέχω να προλάβω, δυστυχώς εκείνο όλο και
απομακρύνεται μέσα στις σκιές της μίζερης μου ύπαρξης.
Νιώθω, τις πιο διεστραμμένες και απρόσιτες πτυχές του εαυτού
μου να αναδύονται, μέσα σε ένα κύμα οργής και θυμού να παίρνουν όψη, ψυχή και
σάρκα, να αναδύονται μέσα από το συναισθηματικό χάος του μυαλού μου και να
γεννάται αργά και σταθερά ένα άνθος. Το άνθος του μίσους.
Νιώθω, τον εαυτό μου να θρυμματίζεται, να συρρικνώνεται και
να χωράει σε μια χούφτα παιδιού.
Να πετιέται κάτω με οργή και να σπάει σαν γυαλί όλη μου η
ύπαρξη, και το άνθος να παίρνει τη θέση της λογικής και της συνείδησής μου, να
με παρασέρνει σε απόμακρα μέρη του μυαλού μου, να μου δείχνει την αλήθεια την
αλήθεια, που τόσο καιρό αγνοούσα, την αδυναμία της ύπαρξης μου αλλά και
ολόκληρου του ανθρώπινου είδους. Τον πόνο και την θλίψη τώρα να μου οπλίζουν τα
κατεστραμμένα μου χέρια, που είναι γεμάτα πληγές και να απελευθερώνεται η
ενέργεια μου, μέσα από το αίμα και τη φωτιά. Να μου γελάνε με ειρωνεία και η
ενέργεια μου να συμπυκνώνεται, μέσα στο σώμα μου.
Αφουγκράζομαι την
κραυγή του σπασμένου εαυτού μου, που μου προκαλεί ηδονή και ο πόνος της σάρκας να
γίνεται απόλαυση, ο μόνος μου σκοπός τώρα πια είναι η τιμωρία της.
Νιώθω, πως η πνευματική αναζήτηση μου μόλις άρχισε και
γνωρίζω, πως θα είναι δύσκολο να ανακαλύψω και να κατανοήσω την αλήθεια, όμως ο
οδηγός μου στο ταξίδι με στηρίζει και το άνθος του μίσους θα είναι εκεί, και θα απορροφάει
την ενέργεια μου, έτσι θα ανθίζει και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Μέσα σε
χιονισμένα τοπία, θα είναι εκεί, μέσα σε πυρήνα μέτωπα, θα είναι εκεί, να
διαισθάνεται την καμένη μου σάρκα, ακόμη
κι αν προσπαθήσω να το αποβάλω θα είναι εκεί. Όπως ήταν πάντα μέσα μου.
Σταματάω πλέον την προσπάθεια να το ξεριζώσω, όπως άλλοτε, τώρα θα το προστατεύω. Γνωρίζω, όμως πως ο άνθρωπος ποτέ δεν είχε θέση στον άυλο, αυθύπαρκτο κόσμο
των ιδεών αλλά σαν ένας νέος Δάντης θα προσπαθήσω να παραβρεθώ, να δω και να
κλέψω την αλήθεια, σαν ένας άλλος Προμηθέας να μεταλαμπαδεύσω στη νεκρή μου όψη, τα αληθινά χαρακτηρίστηκα της και να την ολοκληρώσω. Να πάω κόντρα στη φύση μου
και να μεταμορφωθώ από ημιτελές βδελυρό πλάσμα, σε ένα πλάσμα ολοκληρωμένο. Όσο
δύσκολο κι αν είναι, θα συνεχίσω το ταξίδι μου και εν τέλει, να φτάσω το ανώτερο
ψυχικά πλάσμα, που πάντοτε μου προκαλούσε δέος, μα και φόβο. Να το κοιτάξω
κατάματα και να του κρατήσω το χέρι. Αυτός είναι ο σκοπός μου, να αναδυθώ από
τις στάχτες του εαυτού μου.
-Τι νιώθω? Νιώθω το μίσος να μου οπλίζει το χέρι να
σηκώνομαι και να προχωράω, να με παρασέρνει το πάθος μου, μα η λογική μου πλέον
να είναι ο σταθερός παράγοντας, που πάντοτε ήταν. Βλέπεις η μάσκα μου έπεσε, αλλά
υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο πίσω από αυτήν,το πραγματικό πρόσωπο μου.
