Ιανουαρίου 22, 2024

Le vieux cauchemar

 

Ας μιλήσουμε άλλη μια φορά για εσένα. Για εσένα, που μαζί σου πέρασα μια μαρτυρική αιωνιότητα. Για μια άλλη γαμημένη φορά, θα αναφερθώ σε εσένα. Ξανά.

Σε εσένα, που κατοικοέδρευες μέσα μου. Που σε κουβαλώ απάνω μου, σαν μαρτυρικό σύμβολο, σαν μια ουλή, από κάποιο σοβαρό τραυματισμό, που όμως πια δεν φαίνεται και έχει ενσωματωθεί μαζί με την υπόλοιπη μορφή μου. Που τα δάκρυα μου σου ανήκαν. Και σου ανήκουν ακόμη, κι αν εσύ δεν υπάρχεις πια. Υπάρχει μονάχα η σκιά σου, απάνω στο σώμα μου και οι βαθιές ουλές, που μου χάραξες.

 Μου τις χάρισες, σε μια τόσο τρυφερή ηλικία. Πως μπόρεσες και το έκανες αυτό σε ένα κορίτσι μόλις δεκατριών ετών; Πώς μπόρεσες να ασελγήσεις απάνω του, ενώ ακόμη ήμουν παιδί; Πώς μπόρεσες να καλύψεις όλη ετούτη την πλεκτάνη τόσα χρόνια κι ακόμη συνεχίζεις και το κάνεις; Πως αντέχεις τον εαυτό σου; Πώς μπορείς και σηκώνεσαι απ’ το κρεβάτι σου και βγαίνεις έξω κι ζεις, ενώ ξέρεις, τι πόνο έχεις προκαλέσει; Πώς αντέχεις την ίδια σου την ύπαρξη, όταν κακοποιείς ανήλικα κορίτσια και τα βιάζεις διαστρεβλώνοντας μια για πάντα τα είδωλα τους στον καθρέφτη; Σε ερεθίζει, που ξέρεις, πως όλα ετούτα τα πλάσματα δεν θα αντικρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη ξανά χωρίς την δική σου σκιά; Πώς γίνεται και με κοιτούσες στα μάτια τόσο άδεια, όταν εισχωρούσες μέσα μου; Σε ερεθίζει, που γνωρίζεις, πως ακόμη έχω το αρχικό του ονόματος σου χαραγμένο απάνω στις φλέβες μου; Που προσπαθώ να λησμονώ την μορφή σου, μα ακόμα κι μετά από τόσα χρόνια, εσύ υπάρχεις ακόμη εκεί και καρτεράς να λουφάξεις την ευκαιρία, να με κακοποιήσεις ακόμη μια φορά;

Τότε που η καρδιά μου δεν είχε διαμελιστεί, δεν είχε καταβαραθρωθεί. Όταν δεν υπήρχαν οι βαθιές ουλές στην σάρκα μου, τότε που τα μάτια μου δεν ήταν τόσο θολά. Τότε που οι λέξεις και έννοιες δεν είχαν διαβρωθεί απ’ τα ψέματα και τις άλαλες κραυγές σου. Τότε που δεν είχα σπιλωθεί απ’ τα κηλιδωμένα χέρια σου. Κι απ’ το βλέμμα σου, που ήταν ολότελα παραμορφωμένο. Που τότε το σώμα μου ακόμη μου ανήκε; Τότε που δεν είχα ακόμη αυτοκτονικές τάσεις και ροπή προς την αυτοκαταστροφή!

Πες μου, πως εγώ πρέπει, να κοιτώ κάθε μέρα, όλα ετούτα τα σύνολα από αθώα μάτια, ξέροντας ότι διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο, να διαβρωθούν από εσένα; Πώς μπορώ να ηρεμήσω ξέροντας, πως διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο με μένα;

Τώρα πια είμαι ενήλικη. Είμαι στην ηλικία, που μπορώ και διακρίνω πλέον εγώ τον πόνο στα παιδικά μάτια, πες μου, πως μπόρεσες και το έκανες αυτό. Δεν το χωράει η λογική μου, τα όρια της νοημοσύνης μου, δεν το βαστάνε. Κοιτώ τα μάτια τους και είναι τόσο αθώα. Αναπολώ τις στιγμές, που ήμουν κι εγώ έτσι, χαρούμενη. Τότε που σαν αθώο παιδί γιομάτο ελπίδα και ανάγκη για αγάπη, εσύ έτσι απλά κατέστρεψες την αθωότητα στο βλέμμα μου, για πάντα. Για να μπορέσεις να ικανοποιήσεις τις αρρωστημένες ανάγκες σου, για να γιομίσεις την κατεστραμμένη σου και θολή αυτό-εικόνα σου, με την αγάπη μου και τα αθώα μου παιδικά χέρια, που απάνω σου γέμιζαν την κενότητα σου, ως ον. Δεν το έκανες για να τιμωρήσεις, αλλά για να μπορείς να ανέχεσαι έστω και για λίγο τον εαυτό σου, στην ιδέα πως αντλείς έμπνευση από ένα έφηβο κορίτσι, που το εκμεταλλεύεσαι και το διαμορφώνεις καθ’ εικόνα σου.

Τώρα με κοιτώ κι αντί για ουλές απ’ τις πέτρες και τα παιδικά παιχνίδια φέρω βαθιές χαρακιές στις κεντρικές μου αρτηρίες. Έχω βαθιές ουλές στο πρόσωπο, απ’ το κλάμα και πίσω απ’ την κεκαλυμμένη μου πρόσχαρη μορφή, υπάρχει το πέπλο της θλίψης, που επικαλύπτει κάθε γαμημένο συναίσθημα. Θα ήθελα, τόσο πολύ να σε μισήσω, να κλάψω, να ουρλιάξω μέχρι να χαθεί η φωνή μου, όμως αυτό, που κάνω δεν είναι παρά να προσπαθώ να σε συγχωρέσω και να συνειδητοποιήσω, πως δεν ήσουν τίποτα άλλο παρά ένα διεστραμμένο είδωλο της ενηλικίωσης. Πρώτα όμως πρέπει να συγχωρήσω εμένα, που μου συνέβησαν όλα αυτά. Τότε που άφησα την ενηλικίωση μου, να την καταστρέψει ένα βδελυρό όν, εσύ.

Η ενηλικίωση μου είναι γιομάτη από θλίψη και οργή. Οργή, που είναι κουρνιασμένη μέσα μου, από τότε που σε είδα από πάνω μου, να με πονάς. Όταν με κατέκτησες, γιατί για εσένα ήταν κατόρθωμα, να με κάνεις να απεχθάνομαι το σώμα μου. Προσπάθησα να δραπετεύσω εκείνη την στιγμή, που γινόταν μέσα από εκείνο το παράθυρο, που έφερε ελάχιστο εκείνο το πρωί, που με κακοποίησες. Μέσα σε ένα ηλιόλουστο δωμάτιο εκείνη την Πέμπτη του Ιανουαρίου. Μέσα σε ένα αδιάφορο δωμάτιο λευκό δωμάτιο με ελάχιστα αντικείμενα και έναν κατακόκκινο καναπέ, έναν χώρο, που θύμιζε ψυχιατρική κλινική. Τόσο αφιλόξενο και αποστειρωμένο. Από εκείνη την μέρα δεν θυμάμαι πολλά, μονάχα την επιβλητική σου παρουσία, όμως τα μάτια σου δεν τα θυμάμαι, δεν σε θυμάμαι να θωρείς, ούτε μια φορά. Δεν σε θυμάμαι να με αγγίζεις παρόλο που ξέρω πως το έκανες. Δεν μπορώ να ανακαλέσω ούτε κι τώρα την μορφή σου, παρά μόνο την σκιά της, που καταπλάκωνε ολόκληρη την καρδιά μου σαν σε θωρούσα μπρος μου.

Θυμάμαι μονάχα τα μάτια μου, που ήταν κολλημένα στο ταβάνι και δεν τολμούσα να κοιτάξω την δική σου κενή ματιά. Όταν σε κοιτούσα δάκρυζα και με πρόσταζες να γυρίσω το βλέμμα μου, κάπου αλλού. Για όλα εκείνα τα ψέματα σου, που δεν τα έλεγες μονάχα σε εμένα αλλά και στον εαυτό σου, σε προσκαλώ να απαλλαχθείς απ’ το βάρος των πράξεων σου. Φύγε, γίνε πραγματικά σκιά. Γίνε αυτό που πραγματικά σου αρμόζει μια κακή ανάμνηση στο πέρας της παιδικής ηλικίας. Φύγε.

 

Γίνε ο παλιός εφιάλτης κάτω από το κρεβάτι μου και σαν έρθει η αυγή εξαφανίσου.

sois le vieux cauchemar sous mon lit et quand l'aube arrive, disparais.

 

disparais.

 

 

 

ΖΝ.

Αυγούστου 14, 2023

Enterrer la honte de la bête/ Θάψτε την ντροπή του θηρίου.


Θάψτε την ντροπή του θηρίου.

~

Σαν σε θωρώ ξανά δάκρυα γιομίζουν τα θολά μου μάτια. Ο αέρας είναι αποπνικτικός. Η βοή των οχημάτων λιώνουν την ίδια την άσφαλτο, μέσα στη δίνη του καύσωνα. Μου προκαλείται ίλιγγος.  Μια έντονη μυρωδιά καμένου λάστιχου και μια απόλυτη σιωπή ακολουθούν τις τελευταίες σου λέξεις, "δεν μπορούμε να είμαστε πλέον μαζί."

