Ιανουαρίου 22, 2024

Le vieux cauchemar

 

Ας μιλήσουμε άλλη μια φορά για εσένα. Για εσένα, που μαζί σου πέρασα μια μαρτυρική αιωνιότητα. Για μια άλλη γαμημένη φορά, θα αναφερθώ σε εσένα. Ξανά.

Σε εσένα, που κατοικοέδρευες μέσα μου. Που σε κουβαλώ απάνω μου, σαν μαρτυρικό σύμβολο, σαν μια ουλή, από κάποιο σοβαρό τραυματισμό, που όμως πια δεν φαίνεται και έχει ενσωματωθεί μαζί με την υπόλοιπη μορφή μου. Που τα δάκρυα μου σου ανήκαν. Και σου ανήκουν ακόμη, κι αν εσύ δεν υπάρχεις πια. Υπάρχει μονάχα η σκιά σου, απάνω στο σώμα μου και οι βαθιές ουλές, που μου χάραξες.

 Μου τις χάρισες, σε μια τόσο τρυφερή ηλικία. Πως μπόρεσες και το έκανες αυτό σε ένα κορίτσι μόλις δεκατριών ετών; Πώς μπόρεσες να ασελγήσεις απάνω του, ενώ ακόμη ήμουν παιδί; Πώς μπόρεσες να καλύψεις όλη ετούτη την πλεκτάνη τόσα χρόνια κι ακόμη συνεχίζεις και το κάνεις; Πως αντέχεις τον εαυτό σου; Πώς μπορείς και σηκώνεσαι απ’ το κρεβάτι σου και βγαίνεις έξω κι ζεις, ενώ ξέρεις, τι πόνο έχεις προκαλέσει; Πώς αντέχεις την ίδια σου την ύπαρξη, όταν κακοποιείς ανήλικα κορίτσια και τα βιάζεις διαστρεβλώνοντας μια για πάντα τα είδωλα τους στον καθρέφτη; Σε ερεθίζει, που ξέρεις, πως όλα ετούτα τα πλάσματα δεν θα αντικρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη ξανά χωρίς την δική σου σκιά; Πώς γίνεται και με κοιτούσες στα μάτια τόσο άδεια, όταν εισχωρούσες μέσα μου; Σε ερεθίζει, που γνωρίζεις, πως ακόμη έχω το αρχικό του ονόματος σου χαραγμένο απάνω στις φλέβες μου; Που προσπαθώ να λησμονώ την μορφή σου, μα ακόμα κι μετά από τόσα χρόνια, εσύ υπάρχεις ακόμη εκεί και καρτεράς να λουφάξεις την ευκαιρία, να με κακοποιήσεις ακόμη μια φορά;

Τότε που η καρδιά μου δεν είχε διαμελιστεί, δεν είχε καταβαραθρωθεί. Όταν δεν υπήρχαν οι βαθιές ουλές στην σάρκα μου, τότε που τα μάτια μου δεν ήταν τόσο θολά. Τότε που οι λέξεις και έννοιες δεν είχαν διαβρωθεί απ’ τα ψέματα και τις άλαλες κραυγές σου. Τότε που δεν είχα σπιλωθεί απ’ τα κηλιδωμένα χέρια σου. Κι απ’ το βλέμμα σου, που ήταν ολότελα παραμορφωμένο. Που τότε το σώμα μου ακόμη μου ανήκε; Τότε που δεν είχα ακόμη αυτοκτονικές τάσεις και ροπή προς την αυτοκαταστροφή!

Πες μου, πως εγώ πρέπει, να κοιτώ κάθε μέρα, όλα ετούτα τα σύνολα από αθώα μάτια, ξέροντας ότι διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο, να διαβρωθούν από εσένα; Πώς μπορώ να ηρεμήσω ξέροντας, πως διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο με μένα;