Νιώθω πάλι ο εαυτός μου.
Απριλίου 17, 2018
Κανένα ωραιοποιήμενο ταξίδι.
Ήταν θυμάμαι μια από τις πιο κρύες νύχτες που είχα ζήσει,
εκείνο το καλοκαίρι.
Όπως έλεγαν εκείνοι ήμουν καθαρή ένα ολόκληρο χρόνο, μέσα σε
εκείνο το σάπιο μέρος.
Καθαρή...μια λέξη με τόσα νοήματα.
Και τι σημαίνει άραγε καθαρή νομίζεις πώς ξέρουν?
Θα σου πω εγώ, τι σημαίνει. Αβάστακτοι πόνοι να κυριαρχούν
το κορμί σου κάθε λεπτό, που αναπνέεις. Να λιώνει το βλέμμα σουρεαλισμός. Να
χάνεσαι μέσα στο λευκό κλουβί, που σε κρατάνε αιχμάλωτο σαν το αγρίμι. Να
νιώθεις τις φλέβες σου να σπάνε και κάθε μέρα. Να την αποζητάς όλο και
περισσότερο. Να πέφτεις κατάχαμα στο πάτωμα και να έχεις σπασμούς σε όλο σου το
σώμα κάθε μέρα. Να επιδιώκεις τον θάνατο. Στα χέρια μου βλέπω τα σημάδια της
σύριγγας και να κόβομαι στα δυό. Το τοπίο να 'ναι θολό και μέσα του να
αργοσβήνει το μυαλό μου. Να πεθαίνεις κάθε νύχτα στο κρεβάτι του κέντρου-το
κρεβάτι του θανάτου-.Θα προτιμούσα εκείνη την τελευταία φορά να την είχα κάνει
καθαρή την δόση με ακούς? Να τελείωνε αυτό το μαρτύριο. Να έκανα εκείνο το
ταξίδι που τόσο επιθυμούσα στην άσφαλτο.
Το κέντρο αποτοξίνωσης ήταν το μέρος όπου χωρούσαν όλα τα
πρεζάκια της Αθήνας και των περιχώρων σαν και του λόγου της. Το μέρος όπου
έχασε και το μυαλό της.
Ξέρεις και τα πρεζάκια έχουν δικαιώματα, φώναζα, μα κανείς
δεν με άκουγε. Είμαστε και εμείς άνθρωποι, σαν και εσάς, όμως μας έβλεπαν και
ποτέ δεν μας κοίταζαν στα μάτια. Είμαστε τα φαντάσματα της νυχτερινής Αθήνας, η
πόλη ανήκει σε εμάς την νύχτα! Για όλους αυτούς δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά
βδελύγματα της δίκαιης και συνετής κοινωνίας Τους. Όλοι μας κάνουν πέρα! Ακόμη
και η ύπαρξη μας μόνο είναι τόσο αποκρουστική, που με μια κίνηση η "καθώς
πρέπει" μητέρα αποστρέφει την προσοχή στο μικρό της αγγελούδι, που σε
ηλικία μόλις 4 ετών, αντικρίζει το πρώτο πτώμα στα στενά της Αθήνας μέρα
μεσημέρι, κάπου στην οδό Πανεπιστημίου. Το τραβάει δυνατά από το χέρι, με
επικριτικό βλέμμα, το προστάζει να κοιτάξει αλλού και εκείνο υπακούει, που να
φανταζόταν, όμως ότι ακριβώς μετά από 16 μόλις χρόνια "το μικρό της
αγγελούδι" θα ήταν εκείνο στη θέση αυτή ,να κείτεται νεκρή στην άσφαλτο,
με μόνο της υπάρχων την πλαστική της σύριγγα κολλημένη στο χέρι.
Είμαστε τα παιδιά ενός κατώτερου θεού. Να βρισκόμαστε στην
άσφαλτο νεκροί και μόνοι. Να ουρλιάζουμε από πόνο και κανείς να μην μας ακούει,
ούτε ο ίδιος ο Θεός. Αυτός ο Θεός που ποτέ δεν είδα την ευσπλαχνία στο βλέμμα
του. Τον μισώ τον Θεό με ακούς? Ξέρω καλά, πως αυτές τις τελευταίες μου ώρες,
τον νιώθω, να με παρατηρεί και να γελάει επικριτικά, εις βάρος μου.