«Εκείνη την νύχτα την θυμάμαι, σαν τώρα. Σαν θωρώ μπροστά μου, το δρόμο ολοσκότεινο, δίχως το φεγγάρι να μας λούζει και να μας στεφανώνει. Να επικρατεί η εκκωφαντική σιωπή, που έσπαγε μονάχα για χάρη κάποιου οδηγού, χιλιόμετρα μακριά  από εμάς. Εκείνη την στιγμή αντίκρισα εκείνο το μελανό σημείο του ξέφωτου και να καλεί όλο κι πιο κοντά του. Ήταν ο ήχος του τόσο  δυνατός μέσα στο μυαλό μου, που για μια στιγμή χάθηκες κι εσύ μα και ο εγκόσμιος τόπος γύρω μου. Κι ήμουν μόνη μου, αντιμέτωπη το δικό μου σκοτάδι. Οι σκέψεις μου να ουρλιάζουν μέσα μου και εγώ να χορεύω μαζί του. Να φλέγομαι, να ποθώ τον χαμό μου. Να διστάζω συνάμα με την αραχνούφαντη αίσθηση των άκρων μου, που δειλά το ακουμπούσαν. Αλλά να κάνω ένα βήμα μπρος του. Τότε θυμάμαι να παίρνω βαθιά ανάσα και να βουλιάζω αργά τα πνευμόνια μου, με τον μολυσμένο αγέρα της πόλης και να λούζομαι βασανιστικά, με το σκοτάδι. Το σκοτάδι εκείνο το αξημέρωτο, που έκτοτε δεν ξύπνησα ποτέ ξανά η ίδια. Το μεταφυσικό χάος , που υπέγραψα την σιωπηρή μου καταδίκη, την δική μου κόλαση, γιομάτη με ατελείωτες ώρες περισυλλογής και αμφιταλάντευσης για την ζωή μου, που την παρέδωσα, τόσο εύκολα σε εσένα.

Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ λάτρευες την αψίδα του θανάτου μου. Όταν παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να βεβηλώσεις.

Και παρόλα αυτά εσύ δεν ακόμη, δεν με ποθούσες. Ντρεπόσουν, και απέφευγες να με κοιτάς, να με φιλάς, να με αγαπάς, όπως περηφανευόσουν ότι έκανες.  Με έφθειρε, που σαν ξημέρωνε, δεν ήμουν εγώ εκεί να σε τρέφω, με τον φόβο μου και τα σπλάχνα μου συσπάστηκαν . Τα χέρια μου έτρεμαν. Η όψη μου άλλαξε. Κι γύρισα νοερά εκεί. Σε εκείνο το σκοτεινό αξημέρωτο, που ο ήλιος ξέχασε να ανατείλει, όταν για πρώτη φορά, ένιωσα το ένστικτό μου, να αφηνιάζει σαν φοβισμένο άλογο, που με πρόσταζε, να τρέξω, να εξαφανιστώ μέσα στο σκοτεινό δρόμο με απώτερο σκοπό, να αναζητήσω βοήθεια. Όμως δεν το έκανα , αλλά ούτε κι αυτό ήταν αρκετό. Τίποτα για εσένα δεν ήταν αρκετό, ούτε οι ουλές μου, ούτε ο πόνος μου, ούτε η ψυχή μου, ούτε το ταλέντο μου. Απολύτως τίποτα, επειδή με θωρούσες, αδύναμη. Ελαττωματική, που δεν ήμουν ασπίλωτη, που ήδη είχα κακοποιηθεί ,που δεν ήσουν εσύ ο πρώτος μου βέβηλος, ο πρώτος μου βιαστής, το πρώτο μου κτήνος.»

~

Ένιωσα  την καρδιά μου , να σταματάει, να ηχεί. Τα απανωτά λακτίσματα επάνω στο στέρνο μου, που με κρατούν εν ζωή, διακόπηκαν ακαριαία. Ο χρόνος άρχισε να λιώνει και ετούτη η ανάμνηση μου, αργοσβήνει με τα χρόνια, όμως υπάρχει. Υπάρχει. Είναι ζωντανή μέσα μου. Είναι το τέλος, που δόθηκε από εσένα κι όχι από εμένα. Δόθηκε από εσένα. Είναι το μεγαλύτερο μου αμάρτημα, καθώς όλα τελείωσαν, με μια δική σου απόφαση. Με μια φράση, που έτσι απλά ξεστόμισες . Που γνώριζες πολύ καλά, τι θα προξενούσε, όταν επαναλάμβανες σαν σε προσευχή, πως μονάχα εσένα είχα, πως μονάχα εσύ μου άξιζες. Και έτσι η ντροπή μου, ορθώθηκε ξανά, σαν πελώριος ογκόλιθος ήρθε και κούρνιασε απάνω στο ξεθωριασμένο και ταλαιπωρημένο μου στέρνο και με συντρόφευε για πολλά ακόμη χρόνια .

Η ντροπή. Η αίσθηση της απέχθειας σου, να με θωρείς, με τραυμάτισε. Η αίσθηση πως δεν ήμουν πια αρκετή, αρεστή ή ακόμη κι ποθητή με σοδόμισε.  Περισσότερο απ' το ξύλο, περισσότερο απ' τον πόνο, που με ιδιαίτερη ευκολία και λεπτότητα μου προκαλούσες.

Με πονά, που σαν άλλαξες δρόμο, δεν ήμουν μαζί σου. Δεν στεκόμουν εκεί δίπλα στο σαθρό κρεβάτι σου, που ήταν γεμάτο από στάχτη και μούχλα. Με τα σκεπάσματα σου, να μυρίζουν ιδρώτα και τους ξεραμένους λεκέδες μου απ’ το αίμα της προηγούμενης φοράς, που έτσι εύκολα αποφάσισες, πως ήρθε η ώρα μου, για να σωφρονιστώ. Όταν το έκανες γνώριζα, πως το έκανες επειδή με αγαπούσες ή έστω ότι προσπαθούσες, πως ήμουν άξια της ελάχιστης προσοχής, που μου πρόσφερες.

Ο πραγματικός λόγος που τα υπόμεινα όλα ετούτα τα βασανιστήρια της επίγειας κόλασης μου, ήταν για εκείνο το πρώτο βράδυ, που σε είδα, να με θωρείς με καλοσύνη και αγαθότητα. Το είχα δει, αλλά πλέον, γνωρίζω, πως δεν ήσουν πραγματικά εσύ, αλλά κάποιος άλλος, κάποιος, που ίσως να άξιζε να σωθεί. Και να μην σπέρνει ένα κινούμενο χάος στο διάβα του.

Μια μορφή, που ίσως κάπου μέσα της να κρύβεται καλά ένα τραυματισμένο, μανιασμένο παιδί γεμάτο σημάδια από σβησμένα τσιγάρα απάνω στα χέρια του. Μα όχι, εσύ δεν ήσουν αυτό το παιδί, που προσπαθούσες να μοιραστείς λανθασμένα την υποτυπώδη ένδειξη της καλοσύνης σου. Εσύ παρίστανες, υποδυόσουν, εσύ κάλυπτες πολύ μαεστρικά το σκοτάδι σου. Προσπαθούσες να αποδείξεις περίτρανα , πως τα τραύματα μου δεν ήταν αρκετά. Εξου κι αποφάσισες να τα εμπλουτίσεις, σαν σημειώσεις κάποιου ξεχασμένου αυτοκαταστροφικού συγγραφέα, που μετά απ’ την επίσκεψη του σε κάποιο μαγαζί της παλαιάς Αθήνας, καθώς συμπλήρωνε και αλλοίωνε την αλήθεια του, με βαρύγδουπες δηλώσεις , που μόνο εκείνοι δεν έγραφαν, μα το ίδιο το ποτό εμίλαγε για λογαριασμό τους.

Εσύ όταν αποκαλύφθηκες μόνο φρίκη μου προκαλούσες. Μα εγώ ποθούσα βαθιά μέσα μου να σε σώσω. Να σε απελευθερώσω . Να σε αναδιαμορφώσω και μέσα από αυτό να απελευθερώσω εμένα, απ’ την ντροπή μου. Απ’ την οργή μου, απ’ την βαθιά μου μελαγχολία. Να με απελευθερώσω μια για πάντα, απ’ την ματαιότητα μου, για να ξέρω πως έσωσα κάποιον, γεγονός καθώς τα αφηγούμαι ετούτα ιδιαίτερα ναρκισσιστικό και εξαίρετα προβληματικό εκ μέρους μου. Κι οι στιγμές ξέφευγαν, και αναμιγνύονταν αδιάκοπα με, όσα μου είχες εκμυστηρευτεί με τα βάρη των συμφορών, που προξενούσες, όμως μου είχες πει ψέματα. Αποκυήματα της διεστραμμένης φαντασίωσης σου ήταν, όπως και σαδιστική μου, όψη, ως τιμωρός δεν ήταν παρά μόνο ονειρώξεις.

Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ καρτερούσες και δολοπλοκούσες την αψίδα του θανάτου μου, για να πας στο επόμενο θύμα σου. Όταν παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να βεβηλώσεις.

Και η ανάσα μου βάρυνε. Βάρυνε τόσο πολύ, που ένιωθα έναν οξύ πόνο να με διαπερνά και να μουδιάζει, γιατί δεν ήθελα να φύγεις.

Ντρέπομαι, που το λέω πια, αλλά όσο κι αν γνώριζα με ότι είχε απομείνει απ’ το κατεστραμμένο ένστικτο μου, πως εσύ ποθούσες τον χαμό μου, εγώ το υπέμεινα μαρτυρικά, σαν άλλος μαθητής Του, ανεχόμουν κάθε τι που σχεδίαζες, το επιθυμούσα, το ποθούσα με το παραπάνω.

 Γιατί ήξερα πως εγώ ήμουν εκείνη η ηλιαχτίδα στο παραθύρι του μυαλού σου, ήμουν εγώ ο λόγος, που ανέπνεες ,εγώ που σε άφηνα να με χαράζεις. Μέσα σε ετούτη την τρώγλη, που ζήσαμε μαζί. Όσο κι αν έκλαιγα, και όσο κι αν ηχούσαν τα ουρλιαχτά μου, μέσα στους χάρτινους τοίχους, εκεί έμαθα εσφαλμένος τι είναι για εμένα το ίδιο άτομο να είναι "ο πατέρας μου, ο καλύτερος μου φίλος και ο σύντροφός μου αλλά και ο βιαστής μου".