Τώρα πια είμαι ενήλικη. Είμαι στην ηλικία, που μπορώ και διακρίνω πλέον εγώ τον πόνο στα παιδικά μάτια, πες μου, πως μπόρεσες και το έκανες αυτό. Δεν το χωράει η λογική μου, τα όρια της νοημοσύνης μου, δεν το βαστάνε. Κοιτώ τα μάτια τους και είναι τόσο αθώα. Αναπολώ τις στιγμές, που ήμουν κι εγώ έτσι, χαρούμενη. Τότε που σαν αθώο παιδί γιομάτο ελπίδα και ανάγκη για αγάπη, εσύ έτσι απλά κατέστρεψες την αθωότητα στο βλέμμα μου, για πάντα. Για να μπορέσεις να ικανοποιήσεις τις αρρωστημένες ανάγκες σου, για να γιομίσεις την κατεστραμμένη σου και θολή αυτό-εικόνα σου, με την αγάπη μου και τα αθώα μου παιδικά χέρια, που απάνω σου γέμιζαν την κενότητα σου, ως ον. Δεν το έκανες για να τιμωρήσεις, αλλά για να μπορείς να ανέχεσαι έστω και για λίγο τον εαυτό σου, στην ιδέα πως αντλείς έμπνευση από ένα έφηβο κορίτσι, που το εκμεταλλεύεσαι και το διαμορφώνεις καθ’ εικόνα σου.

Τώρα με κοιτώ κι αντί για ουλές απ’ τις πέτρες και τα παιδικά παιχνίδια φέρω βαθιές χαρακιές στις κεντρικές μου αρτηρίες. Έχω βαθιές ουλές στο πρόσωπο, απ’ το κλάμα και πίσω απ’ την κεκαλυμμένη μου πρόσχαρη μορφή, υπάρχει το πέπλο της θλίψης, που επικαλύπτει κάθε γαμημένο συναίσθημα. Θα ήθελα, τόσο πολύ να σε μισήσω, να κλάψω, να ουρλιάξω μέχρι να χαθεί η φωνή μου, όμως αυτό, που κάνω δεν είναι παρά να προσπαθώ να σε συγχωρέσω και να συνειδητοποιήσω, πως δεν ήσουν τίποτα άλλο παρά ένα διεστραμμένο είδωλο της ενηλικίωσης. Πρώτα όμως πρέπει να συγχωρήσω εμένα, που μου συνέβησαν όλα αυτά. Τότε που άφησα την ενηλικίωση μου, να την καταστρέψει ένα βδελυρό όν, εσύ.

Η ενηλικίωση μου είναι γιομάτη από θλίψη και οργή. Οργή, που είναι κουρνιασμένη μέσα μου, από τότε που σε είδα από πάνω μου, να με πονάς. Όταν με κατέκτησες, γιατί για εσένα ήταν κατόρθωμα, να με κάνεις να απεχθάνομαι το σώμα μου. Προσπάθησα να δραπετεύσω εκείνη την στιγμή, που γινόταν μέσα από εκείνο το παράθυρο, που έφερε ελάχιστο εκείνο το πρωί, που με κακοποίησες. Μέσα σε ένα ηλιόλουστο δωμάτιο εκείνη την Πέμπτη του Ιανουαρίου. Μέσα σε ένα αδιάφορο δωμάτιο λευκό δωμάτιο με ελάχιστα αντικείμενα και έναν κατακόκκινο καναπέ, έναν χώρο, που θύμιζε ψυχιατρική κλινική. Τόσο αφιλόξενο και αποστειρωμένο. Από εκείνη την μέρα δεν θυμάμαι πολλά, μονάχα την επιβλητική σου παρουσία, όμως τα μάτια σου δεν τα θυμάμαι, δεν σε θυμάμαι να θωρείς, ούτε μια φορά. Δεν σε θυμάμαι να με αγγίζεις παρόλο που ξέρω πως το έκανες. Δεν μπορώ να ανακαλέσω ούτε κι τώρα την μορφή σου, παρά μόνο την σκιά της, που καταπλάκωνε ολόκληρη την καρδιά μου σαν σε θωρούσα μπρος μου.

Θυμάμαι μονάχα τα μάτια μου, που ήταν κολλημένα στο ταβάνι και δεν τολμούσα να κοιτάξω την δική σου κενή ματιά. Όταν σε κοιτούσα δάκρυζα και με πρόσταζες να γυρίσω το βλέμμα μου, κάπου αλλού. Για όλα εκείνα τα ψέματα σου, που δεν τα έλεγες μονάχα σε εμένα αλλά και στον εαυτό σου, σε προσκαλώ να απαλλαχθείς απ’ το βάρος των πράξεων σου. Φύγε, γίνε πραγματικά σκιά. Γίνε αυτό που πραγματικά σου αρμόζει μια κακή ανάμνηση στο πέρας της παιδικής ηλικίας. Φύγε.

 

Γίνε ο παλιός εφιάλτης κάτω από το κρεβάτι μου και σαν έρθει η αυγή εξαφανίσου.

sois le vieux cauchemar sous mon lit et quand l'aube arrive, disparais.

 

disparais.

 

 

 

ΖΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.