Είναι τόσο ειρωνικό δεν το βλέπεις?
Σήμερα νωρίς το πρωί με άφησαν ελεύθερη να φύγω από το
κέντρο αποτοξίνωσης.
Ένιωθα τον ήλιο να καίει τη σάρκα μου. Σήκωσα να κοιτάξω τον
γαλανό ουρανό μα το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν την μεγάλη πινακίδα του
απέναντι κτηρίου .Τα μάτια μου έτσουζαν. Η καμένη βενζίνη των οχημάτων σε
συνδυασμό με το θερμόμετρο να αγγίζει τους, 43 βαθμούς κελσίου υπό σκιά, με
έκανε να λιώνω. Η Αθήνα καιγόταν κυριολεκτικά. Η ένταση στο κέντρο της πόλης με
έκανε, να θέλω, να τρέξω μακριά. Δεν είχα συνηθίσει να βλέπω την Αθήνα πρωί και
ομολογώ, πως το χάος της πόλης με παρέσυρε. Η φασαρία της, το πλήθος ανθρώπων
κοινωνικά απομονωμένο στη δική του γκρίζα πραγματικότητα με έκανε να καταλάβω,
πώς δεν είχα λείψει, ούτε μια μέρα. Η πρώτη μου σκέψη τώρα, που είμαι πλέον
ελεύθερη, ήταν να γίνω ένα με τον ρυθμό της. Να γίνω ένα με την άλλη πλευρά της
πόλης, που ποτέ δεν είχα προλάβει να δω. Να ακολουθήσω τους φρενήρεις ρυθμούς
της. Έτσι άγνωστη μεταξύ αγνώστων, επιβιβάστηκα στο Μετρό, με προορισμό το άγνωστο.
Περιπλανήθηκα όλη τη μέρα σχεδόν όμως ήξερα πώς η ώρα
ερχόταν και αυτή τη φορά ήμουν έτοιμη άρχιζα να νιώθω το αίμα μου να βράζει,
την καρδιά μου να με τσιμπάει, το στέρνο τις παλάμες μου να ιδρώνουν. Γύρω στις
δώδεκα το βράδυ είχα φτάσει.
Ακολούθησα την άλλοτε γνωστή διαδρομή μου προς τη στοά. Όμως
κάτι είχε αλλάξει. Δεν μπορούσα να το προσδιορίσω αλλά ένιωθα αλλόκοτα. Η
διαδρομή ήταν γνωστή. Χωρίς να το καταλάβω άρχιζα και ένιωθα τις φλέβες μου να
κάνουν σπασμούς ξανά. Έτρεμαν τα πόδια μου.
Μήπως θα έπρεπε να φύγω; "
Μπορώ να αλλάξω το τέλος μου, μπορώ να γυρίσω στο σπίτι μου
και όλα αυτά να τελειώσουν".
Σταματάω. Άρχιζα να αναπολώ το σπίτι μου, το πρόσωπο της
μάνας μου. Το χαμόγελο της. Δάκρυα άρχιζαν να κυλάνε στο ωχρό μου πρόσωπο. Το
βλέμμα αηδίας κάθε φορά που γύρναγα στο σπίτι "φτιαγμένη", όμως η
μανούλα μου, ποτέ δεν ήταν εκεί. Ποτέ δεν ήθελε να με δει σε αυτήν την
κατάσταση, έτσι δούλευε ατελείωτες ώρες ή κοιμόταν στον γκόμενο.
Μόνο ο μεγάλος καθρέφτης στο σαλόνι ήταν εκεί και το είδωλό
μου που διαγραφόταν μέσα του. Ένα είδωλό αποκρουστικό. Μέσα του έβλεπα μια
κοκαλιάρα με ωχρή όψη και με τρυπημένες φλέβες. Ματιά βυθισμένα στο σκελετωμένο
κρανίο της, με μαλλιά άλλοτε μακριά μαύρα, τώρα ξυρισμένα σύριζα .