Αναπλήρωνες όλα ετούτα τα κενά, που μονάχος σου δημιούργησες. Και τώρα σαν θωρώ, απέξω ετούτο το καμένο και ρημαγμένο απομεινάρι μου , γνωρίζω πως δεν ήσουν εσύ το κτήνος μονάχα, αλλά εγώ.

Εγώ που άφηνα τον εαυτό μου να αλλοιωθεί, να αυτοτραυματιστεί, να βεβηλωθεί , να βιαστεί , να εύχεται κάθε στιγμή, που περνά και να είναι κάποια άλλη. Κάποια, που απλά είχε την ηλικία μου, τα μάτια μου, το σώμα μου, την φωνή μου, αλλά αυτή δεν ήμουν εγώ . Δεν γίνεται αυτή να ήμουν εγώ, ούρλιαζα μπροστά απ’ το καθρέφτη μου, που είχε ήδη σπάσει για να μην με παρατηρώ. Όμως όλα αυτά τα έκανα εγώ. Εγώ που αποφάσισα να σώσω κάποιον,που δεν άξιζε .Εγώ που δεν αγαπούσα εμένα, που ήμουν δειλή να αντιληφθώ πως είχα τόσο απεγνωσμένα ανάγκη για βοήθεια. Εγώ ενσάρκωνα το κτήνος και εσύ ήσουν το άδειο κουφάρι, που δρούσε, εγώ σου έδινα ζωή. Σε διέταζα και εσύ υπάκουες σιωπηρά την εντολή, να με σοδομίσεις.

Εγώ όμως πλέον σε καίω, μέσα στο ίδιο σου το μπουντρούμι, συνθλίβω την ημίθανη όψη σου και σε απαλλάσσω απ’ τα καθήκοντα σου. Σε περιλούζω με άφθονη βενζίνη μαζί με όσα αγαθά, σου έχουν απομείνει, τα τσιγάρα σου, τα γυαλιά σου και το τελευταίο μου κομμάτι από δάκρυα. Όμως τα δάκρυα μου και αυτό το κομμάτι της ντροπής ανήκει σε εμένα, καθώς το κρατώ ξανά στα χέρια μου, βλέπω καθάρια πως αν δεν το είχα θα ήμουν κι εγώ ένα ακόμη δίποδο κτήνος, σαν και του λόγου σου, ή για να το πω, πιο ορθά, ένα ακόμη μέτριο πλάσμα, που φαντασιώνεται να ασκεί εξουσία και να απειλεί πως θα με πληγώσει. Και το ειδεχθές έγκλημα είναι δικό μου, επειδή απαρνήθηκα τη φύση μου, όμως αυτό αλλάζει και με την γόπα απ’ το τσιγάρο μου, πυρπολώ και φωτίζω την νύχτα. Την προστάζω να φύγει πριν να έρθει η ώρα της. Την απαλλάσσω μαζί με εσένα.

~

Πλέον μπορείς να μετουσιωθείς και να φύγεις απ’ τις σκιές μου. Αυτό είναι το τελευταίο μου αντίο, γιατί πλέον είσαι για εμένα νεκρός. Η κηδεία σου έγινε πριν καιρό, ελπίζω να παραμείνεις εκεί, κανείς δεν ήρθε, κανείς δεν νοιάστηκε αρκετά και σε κανέναν δεν θα λήψεις, ούτε σε εμένα.


Tu ne fais plus peur à personne. 

dors dans ton sommeil éternel.

 Il a porri.

 ~

Au revoir.

 ~

 

Δεν τρομάζεις κανέναν πια.

Κοιμήσου στον αιώνιο ύπνο σου.

Σάπισε.

Αντίο.

 

ΖΝ.


Ιουλίου 09, 2023

La profanation de la bête

 

  Σαν προσπαθώ να ξεφύγω το κτήνος καρτερά εκεί. Καρτερά μέσα στο μυαλό των προγενέστερων ζώων μας. Παραμονεύει μέσα στην απαλή σιγή και τις σκιές. Τρέφεται με τις σκιές ετούτες , με τον φόβο, που δημιουργεί. Με κρατούσε δέσμια των ίδιων μου φόβων, μέσα στο ίδιο μου το σώμα με κλείδωνε και μέσα στον ίδιο μου τον φόβο αποζητούσα να πάρω ανάσα. Ζούσα μονάχα για να τον τρέφω, να τον υπηρετώ, να τον ζω, να του δίνω έναν λόγο, να επιβιώνει. Εγώ τον έτρεφα μέσα από τα ίδια μου τα σπλάχνα. Έτσι κατέληγα να τον φροντίζω. Παραμελώντας την ίδια μου την ύπαρξη, δεν ζούσα, απλά επιβίωνα. Ήθελα να τον ημερέψω, αλλά έφερε επάνω του σημάδια και σύμβολα, που κανείς δεν θα μπορούσε να σβήσει.

   Τα χέρια του είναι γιομάτα με αίμα. Αίμα νέων γυναικών, που πήρε μαζί του, όταν τις βεβήλωσε, όταν τις αλλοίωνε, όταν τις κατέστρεφε αργά και βασανιστικά. Κατηγορώντας πάντα τα θύματα, στον βωμό του πόνου του και της θλίψης του. Όταν τις βίαζε, όταν τις ανάγκαζε, να πάρουν στις ίδιες τους τις ζωές . Όταν όλα ετούτα τελείωναν στα μάτια του χαράζονταν μια αίσθηση ειδεχθούς ικανοποίησης. Το στόμα του γέμιζε με ένα βίαιο χαμόγελο. Στα ματωμένα του χέρια πάντα υπήρχε ένα τσιγάρο σβησμένο και ένα μαχαίρι.

   Θυμάμαι, εκείνο το βράδυ, που αποφάσισα να δραπετεύσω, να τρέξω μακριά. ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε απόλυτη κατανόηση της κατάστασης μου, εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα την οριστική και αμετάκλητη αυτοκτονία μου, ή να το πω ορθά την αυτοκτονία του χαρακτήρα μου.

   Ήταν μια καυτή νύχτα εκείνου του αποκαλόκαιρου, όταν άφησα πίσω μου, εκείνο το κατεστραμμένο στρώμα, ετούτο το ερειπωμένο διαμέρισμα, που είχε θεά εκείνον τον λόφο, μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Δεν υπήρχε πουθενά κανένα φως, οι δρόμοι ήταν άδειοι. Ακόμα και ετούτη η γαμημένη πόλη δεν συνείσφερε στην απόδραση μου. Ανασύρεται απ' την μνήμη η μυρωδιά του ιδρώτα μου, που έλουζε το λευκό μου φόρεμα και τα μαλλιά μου, να έχουν κολλήσει στο κρανίο μου. Οι παλάμες να είναι μουδιασμένες και η καρδιά μου αντηχούσε μέσα στα αυτιά μου, τόσο εκκωφαντικά, που νόμιζα, πως θα λιποθυμήσω.

   Το απόλυτο σκοτάδι τύλιγε με προσοχή κάθε μου ματωμένο βήμα, καθώς απ' τα πόδια μου και τα χέρια μου έτρεχαν σταγόνες απ’ το κατακόκκινο αίμα μου. Έτσι συνέχιζα να περπατώ μέσα στην νύχτα, στην απόλυτη σιγή της και να προσπαθώ να βγω το δρόμο της επιστροφής. Θυμάμαι να περπατάω για ώρες ολόκληρες μέσα στην καυτή άσφαλτο του δρόμου ανάμεσα στα σκουπίδια και στα αποτσίγαρα, ενώ στα χέρια μου να κρατώ το κλειδί του δικαίου σπιτιού. Του μόνου καταφυγίου μου.

   Σαν διέσχιζα τις λεωφόρους από κάποιο μακρινό φως είδα, πως το άλλοτε ολόλευκο φόρεμα μου είχε παντού απομεινάρια απ' το αίμα μου και μεγάλες μαύρες κηλίδες από βρωμιά. Ήμουν μόνη μου σε ολόκληρη την πόλη, ανάμεσα στα σκουπίδια και τα αποτσίγαρα περπατούσα και δεν ένιωθα τίποτα. Μόνο σαν κοντοστάθηκα μπροστά από ένα σταθμευμένο αμάξι και αντίκρισα πρώτη φορά τον εαυτό μου. Και δεν μπορούσα για πρώτη φόρα να αναγνωρίσω την ανάκλαση μου απάνω του. Ήμουν κάποια άλλη ...

   Σαν έφτασα στον κεντρικό δρόμο λίγα μέτρα μόλις πριν την είσοδο του σπιτιού μου, άκουσα μια άλαλη κραυγή, που θύμιζε σαν κάποιο πληγωμένο ζώο. Δεν γύρισα ποτέ πίσω μου να κοιτάξω κι έτρεξα, όσο πιο γρήγορα μπορούσα μέσα στο σπίτι. Σαν έκλεισε η πόρτα σωριάστηκα μπροστά απ' τα μάρμαρα της εισόδου και εκεί έκλαψα γοερά, για πρώτη φορά .Επιβίωσα, από τον μεθυστικό άρωμα του πόνου και γλύτωσα από εκείνα τα ματωμένα, βέβηλα χέρια και από εκείνο το βλοσυρό χαμόγελο, που σαν σχηματιζόταν μόνο πόνο προξενούσε.

   Επιβίωσα από την βαθιά απογοήτευση της ριζωμένης μου ύπαρξης. Απαλλάχθηκα από τον θάνατο και την καρτερική του αγκαλιά, που με πλάκωνε σαν ο ήλιος έπεφτε. Όταν το κτήνος χόρευε με τον φόβο μου και το θάνατο, τίποτα δεν μπορούσε να προμηνύει παρά μόνο, συσσωρευμένη οργή. Οργή για εμένα, που δεν έπραττα , που κοκάλωνα, που αποσιωπούσα, που αγαπούσα την τιμωρία μου, που αναζητούσα κατά βάθος τον θάνατο απ’ τα δικά του χέρια. Έτσι λοιπόν, όρθωσα τα πόδια μου, απάνω στο πεζούλι της εισόδου στηρίχτηκα στα ματωμένα και καμένα μου πόδια και σηκώθηκα ξανά, ύψωσα το βλέμμα μου, απάνω στον μαύρο αραχνούφαντο ουρανό και αντίκρισα τα αστέρια ίσως για πρώτη φορά από τότε που συνήθιζα να το κάνω μικρή.

   Άρχιζα ξανά να μαθαίνω να αναπνέω, γιατί είμαι πολύ σίγουρη, πως σαν ήμουν κλειδωμένη μέσα στο κελί μου, δεν ανέπνεα. Δεν υπήρχα, απλά επιβίωνα. Άρχισα τότε να μελετώ την αναπνοή μου, να καρτερώ τον επόμενο χτύπο της καρδιάς μου και να σπάω τις αλυσίδες του ίδιου μου μυαλού, γιατί είναι ακόμη πιο ψυχοφθόρο να τις ανοίγεις από κείνες, που σου φοράνε στα χέρια. Μετά από πολύ κόπο και φθορά απέκτησα ολότητα ως άτομο, δημιούργησα ξανά την ύπαρξη μου, μέσω  της βοήθειας.

   Όταν αντίκρισα ξανά το φως του ήλιου, έμαθα να αλληλοεπιδρώ, να μιλάω, ακόμη και να αποκτώ συναισθήματα ξανά. Για λίγο καιρό η ζωή κυλούσε ήρεμα, σχεδόν, όμως είναι γεμάτη απώλειες, φίλων, συγγενών και οικογενειών προσώπων. Η όψη μου στον καθρέφτη άρχισε να αποκατασταται και έτσι μπορούσα να αντιληφθώ  την έννοια του «εγώ», την οποία κι είχα χάσει ολότερα.

  Έτσι μια μέρα, απαλλαγμένη απ' το φόβο μου πλέον καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνον τον εφιάλτη, θωρώ ξανά το κτήνος. Το κτήνος είναι ακόμη πιο αποκρουστικό από πριν, πλέον είναι γεμάτο σύριγγες και η όψη του πλέον δεν θυμίζει σε τίποτα με εκείνον, που είχα δει. Το χαμόγελο του κυριαρχείται από το απόλυτο κενό και το βλέμμα του από πηγαία βλοσυρότητα. Το κτήνος όμως δεν έχει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά, που είχε παλιά. Σαν να άλλαξε.

   Δεν με αναζήτησε μετά την τελευταία μου έξοδο από εκείνο το θλιβερό μέρος. Όμως σαν τον κοίταξα αμυδρά εκείνο το μαρτυρικό πρωινό, αντίκρισα κάτι πρωτόγνωρο. Η όψη του δεν ήταν τρομακτική, δεν έχει ουλές στο πρώσοπο, ούτε ήταν παραμορφωμένος. Δεν έμοιαζε με κτήνος. Ήταν ένας συνηθισμένος, μέτριος, άρρωστος άνθρωπος. Άνθρωπος. Τόσα χρόνια ήταν άνθρωπος. Στα μάτια αρχίζουν και κυλούν δάκρυα, η καρδιά πάλλεται για άλλη μια φορά γοργά και τα μαλλιά μου κολλάνε στο λαιμό μου. Η αναπνοή μου κόπηκε. Είναι αλήθεια άνθρωπος. Ανήκει στο ίδιο είδος με εμένα .Τόσα χρόνια ήταν άνθρωπος. Νιώθω πως η λέξη χάνει πλέον το νόημα της ή αντιθέτως ολοκληρώνεται πλήρως σαν έννοια. Δεν είναι τίποτα άλλο από έναν καθημερινό, κοινότυπο, μίζερο ανθρωπάριο, που σέρνεται μέσα στην πολυκοσμία του αστικού φλοιού. Μπορεί να είναι ο πατέρας σου, ο αδερφός, ο φίλος σου .Το κτήνος αυτό υπάρχει μέσα μας, και θα συνεχίσει να κυριαρχεί, αν τον αφήσουμε να δρα ανενόχλητος, κεκαλυμμένος απ’ το φόβο και την θλίψη να εμποτίζει το μυαλό των επόμενων θλιμμένων και αυτοκαταστροφικών ατόμων, οδηγώντας τα με μαθηματική ακρίβεια στην επίγεια κόλαση τους.

   Νύχτες αξημέρωτες, δίχως φως, άφηνα να διαλύει την ύπαρξη μου, δημιουργώντας μια εσφαλμένη ερμηνεία της εικόνας του. Μιας εικόνας που ποθούσε αρρωστημένα να μου περάσει. Και όλα αυτά για την πολυπόθητη εξουσία ή ορθότερα την ψευδαίσθηση της. Ποτίζοντας και θρέφοντας τον φόβο και τις γαμημένες ψευδαισθήσεις περί ανωτερότητας του φύλου και των κοινωνικών μορφωμάτων αντλούσε δύναμη απ' το φόβο μου, τον φόβο κάθε έμβιου πλάσματος, που είχε την ατυχία να τον γνωρίσει.

   Και είμαι πλέον πολύ μεγάλη, στα εικοσιπέντε μου , έχω γεράσει! Έχω οργή μέσα μου, έχω θυμό. Καρτερώ να γεμίσω τα δικά μου χέρια με το αίμα του. Να πιέζω εγώ το στέρνο του μέχρι να λυγίσει. Να ακουστεί εκείνος ο οξύς ήχος των θρυμματισμένων κοκάλων, που σπάνε. Αλλά οφείλω, τόσο στην ύπαρξη μου και στις βαθιές μου χαρακιές να μην επιτρέψω να συμβεί. Να μην πέσω στο επίπεδο ενός απλώς ημίθανου, ημιτελούς πλάσματος.

   Αλλά δυστυχώς η τύχη δεν είναι ακόμη με το μέρος μου, και πάλι είχα την τύχη μια ηλιόλουστη μέρα του Αυγούστου να συναντηθούν τυχαία οι δρόμοι μου μαζί του. Όμως αυτή την φορά είμαι έτοιμη. Κατευθύνομαι για να πάω στη δουλειά μου και εκεί πλέον ενήλικη και ισχυρή τον συναντώ ξανά. Για αυτό και απλά προσπερνώ τον δρόμο. Εκείνος απλός προσπερνά και απεγνωσμένα καρτερά την φαινομενικά άλλοτε προσοχή που είχε απ’ το πρόσωπο μου. Γυρίζω και τον κοιτώ κατάματα, ενώ αυτός ψάχνει για τον φόβο και την ηδονική ικανοποίηση, που αντλούσε από εμένα, όταν ήμουν μια άλλη. Όμως αυτό το άτομο που αναζητά, πέθανε .Το κηδέψαμε, πριν πολύ καιρό .

   Αφού δολοφονήθηκε βίαια, βιάστηκε και κακοποιήθηκε σεξουαλικά απάνω σε κάτι χαλασμένα και ξεφτισμένα στρώματα, σε κάποιο ερημωμένο διαμέρισμα, ενώ στον νου της είχε πως πνίγηκε στη θάλασσα κάποιο κρύο βραδύ του χειμώνα. Εκεί σε εκείνον τον λόφο, σε εκείνη την θάλασσα άφησα τις αμαρτίες μου, τις ενοχές μου και αναγεννήθηκα. Επιβίωσα από το πόνο και θλίψη σου, τα σημάδια αυτά, που μου χαρίστηκαν απλόχερα είναι ένα κομμάτι μου, που ζει μέσα μου, όμως εσύ ανθρωπάκι δεν έχεις καμιά θέση μαζί τους. Δεν πρόκειται να με τρομάξει ξανά, ούτε να με βλάψει, επειδή δεν το αφήνω εγώ, δεν σε αφήνω να με αγγίξεις.

  Έτσι λοιπόν, κυριαρχώ της κατάστασης, ως νικήτρια. Με στεφανώνουν λοιπόν, αυτές οι ουλές, αυτά τα σημάδια, τόσο αυτά, που καλύπτουν τα χέρια μου, όσο και αυτά, που ενυπάρχουν στην ψυχή μου χαραγμένα βαθιά. Εσύ λοιπόν, καλό είναι να φύγεις. Να κρυφτείς, να μην απαιτείς τίποτα πια από εμένα. Η θέση σου, είναι πίσω στο ερείπιο, που αποκαλείς σπίτι.

  Καθώς λοιπόν, σε λούζει το αλαβάστρινο φως του καλοκαιρινού ήλιου, διαλύονται οι απομείναντες σκιές σου. Δεν μπορείς να κρυφτείς κάτω από αυτόν. Απλά άσε τον να εμφανίσει όλες τις σκιές και να στις κάψει ,κάθε μια από αυτές, αλλά ας πάρει και ένα μικρό κομμάτι από εσένα, το πιο μοναδικό σου, το πιο αθώο σου, να νιώσεις πραγματικά εκείνη την μεθυστική απελευθέρωση της έκθεση σου σε κάτι, που είναι ανώτερο από εσένα. Κι δεν είναι τίποτα άλλο από την αποκαθήλωση του κτήνους σου. Όλα τα δάκρυα που προκάλεσες, εξαϋλώνονται μαζί και όλες τις απειλές και τα άλαλα ουρλιαχτά σου .Φύγε. Ετούτος εδώ ο κόσμος δεν επιθυμεί άλογα κτήνη αλλά ούτε  αξιοθρήνητες υπάρξεις.