Η μάνα μου δεν ήρθε να με δει ποτέ στο κέντρο, ούτε μια
φορά. Άρχιζα, να γελάω με μανία! "Εγώ σε κάθε ΓΑΜΗΜΕΝΗ επίσκεψη σε
περίμενα! Που ήσουν, όταν έλιωνα στον δρόμο; Που ήσουν, όταν με μάζευε η
αστυνομία; Που είσαι τώρα;" Ούρλιαζα μέσα στο δρόμο. Τα πόδια μου δεν
άντεξαν και έπεσα. Πονάω, γιατί ποτέ της δεν μου στάθηκε. Οι σπασμοί στο σώμα
μου αρχίζουν και γίνονται αβάστακτοι "άλλο ένα ξέσπασμα" σκεφτόμουν
και καμιά βοήθεια από πουθενά. "Ήθελα μόνο να έρθεις και να με πάρεις από
εκείνη την επίγεια κόλαση και να πηγαίναμε μαζί σπίτι! Που είσαι;" Η φωνή
μου άρχιζε να σπάει. Τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα και οι ερωτήσεις αυτές έπαιζαν
σε επανάληψη ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι μου και η μόνη μου σκέψη ήταν, πως
έπρεπε απόψε να φέρω, εις πέρας την μεγαλύτερη επιθυμία μου.
Κράταγα το κεφάλι μου σφιχτά και όντας κουλουριασμένη
αποφάσισα να κάτσω εκεί για λίγο, κάτω στα καυτά, βρώμικα και σπασμένα πλακάκια
της Οδού Τοσίτσα. Τα χέρια μου έτρεμαν, χρειαζόμουν επειγόντως την δόση μου.
Πιάνω από την ξεφτισμένη τσάντα μου ένα κλεμμένο πακέτο τσιγάρα. Το κοίταξα,
άνοιξα και είδα ότι είναι το τελευταίο δίπλα του δεσπόζει η μικρή μου σύριγγα.
Ανάβω τσιγάρο, όσο περνάει η ώρα οι σπασμοί άρχιζαν και υποχωρούν. Τα χέρια μου
σταματάνε να τρέμουν και εγώ άρχιζα να χάνομαι στις σκέψεις μου.
Όλη μου η ζωή ήταν ένα ταξίδι, σκεφτόμουν. Μια διαδρομή
πάντα κάπου ήθελα να πάω.Σήμερα θα ήταν το τελευταίο μου.
Έσβησα το τσιγάρο. Πέρασα το δρόμο και τώρα είμαι στην
τελική ευθεία του δρόμου. "Ο εκδότης του εισιτηρίου μου ήταν εκεί, στο
ίδιο σημείο κάθε μέρα, πούλαγε τα εισιτήρια του στις χαμένες ψυχές για το
ταξίδι τους.
-Χάθηκες, που ήσουν Αννούλα μου τόσο καιρό; Έλα σε έχω
φτιάξει...το γνωστό να φανταστώ; Μου λέει με σταθερή φωνή.
Τον αντίκρισα και είδα πως και εκείνος είχε αλλάξει πολύ
είχε χλομιάσει και μύριζε από πάνω μέχρι κάτω χόρτο. Με σιγουριά του λέω
-Όχι θέλω καθαρή σήμερα Παύλο...και μεγάλη δόση έχω
λεφτά". Με κοιτάει με απόρροια και αρχίζει να φωνάζει.
-Μικρή μην κάνεις καμιά μαλακία και βρω εγώ το μπελά μου!
Εγώ μωρή μαλακισμένη φυλακή δεν ξανά πάω! ακούς μωρή; Τα μάτια του γυάλιζαν.
Χωρίς να το καταλάβω με είχε κολλήσει στον τοίχο και με
πίεζε με δύναμη στο λαιμό .Τα πόδια μου δεν ακούμπαγαν το έδαφος, δεν μπορούσα
να αναπνεύσω. Τα ματιά του έλαμπαν και οι φλέβες του προσώπου του είχαν όλες
διογκωθεί. Μέσα στα μάτια του διέκρινα φόβο και απελπισία. Φόβο να μην
ξαναπεράσει, ότι είχε περάσει στο παρελθόν. Πρώτη φορά έβλεπα τον Παύλο να
εκφράζεται. Αυτό σήμαινε, πως δεν είχε χάσει τα πάντα. Μέσα στο πνιγμό μου
χαμογέλασα, αφού το είδε σταμάτησε να με σφίγγει και με έσυρε αργά κάτω στο
έδαφος με το χέρι του ακόμη στο λαιμό μου.