 

S'en aller!

Vous n'appartenez nulle part.

Personne n'est venu à vos funérailles.

Tu ne fais plus peur à personne.

 

Φύγε!

Δεν ανήκεις πουθενά.

Κανείς δεν ήρθε στην κηδεία σου.

Δεν τρομάζεις κανέναν πια.                                                                                                                                       ΖΝ

Ιανουαρίου 26, 2022

C'est dommage !

 

Σαν κοιτώ μέσα σε ετούτα τα μάτια παρατηρώ εκείνα τα καυτά, συγκρατημένα δάκρυα, που θολώνουν το βλέμμα, που παραμορφώνουν το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά. Σαν θωρώ ετούτο το σώμα διακρίνω, όσα κρύβονται καλά, όλα εκείνα τα κρυμμένα μυστικά, μα κι εκείνες τις πόρτες, που είναι ερμητικά κλειστές. Σαν απομακρύνω τις σκέψεις μου και προσπαθώ να ορθοποδήσω, παρατηρώ μια σκιά, που πλανιέται γύρω μου. Μια εκκωφαντική σιωπή πλανάται απάνω απ’ την παγωμένη ετούτη νυχτιά.

Σε αυτό εδώ το είδωλο, που έδωσα πνοή, που έδωσα στοργή, τώρα το βλέπω να ραγίζει, αργά και σταθερά. Το σπάσιμο του, είναι θριαμβικό, είναι ένδοξο, όπως και τούτη εδώ η μέρα. Καθώς σπάει εγώ παραμένω εκεί, να το παρατηρώ, καρτερικά και ένα κομμάτι μου, σπάει μαζί του, ένα λεπτό κομμάτι της σάρκας μου γεμίζει, από ρωγμές. Δεν με τρομάζει εμένα, η φθορά. Έχω πενθήσει πολλές φορές, ετούτα τα είδωλα, όπως έχω πενθήσει ακόμα περισσότερο, τον εαυτό μου. Τον εαυτό μου, που τα αγκάλιασε, που τα φρόντισε, που τα αγάπησε, που τα γέμισα με το αίμα μου. Σαν θωρώ αυτό εδώ να ραγίζει κι άλλο, επιθυμώ να το απαλλάξω από τον πόνο του, από τις πληγές του. Έτσι λοιπόν, το αγκαλιάζω και το αντικρίζω για μια τελευταία φορά και του ψιθυρίζω για μια τελευταία φορά, λόγια γεμάτα αγάπη και έρωτα. Προσεκτικά, απαλά και όμορφα, μπήγω τα νύχια μου, μέσα στα μάτια του και το αφήνω εκεί αιμόφυρτο για λίγο, για να νιώσει τον πόνο μου. Καθώς γεμίζουν τα χέρια μου, με το καυτό του αίμα, χάνονται και τα δικά μου μάτια, ξεχύνονται στον αγέρα της παγωμένης πόλης.

Σαν να προσπαθώ να αναπνεύσω μου κόβεται η αναπνοή. Είναι τόσο κρίμα, να καρτερώ να ιδωθώ μα για ακόμη μια φορά, έκανα λάθος. Ένα τραγικό λάθος, που νόμιζα, πως είχα αλλάξει. Μα τίποτα, δεν αλλάζει, ξένη περιτριγυρισμένη, με ένα ψευδές ημίθανο είδωλο. Και είναι κρίμα, που θάβω ένα νεκρό σώμα, γεμάτο ελπίδες και όνειρα, ετούτο το είδωλο ήταν και η μόνη μου ελπίδα μέσα αυτόν τον παγωμένο και απόκοσμο περιβάλλον, να επιβιώσω. Είναι κρίμα, που για ακόμη μια φορά, θα κηδέψω, όλες μου τις ελπίδες, που είναι τόσο βαθιά ριζωμένες μέσα μου, που όταν τις ξεριζώσω, δεν θα έχει απομείνει τίποτα, σε ετούτο εδώ το χάος, παρά μόνο η σιωπή και αυτό το γοερό κλάμα, κάποιου πολύ πληγωμένου παιδιού, που άφησα πίσω μου.

Comme si l'espoir du monde entier se perdait dans le silence et la fumée et c'est dommage...

ΖΝ.

Νοεμβρίου 06, 2021

Quel déchet !

         


              Καρτερώ να ιδώ να περιβάλλεσαι, από κείνο το καταγάλανο χρώμα του ουρανού και να σείεται η γη, καθώς την διαβαίνεις. Μέσα σε ετούτα τα παρθενικά ακρογιάλια, αφήνεις μια βαριά αναπνοή και αποχαιρετάς τα προγονικά σου εδάφη, για ένα νέο αύριο, σαν ετούτο, που καρτεράς, μόλις αγγίξεις προσεχτικά το προσκεφάλι σου απάνω στο στέρνο μου. Μέσα στα μάτια σου, αναζητώ εκείνη την φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Τούτη την θάλασσα, που θωρώ κάθε φορά σαν σε παρατηρώ και σε γδύνω απαλά με τις ματιές μου. Οι προθέσεις μου σαν αγριεύουν πιάνουμε λιμάνι και χυμάω καταπάνω σου. Γίνομαι ένα με τα ανταριασμένα κύματα του φουρτουνιασμένου πλοίου. Σαν περνάει ετούτη η στιγμή, το θρόισμα της καρδιάς μου, γίνεται ένα με τον χτύπο της θάλασσας, που τρυπάει με βία ετούτα τα σκουριασμένα κουτιά, που με κρατούν μακριά σου. Το μόνο, που ποθώ πραγματικά είναι να γίνω ένα με ετούτη την γαλάζια πλανεύτρα, που σε ‘χει πάρει μακριά μου. Να πάρω φόρα και έτσι γαλήνια καθώς είμαι, να αφήσω πίσω κάθε μορφή ενοχής και κάθε φορτίο θλίψης και να πηδήξω μέσα, στην αγκαλιά ετούτης της μητέρας, να γυρίσω ξανά στην πρώιμη μορφή μου και πίσω στην δική σου αγκαλιά. Εκεί που μας περιβάλει ετούτο το καταγάλανο ιριδίζον στοιχείο της θείας μήτρας. Σαν ακούω την φωνή σου, να με καλείς, σκέφτομαι όλα ετούτα τα χρόνια, που περνούσαν χωρίς εσένα. Χωρίς την εικόνα της μορφής, που περιλούζεται κάτω από εκατομμύρια δροσοσταλίδες απάνω στο λείο δέρμα σου.

Σε ποθώ βαθιά, όπως ο φυλακισμένος την πρώτη ακτίδα φωτός έξω από το κελί του. Καρτερώ να νιώσω τα το βλέμμα σου, απάνω στο κορμί μου, να καίει την ψυχή μου. Έτσι, ετούτο το γαλάζιο χρώμα του ουρανού να διαλύσει κάθε σπιθαμή ενδοιασμού μέσα μου. Να ξετρυπώσουμε και να αδράξουμε τα λεπτά και τα δεύτερα, από κάθε θρόισμα ετούτων των φύλλων του καταπράσινου τοπίου, που μας πνίγει ασφυκτικά. Μα κι εκείνο το ταξίδι, που κάνει η άμμος για να φτάσει και να σε αγγίξει παροδικά για μόλις μερικά δεύτερα γίνονται ένα με την πνοή σου. Όλα ετούτα τα πεφωτισμένα παιχνιδίσματα του γαλάζιου ουρανού αντανακλώνται απάνω στα μάτια σου.

Όλο ετούτο το γαλάζιο του κόσμου, πώς είναι δυνατόν μην να σπαταλιέται απάνω στην δική σου ματιά; Όλο ετούτο το σμαραγδένιο φως, πώς γίνεται να μην έχει γίνει κόσμημα, απάνω στα δικά σου χέρια; Πώς, όλος αυτός ο αφρός να μην δροσίζει τα δικά σου ακροδάχτυλα μια ζεστή μέρα σαν αυτήν; Θεέ μου, πώς σπαταλάς όλου του κόσμου το γαλάζιο; Το μόνο, που καρτερώ είναι να σου χαρίσω απλόχερα, ετούτο το παρθενικό γαλάζιο χρώμα όλων εκείνων των θαλασσών και των ποταμών, που έχουν μονάχα τα μάτια ενός έμπειρου ναυτικού ιδεί, για να σου προσφέρουν γαλήνη στην φουρτουνιασμένη σου καρδιά και το πονεμένο σου μυαλό, που σαν το καίει μέρα νύχτα ο ήλιος, σου παίρνει λίγο από την λάμψη. Ω, μεγάλε Θεέ μου, πώς σπαταλάς όλο ετούτο το γαλάζιο του κόσμου, απάνω όλα εκείνα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, αντί να το προσφέρεις σε αυτά τα νέα κορμιά, γεμάτα έρωτα και ορμή;




ΖΝ.

Οκτωβρίου 18, 2021

Dédié à mon poète romantique.

 

"Να σε κοιτώ όλο νόημα και εσύ σιωπάς. Αφήνω δειλά-δειλά την σκιά του φόβου και προσανατολίζομαι σε μια νέα αρχή."

Έχω ανάγκη να αγαπηθώ. Έχω τόσα να σου δώσω, μα δεν ξέρω, αν θα σου είναι αρκετά. Δεν ξέρω αν μπορώ, να αντέξω όλα ετούτα, που ψευδώς νόμιζα, πως κατείχα τόσα χρόνια. Ξέρω μονάχα, πως έχω κουράσει την καρδιά μου. Έχω ρημάξει την ψυχή μου να καταπιάνεται, από εφήμερες ματιές και παροδικά γέλια, μέσα στην σιγή της αγωνίας του φωτός,  κάτω από κάποιον χαμηλό ήχο, μέσα σε ξεχασμένα υπόγεια και ανάμεσα στις βοές του πλήθους. Γνωρίζω καλά, πως τούτο το σφίξιμο της καρδιάς μου, δεν περνάει και σαν μένω μοναχή μου, δεν νιώθω πια, τόσο ευάλωτη. 

Νιώθω το βάρος του σώματος σου απάνω στο δικό μου, και την βαθιά σου αναπνοή να ζεσταίνει τον παγωμένο μου λαιμό και έτσι αποκοιμιέμαι τις ξάστερες νύχτες τούτου του βαρύ χειμώνα. Τα ακροδάχτυλα μου, έτσι ταλαιπωρημένα καθώς είναι, ξαποσταίνουν πάνω στο καυτό σου στέρνο, και η ανάσα μου γεμίζει τα πνευμόνια σου, με καπνό και την μυρωδιά, από κείνα τα κατακόκκινα οινοπνευματώδη ποτά, που γιωμίζαμε με κείνη την σιωπή, που επικρατεί καθώς το ξημέρωμα μας βρίσκει αγκαλιά. Έτσι η στιγμή του αποχαιρετισμού, δεν είναι πια τόσο επώδυνη. Σαν ξημερώσει και θα πρέπει να γυρίσω πίσω, ξέρω βαθιά μέσα μου, πως εσύ θα συνεχίσεις να υπάρχεις και να παραμένεις εκεί, ακλόνητος, μέσα στην δική σου σιωπή, να με αναμένεις, πίσω από μια πόρτα σε κείνο το διαμέρισμα από χαρτί και καπνό, μέσα σε κείνο το μικροκαμωμένο ντουζ να έλθω να σε ανταμώσω.

Η παραδοχή, πως θα με περιμένεις, να γυρίσω είναι και ο μεγαλύτερος φόβος μου. Αν, δεν έρθω θα συνεχίσεις να είσαι εκεί, και να με αναζητάς κάτω από τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής σου; Κάθε φορά, που θα ξημερώνει και θα αντηχεί η μελωδία κάποιου πλανόδιου, που παίζει λατέρνα εσύ θα με φαντάζεσαι, να βγαίνω έξω ατημέλητη και σκεπασμένη με τα ρούχα σου, να ακούω την μελωδία, που πλημυρίζει τους παγωμένους δρόμους της γειτονιάς σου; Θα με καρτεράς, σαν ανοίγει η πόρτα και ακούς βήματα, στην μεγαλεπήβολη είσοδο της πολυκατοικίας σου; Η θύμηση σου, μου ζεσταίνει την μεριά της μικρής και αδείας μου κλίνης, ενώ εσύ με αγκαλιάζεις και τα σώματα μας, γίνονται ένα μέσα στην ιλιγγιώδη ταχύτητα του κόσμου, που μας προσπερνάει. Και σαν λίγο πριν, ξεψυχώ θέλω να ακούω την βαριά σου ανάσα και να παρατηρώ το σώμα σου, καθώς κάνουμε ερωτα, κάτω από ηλιόλουστο φως τούτης της παρθένας ημέρας. Τότε που τα σώματα μας έγιναν ένα, σαν τότε, που δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου και σε αγκάλιασα με όλη μου την δύναμη;

 Εκείνη ήταν η μέρα, που σου έδειξα ποια είμαι πραγματικά, κάτω από το λευκό μου αλλά και μισό καμμένο προσωπείο. Μια δυνατή, μα και συνάμα ευάλωτη κοπέλα, που παραμονεύει να δείξει στο κακοποιημένο κορίτσι, που κρύβει βαθιά μέσα της, πως είναι να την αγαπούν πραγματικά, πως είναι να την αγκαλιάζουν και της λένε, πως αξίζει να προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της. Μα όλα αυτά, σβήνουν γοργά, σαν το τσιγάρο μου αγγίξει τον πάτο από το γυάλινο τασάκι, και εσύ χάνεσαι μέσα σε κείνον τον καθωσπρεπισμό, που μας ορίζει ετούτη δω, η πραγματικότητα. Θα σε αναμένω στο λιμάνι, εκεί, που ο αγέρας παίρνει βίαια τα μαλλιά μου, και η καρδιά μου θα βροντοχτυπάει να ανταμώσει την δική σου. 

Προς το παρόν, εγώ ετοιμάζομαι για να ξεκινήσω το προκαθορισμένο μου ταξίδι και εσύ θα κουβαλάς τον δικό σου σταυρό, μέσα στην σιωπή σου.

Εις το επανιδείν.



ZN.


Αυγούστου 21, 2021

Les talons rouges délavés.

Και τι απομένει λοιπόν, μέσα σε τούτα τα ξεχαρβαλωμένα κούφια τακούνια και πίσω απ’ αυτό τούτο το ψεύτικο χαμόγελο, που φορώ κάθε τόσο, που αντικρίζω ένα ακόμα ζευγάρι από χαροκαμένα χέρια και τα βλέμματα των περαστικών να εισβάλουν βίαια μέσα μου; Μια προσμονή για μια νέα αρχή. Μια ολάκερα νέα υπόσχεση. Μια νέα μορφή βλασφημίας, που ξεπερνά κάθε όριο προσμονής που μετουσιώνεται, σε έναν εξ ολοκλήρου νέο τρόπο τελμάτωσης, τούτης της προσμονής.

Τούτη η αναμονή συνθλίβει κάθε νέα προσπάθεια και στη συντριπτική πλειοψηφία σε αφήνει μόνη, ακόμη ένα βράδυ. Παγωμένη στην άκρη κάποιου ξένου κρεβατιού, μέσα σε αυτό το έρημο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου. Με συνοδεία τον ήχο από ένα νεκρωμένο τηλέφωνο, μέσα απ’ τα χέρια σου, ενώ το τσιγάρο καίει αργά τα ακροδάχτυλα μου, και η μυρωδιά της καμένης σάρκας να διαγράφεται μέσα, στη μνήμη μου, χωρίς να μπορεί να απαλύνει την βαθιά οργή μου.

Τούτα τα μαρτυρικά λεπτά, που σε αναμένω να φανείς, ακούγονται σαν τις ριπές του μανιασμένου αγέρα, μέσα σε αυτό κατάλευκο δωμάτιο, με αυτά τα καθάρια σεντόνια. Με το ηλιοβασίλεμα να τυφλώνει τα γαλαζοπράσινα νερά της παραλίας, που εκτείνεται απ’ άκρη σ’ άκρη, όσο τα μουσκεμένα μάτια μου προσπαθούν να εστιάσουν στην αναμονή του κομμένου ακουστικού. Μα εσύ, δεν θα φανείς, ούτε και σήμερα. Έτσι δεν αλλάζει πλέον τίποτα.

Η απουσία σου, γίνεται η μόνιμη κατάσταση της κομμένης μου ανάσας, πάνω από τούτο το ακουστικό, που ο συνδρομητής δεν φάνηκε, για ακόμη ένα ξημέρωμα. Έτσι με βρίσκει το παρθένο φως της χαραυγής, να ξεγλιστράω, από τούτη την θεόρατη κι έρημη είσοδο του, με το νέο ζευγάρι τακούνια στο χέρι να παίρνω το δρόμο της επιστροφής πριν καταφέρει τούτη το φως των σβήσει από την προηγούμενη νύχτα κρατώ στο χέρι το τσιγάρο μου και τα κλειδιά απ’ το σπίτι μου, που μόνιμα επικρατεί σιωπή και η μυρωδιά από τα αποτσίγαρα να είναι αναμειγμένη με την μυρωδιά από ‘κείνο το άδειο μπουκάλι.

Τούτη η παραδοχή της μοναξιάς και της απεγνωσμένης ανάγκης για απομόνωση, με ωθεί για ακόμη ένα βράδυ να καρτερώ, να ανταμώσω, μέσα στην καρδιά της μισοφωτισμένης και άδειας πόλης, εκείνα τα σμαραγδένια μάτια, με τα λεπτά χαρακτηρίστηκα, κι κείνο το γέλιο, που μου αγαλλιάζει την καρδιά. Και οι ώρες περνούν και κείνος δεν έχει φανεί ακόμη.

Μόνη, ξανά σωριάζομαι, κάτω στο σπασμένο πλακόστρωτο και κρατάω, ξανά τούτα τα κούφια κατακόκκινα τακούνια στο χέρι, ενώ στο βάθος επικρατεί μια πύρινη κόλαση και ο άλλοτε φωτεινός ουρανός γιομίζει με τα αποκαΐδια της ψυχής μου, που για ένα ακόμη βράδυ, έμεινα μόνη. Να καρτερώ να αγαπηθώ, έστω και για λίγες πλασματικές ώρες, από κείνον τον χαμένο ποιητή. Μέσα σε εκείνες τις σκιές, από κείνο το χωμένο σινεμά, που σαν το φως άγγιζε την ματιά του με κράταγε σφιχτά και με φίλαγε με πάθος.

Τότε, που για λίγο γίναμε ένα, μέσα στην σιγή της μανιασμένης θάλασσας. Και αυτή η πηγαία ανάγκη για στοργή είναι, που κι σύ καρτεράς, έστω και για μια στιγμή. Μια μονάχα στιγμή, μέσα στις σκιές του χρόνου, όπου κανείς δεν θα σε ιδεί και κανένα ζευγάρι μάτια δεν θα σε κρίνει. Μέσα σε τούτο το χάος της ώρας και της ζωής, που περνάει γοργά, από τούτα τα χέρια με τα σπασμένα και τσακισμένα νύχια που θωρείς.

Μια σπασμένη φωνή και απομεινάρια από κομματιασμένο γυαλί συνοδεύουν τούτο το θλιβερό ξημέρωμα. Και η σκέψη μου να καλπάζει απ’ άκρη σ’ άκρη της πόλης, αναζητώντας τον υπαίτιο. Αναζητώντας μια ξεθωριασμένη σκιά στους τοίχους να ρίξει όλο το κρίμα της υπόστασης μου, την αδυναμία μου να νιώσω κάθε συναίσθημα χαράς και ευημερίας έστω και για μια στιγμή, μα σαν προχωρώ και αντικρίζω την αντανάκλαση μου, μέσα από ένα ραγισμένο τζάμι, σε κάποιο παλιό συρμό, αντικρίζω τον υπαίτιο να κρατά τα κλειδιά του στο χέρι και ένα ζευγάρι από ξεθωριασμένα κόκκινα τακούνια στο χέρι.