-Τι την θες τη καθαρή; Θα πας το ταξίδι τελικά;
-Ναι Παύλο ήρθε η ώρα μου... Αποκρίθηκα με σιγουριά μέσα
μου. Σήμερα είναι η βραδιά μου, σκέφτηκα.
-Καλό ταξίδι μικρή θα μου λείψεις.
Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε.Και τώρα...
Κανένα ωραιοποιημένο τέλος για την ηρωίδα.
Ήταν ακόμα ένα παιδί που ξεψύχησε στην άσφαλτο.
Κανένα δακρύβρεχτο αντίο.
Καληνύχτα Αθήνα...
Με θυμάμαι θολά να περπατάω με τη καρδία στο στόμα να
καταρρέω μέσα στο δρόμο και κοιτάω γύρω μου γεμάτη φόβο αλλά και με νοσταλγία.
Τώρα ετοιμάζομαι να φύγω επιτέλους.
Είμαι εδώ σε ένα στενό της Πανεπιστημίου κάθομαι σε κάτι
σπασμένα σκαλοπάτια από μάρμαρο. Απλώνω τα τσακισμένα πόδια μου στο πεζοδρόμιο,
τα νιώθω να καίνε. Ξεκινάω την γνωστή προετοιμασία βήμα προς βήμα.
Βήμα πρώτο: Δένω σφιχτά το λάστιχο ξανά στο χέρι μου πόσο
μου έλειψε η αίσθηση του πλαστικού επάνω στη πονεμένη σάρκα μου να με πιέζει με
δύναμη.
Βήμα δεύτερο: Θολώνει το μυαλό μου και εστιάζω στο στόχο μου
χωρίς να σκέφτομαι τίποτα άλλο ,όμως φευγαλέα, μου περνάει από το μυαλό το
πρόσωπο της μητέρας μου.
Βήμα τρίτο: Βγάζω από τη τσέπη μου τον αναπτήρα. Κοιτάζω με
προσοχή το τσακισμένο κουτάλι.
Κάτι διακόπτει τον συλλογισμό μου...
Κοιτάω έντρομη το δρόμο, καθώς από μακριά ακούω φασαρία ,να
μην με πιάσουν, οι μπάτσοι, όχι αυτή τη φορά, αν βιαστώ, δεν θα με προλάβουν,
όπως την προηγούμενη φορά.
Θέλω να ταξιδέψω.
Εστιάζω στη δουλεία μου.
Βήμα τέταρτο: Βγάζω το εισιτήριο μου από το σακουλάκι και το
αδειάζω στο κουτάλι και βγάζω το τελευταίο κομμάτι βαμβάκι από τη τσάντα μου.
Κόβω με τα βρόμικα μου χέρια ένα μεγάλο κομμάτι και το τοποθετώ επάνω στο
κουτάλι .
Βήμα πέμπτο: Βγάζω την σύριγγα από το πακέτο με τα τσιγάρα
και την τοποθετώ επάνω στο βαμβάκι και ρουφάω την καθαρή μου δόση.
Βήμα έκτο: Χτυπάω με τα δύο δάχτυλα μου την φλέβα στο
μπράτσο με ευλάβεια. Βάζω την σύριγγα στη φλέβα μου. Τραβάω λίγο αίμα και το
αναμιγνύω με την δόση.
Βήμα έβδομο: Σφίγγω και άλλο το λάστιχο στο μπράτσο μου.
Βήμα ένατο: Γεμίζω τη σύριγγα.
Βήμα δέκατο: Και τελευταίο πατάω τη τελευταία καθαρή δόση
και ξεσφίγγω το λάστιχο και νιώθω την ηρωίνη να μου παγώνει την ψυχή και τις
φλέβες μου να συστέλλονται, όλο και πιο γρήγορα, όπως παλιά.
Κοιτάω για μια τελευταία φορά τον ουρανό. Σήμερα έχει
πανσέληνο. Αντικρίζω την Αθήνα για μια τελευταία φορά. Κλείνω τα μάτια μου.
Είμαι έτοιμη.
Την τελευταία στάση στο ταξίδι μου.
Κανένα ρομαντικό ταξίδι.
Κανένα ωραιοποιημένο τέλος για την ηρωίδα.
Ήταν ακόμα ένα παιδί που ξεψύχησε στην άσφαλτο.
Κανένα δακρύβρεχτο αντίο.
Καληνύχτα Αθήνα...
ΖΝ