ΖΝ.

Ιουλίου 25, 2021

La chimère du silence.


Μέσα σε τούτο τον αστικό φλοιό, που προσπερνώ βιαστικά, παρατηρώ τα σιδερένια κλουβιά, από τσιμέντο και απαστράπτουσα λαμαρίνα, να ορθώνονται μπρος μου, να δημιουργούν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που μου καίει το δέρμα και θρυμματίζει ολοσχερώς τα γυάλινα μου μάτια. Τούτο το εχθρικό περιβάλλον καρτερά να με βλάψει, να με θαμπώσει με την αλαβάστρινη και εκτυφλωτική του αντανάκλαση. Μα, μέσα από τον πυρωμένο δρόμο και τα ιδρωμένα κορμιά, επικρατεί θλίψη. Τούτα τα θεόρατα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, είναι και η απόδειξη, πως ο άνθρωπος καρτερά τον αυτοπεριορισμό, απολαμβάνει σιωπηρά, τούτη την ενοχική φιληδονία, που απαστράπτει αυτή η εκτυφλωτική αντανάκλαση, που μεταδίδεται με την ταχύτητα του φωτός και του ήχου. Με τυφλώνουν οι λευκοί ήχοι και με απωθούν να συνεχίσω την προκαθορισμένη μου διαδρομή, προς το δικό μου κλουβί. Εκείνο, που αποκαλώ σπίτι.

Παρόλο, που εκεί μέσα δεν επικρατούν, τούτοι οι απόκοσμοι ήχοι της αστικής τρικυμίας, κυριαρχεί μια άλλη αβάσταχτη, μετέωρη σιωπή, απ’ τα δικά σου χείλη. Μια σιωπή, που αντηχεί, τόσο εκκωφαντικά, μέσα μου και γύρω μου, που απ’ την μύτη μου κυλάει μια πορφυρή σταγόνα αίματος, και πέφτει, απάνω στα λευκά μου ρούχα. Τούτος ο ήχος είναι και ο πρώτος πραγματικός ήχος, που σπάει την βασιλεύουσα παύση των χειλιών σου.

Αδυνατώ να σε ακούσω, μέσα απ’ τη βαθιά μου θλίψη και έτσι να ‘μαι πάλι, άλλο ένα κομμάτι σάρκας, που καρτερά να ιδωθεί, από τούτα τα καταγάλανα μάτια και να αγκαλιαστεί, απ’ την μουσική του σεληνόφωτος, μέσα από την αραχνούφαντη κουρτίνα του διαμερίσματος. Πάντα όμως, επικρατεί τούτη η ματαίωση. Μια περιθάλπουσα σκιά, απ’ τον ριζωμένο ενδοιασμό μου και την βαθιά εμποτισμένη από τον δικό σου φόβο, που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Έτσι τούτος ο φόβος σου να ιδωθείς και να αγγίξεις αυτό το σώμα, με τούτες τις ατέλειες, που το απαρτίζουν. Αυτήν την χίμαιρα, που πνίγει και τους δυο μας, μέσα σε τέσσερεις λευκούς τοίχους, την περιθάλπουμε μαζί και βαθιά μέσα σου, θαρρώ, πως το γνωρίζεις. Τούτος ο φόβος να με αγγίξεις μου διαλύει την ύπαρξη, κάθε γαμημένο λεπτό, που περνάει. Μα και τούτος ο διασκορπισμένος μου ενδοιασμός να αφεθώ θρυμματίζει, κάθε τόσο, τον δικό σου εαυτό, με αποτέλεσμα να αλληλοσπαραζόμαστε, μέσα σε τούτη την χίμαιρα της σιωπής μας.

Έτσι και πάλι, τούτο το χάραμα με βρίσκει αποσβολωμένη και απομονωμένη, μέσα σε τούτο το θεόρατο, ξέστρωτο κρεβάτι. Είναι από ‘κείνα, που κοιτούν, μπρος τους την θέα της ρημαγμένης πόλης και εκείνο τον μικρό ακάλυπτο, κάπου ανάμεσα στις άπειρες μικρό-συνοικίες. Και καθώς σαν ξημερώνει, το φως τρυπά μέσα του, σαν κλέφτης, απ’ τις κουρτίνες και αγκαλιάζει στοργικά, τούτα τα μάτια, που σαν ωκεανός από παγόβουνα, αγκαλιάζουν τις κόγχες των ματιών σου. Τούτο το βωβό κλάμα εμπεριέχει μέσα του, την σιωπή, αλλά και την βαθιά παραδοχή της συνενοχής μου.

Δικάζομαι κάθε νύχτα, που σαν βρίσκομαι στην αγκαλιά σου, πονάει ολάκερο το στέρνο μου και τα μάτια μου καίνε. Η κατηγορία μου είναι ο θρίαμβος της αποξένωσης ολόκληρου του γνωστού κόσμου, και μέσα σε αυτόν υπάρχουν και τούτα τα υδαρή μάτια, που σπάνια με θωρούν. Η ποινή μου, λοιπόν, είναι η συγκάλυψη και η συνενοχή, σε τούτο το ειδεχθές έγκλημα. Το κλάμα μου, σχεδόν ασθενικό πια, το περνάς απαρατήρητο, με το μόνο υπόλειμμα του, να ‘ναι η βαθιά κούραση και οι μεγάλες αυλακώσεις στο κατά άλλα νεανικό μου πρόσωπο, που κάνουν την εμφάνιση τους, από την μικρή ηλικία των 25 ετών, που μόλις πριν λίγο καιρό, είδα ζωγραφισμένο απάνω σε ένα δυαδικό σύνολο από κεριά, που έσβηνε αργά, από την ζέστη και τα καυτά χνώτα του περίγυρου μου.

Η απογοήτευση στο βλέμμα μου και τα βαριά μου βήματα, προς τούτο το κρεβάτι, ποτέ δεν έγιναν ελαφρά την καρδία. Είχα ξέρεις μια βεβαιότητα, πως αυτήν την φορά κάτι θα αλλάξει, μα ήταν μάταιο. Να ‘μαι πάλι εδώ μοναχή, να αργοσβήνω, από τον επικείμενο καύσωνα, μέσα στο χτισμένο μου καλά καταφύγιο, απ’ τα μάτια σου, όμως τούτη την φορά ο εχθρός δεν είναι άλλος, από τον ίδιο μου τον εαυτό. Τούτες οι λέξεις αποτελούν και τη μόνη απόδειξη της αθωότητας μου. Το μόνο πράγμα, που ποθώ είναι σε νιώσω, βαθιά μέσα μου. Τα μάτια μου, έτσι σπασμένα που ‘ναι, δεν μπορούν να σε δουν και τούτες οι λέξεις απειλούν να βλάψουν κι εσένα. Μην γυρνάς την πλάτη σου, μην αφήνεις το σεσημασμένο μου κορμί να παγώσει κι άλλο, απάνω σε τούτο το αφιλόξενο στρώμα, που κάθε νύχτα ποτίζω.

 

Venir.

Ne te tourne pas le dos.

Τiens ma main.


ΖΝ.

Μαΐου 25, 2021

Un autre enfant du carré.

Le deuxième volume.

Ανάλαφρη, που είναι, η σημερινή νυχτιά. Ο ουρανός μόλις έχει σκοτεινιάσει, και η τούτη η ώρα με βρίσκει, να θωρώ το είδωλο μου, μπρος από κάποιον καθρέπτη. Tα κλειδιά γλιστρούν απαλά, απ’ τα χέρια μου, και λικνίζονται μαζί με τον ρυθμό, από κάποιο παλιό γραμμόφωνο, που ακούγεται απ’ το δίπλα διαμέρισμα, που μου ‘χει παρασύρει τον συλλογισμό. Με ταξιδεύει στις παλιές εκείνες διηγήσεις του, με τούτο το ηχόχρωμα και κείνη την γνωστή μελωδία να με παρασέρνει. O αγέρας φυσάει και παίρνει τα μαλλιά μου. Μαζί με αυτόν ταξιδεύει και η φωτιά των σπίρτων και μου καψαλίζει ελαφρά τα ακροδάχτυλα. Καθώς προσπαθώ να μαζέψω τα μαλλιά μου, κοιτώ ψιλά τον γυμνό ουρανό. Δειλά, αρχίζουν να κάνουν και την εμφάνιση τους, οι πρώτοι αστερισμοί, και να σημαιοστολίζουν την γύμνια του, με τρόπο πρωτοφανή. Ελπίζω τούτο το υπερθέαμα, να το αντικρίζεις κι συ, μέσα σε τούτη την χειμερινή νυχτιά της τσιμεντένιας αυτοκρατορίας, που τώρα δα διασχίζεις. Τούτο, το κέντρο είναι γιομάτο με δικά σου αρώματα.

Με γρήγορες κινήσεις ανάβω το τσιγάρο και κατευθύνομαι, προς τα κει. Με συνοδεύει, ο χαρακτηριστικός ήχος, που κάνουν τα τακούνια μου, καθώς χτυπούν απαλά απάνω στο πλακόστρωτο. Οι στάχτες απ’ το τσιγάρο είναι και το μόνο στοιχείο, που αφήνω πίσω μου, μαζί με το φουλάρι στο λαιμό μου, που χορεύει με τον αγέρα τούτης της κρύας νύχτας. Τούτος ο ήχος, που με ακολουθεί, μου θυμίζει, σαν τότες που ‘μουν μικρή, και τον άκουγα, καθώς περνούσαν, οι γυναίκες, σε τούτους τους πολυσύχναστους δρόμους. Τώρα, πια είναι όμοιοι, με εκείνους τους λαβυρίνθους των καταγώγιων. Εκείνες τις εποχές, τις πιο αθώες, σαν θωρούσα μια γυναίκα να φλέγεται, μέσα σε εκείνα τα πυρωμένα χρώματα, με την ανάσα της να βαραίνει το στέρνο της, από το πυρωμένο τούτο φόρεμα, που πάντα κάτι καρτερούσε ενώ η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Τώρα, πια περπατώ εγώ, σε τούτα τα τακούνια, με τα χείλη μου να ‘ναι κατακόκκινα και να στολίζονται, από ένα μισόσβηστο τσιγάρο. Το χνώτο μου, μυρίζει καφέ σε συνδυασμό με το αλκοόλ. Τον λαιμό μου, τον έχω στολίσει, με ένα απαλό άρωμα. Τα μαλλιά μου είναι ανακατωμένα και πυρωμένα με εκείνο το φλογερό χρώμα της φωτιάς. Απάνω απ’ το αφτί μου υπάρχει μια μικρή κατάμαυρη πένα, που μάλλον, είχα ξεχάσει. Η καρδία μου χτυπά δυνατά καθώς φτάνω στο Σπιρτόκουτο. Το μόνο, που ποθώ, πιο πολύ είναι ένα δυνατό ποτήρι, από κείνο το ουίσκι, που είχα πάρει κι χθες. Οι σκέψεις μου χάνονται, μέσα στον λυσσασμένο αγέρα. Νιώθω, την λαχτάρα μου, να μου καταβάλει την καρδιά.

Μπαίνω μέσα και ξάφνου, βλέπω σαν μάνα εξ ουρανού, μια μορφή αλλιώτική απ’ τις άλλες, ατίθαση. Δημιουργημένη κατ’ εικόνα και ομοίωση της δικής μου επιθυμίας. Ενός νέου χαμένου άνδρα. Με μια εμφανής θλίψη να περιβάλλει τα σκοτεινά του μάτια. Ψάχνει απεγνωσμένα κάποια διέξοδο, από τούτο το φως. Παίζει με το βλέμμα του και χαμογελάει, ανάβει τσιγάρο και φυσάει το καπνό μακριά. Το σώμα του είναι νεανικό, πλούσιο και λυγερό, με μια χαρακτηριστική φωνή, που την κρυφακούω ανάλαφρα, σαν κοντοστέκομαι. Περνάω, από δίπλα του, και μυρίζω το άρωμα του. Τον αγγίξω τυχαία, και έτσι διασταυρώνονται τα βλέμματα μας. Τον ακούω να σιγομιλάει και να παραλογίζεται για κάποιους μουσικούς δρόμους, που είναι ξεχασμένοι. Καθώς θωρώ τον πόθο του να οργιάζει, για να ιδωθεί, απομακρύνομαι μα ξέρω πως τούτοι οι κόσμοι είναι όμοιοι. Δυο δυο κόσμοι, που μπορούν να συνυπάρξουν τα σώματα για μια ακόμη νύχτα. Αυτή η επιθυμία, που γεννάται μέσα μου, μου καίει τα σωθικά.

Να ‘μια και πάλι εδώ, δεμένη σε ένα αδιέξοδο. Να ‘μαι αλυσοδεμένη, με τον καπνό, που γιομίζεις, τα πνευμόνια μου. Τόσο η καρδία μου σφυροκοπάει μέσα στο ασθενικό μου στέρνο. Μέσα σε τούτα τα κακόφημα σοκάκια, μέσα στην βαριά σου αναπνοή, από κείνα τα σέρτικα τσιγάρα, εγώ ποθώ να ιδωθώ. Με την μυρωδιά, από κείνο το παλιό κρασί, να πλημυρίζει τα χείλη σου και να πέφτει μια λεπτή κόκκινη σταγόνα, απάνω στο μαύρο σου πουκάμισο. Καθώς οι δυο μας, δημιουργούμε τις συνθήκες, αλληλοσπαραζόμαστε, μέσα στην σιγαλιά. Καθώς, φοβάμαι να σε ιδώ και να αγγίξω, υποτάσσομαι. Υπομένω τον πόνο. Υποκλίνομαι, μπρος στα κατάμαυρα μάτια σου. Χάνω τον εγωισμό μου. Ξεγυμνώνομαι την ύστατη στιγμή. Δείχνω την αμαρτωλή μου σάρκα. Την βαθιά λάγνα μου πλευρά. Αγγίζω το πόνο σου. Αντέχω την βαριά σου αναπνοή. Μπορείς να κουβαλήσεις την καθάρια μου ματιά και την μελαγχολία μου; Μπορείς να με αγγίξεις; Μέσα σου κρύβεις, ένα μικρό παιδί, που σπαρταρά για αγάπη.

Και σαν φεύγει η νύχτα πια σε αποχαιρετώ, μέσα στην ζάλη. Χάνομαι. Ανήκεις στις σκιές της σκοτεινής μου μορφής, κι εγώ προσδοκώ να ζήσω, μέσα στο φθισικό φως της καπνιάς μου. Με το φως να μου καίει τα μάτια και τον καπνό μου να γεμίζει το δωμάτιο. Και σαν ανοίγω τα μάτια μου, βρίσκομαι ξανά, μέσα στο ίδιο μαγαζί, μόνη με κανένα τριγύρω. Το κεφάλι μου να καίει και εγώ να αναρωτιέμαι. Η απάντηση είναι πια, ξεκάθαρη στο μυαλό μου. Σε αφιερώνω τούτο το κομμάτι του εαυτού μου, ξεχασμένος καθώς είσαι πια, σε συγχωρώ, που δεν υπήρξες ποτέ.

 

Sachant maintenant que tu n'a jamais existé, que vous étiez un autre enfant à naître.

Αφιερωμένο εξαιρετικά.

ΖΝ.

La muse de la mer.

       Άλλη μια νυχτιά, που θωρώ ετούτη δω την ανταριασμένη ξελογιάστρα, με τα κύματα της να σκάνε, σαν πυροτεχνήματα, μέσα στην ψυχή μου, σε τούτο το κακό τσακισμένο κατάστρωμα, που το τρώει το αγιάζι και η αλμύρα. Ο αγέρας ορμάει στο βρεγμένο μου μέτωπο, η αλμύρα εμποτίζει τις βαθιές ρυτίδες του προσώπου μου. Όσο για τα άγρια και ροζιασμένα μου χέρια, αυτά τα κατατρώει το αναθεματισμένο σκοινί. Μυρίζω στον αγέρα την θαλασσοταραχή και παρακαλώ τον μεγαλοδύναμο να μην μας πάρει μέσα στον υγρό της βασίλειο.  
        Θυμάμαι, αμυδρά την ζωή μου, πριν εκείνη την μεγάλη απόφαση, κάποιον ξεχασμένο Μάη του ’51, όπου σάλπαρα για πρώτη φορά. Τα τότε καχεκτικά χέρια μου να τρέμουν, μα την καρδιά μου να βροντοχτυπάει το στέρνο μου και να θέλει να βγει έξω, να ενωθεί με εκείνην, την υγρή μούσα, την Θάλασσα. Εκείνην να βογκά κάθε δειλινό και να φουσκώνει, από ηδονή, και να ποθεί μονάχα εκείνον. Κάθε βράδυ γινόμαστε το απάγκιο της. Όταν έρχεται κοντά του, εκείνη γιομίζει ολάκερη και αντανακλάει όλη του την λάμψη, μέσα στα βρώμικα θολά της νερά.
      Η Θάλασσα δεν είναι εκείνη η όμορφη γυναίκα, που φανταζόμουν τότε, μα είναι μια άγρια, λυσσασμένη και βαθιά πονεμένη γυναίκα, που χωράει κάθε λογής αντρίκια ψυχή μέσα της. Από κείνον τον ξένο θερμαστή, που τόσο πάλευε να κάμει δικό της, ένα μανιασμένο βράδυ το χειμώνα του ’65 και τους άλλους που τους αρπάζει από τα σπίτια τους και τους παρασέρνει σε έναν φρενήρη χορό με τα κύματα της. Ένας από αυτούς, έμελλε να ‘μουν κι εγώ.
         Μας κάνει να λησμονούμε, με το γλυκό της τραγούδι και την βαθιά μεθυστικήμυρωδιά της. Μας αγκαλιάζει, με το πέπλο της αλμύρας της και έτσι ζούμε, φυλακισμένοι, μέσα στους στενούς της κόλπους. Κι όταν αναζητούμε το χάδι της, μας το προσφέρει, απλόχερα, έτσι μεταμορφωμένη σε κάθε λογής γυναίκα του λιμανιού, που πλαγιάζουμε από το Μαρόκο μέχρι την Μπουσάν.
         Η θάλασσα για κάθε ένα από εμάς είναι η προσωπική του ηδονή, κι όταν φεύγουμε από το λιμάνι του Πειραιά και το πόδι μας ακουμπάει το μουσκεμένο μπουλμέ του καραβιού, μονάχα τότες νιώθουμε, ότι φτάσαμε στο σπιτικό μας. Κι όταν το ταξίδι μας τελειώσει θα επιστρέψουμε σε τούτα τα πατροπαράδοτα νερά, και θα‘μαστε πλέον, ένα με αυτήν την ανταριασμένη ξελογιάστρα, που οι άνθρωποι ονομάζουνε θάλασσα. Έτσι θα συνεχίζουμε το αιώνιο αγώνα της με τον ήλιο. Θα γίνουμε ένα με το πολυπόθητο ταραγμένο ηλιοβασίλεμα. Θα είμαστε το χάδι σε κάθε απομακρυσμένο ναυτικό αλλά και σε κάθε εν δυνάμει εραστή της, γιατί η υγρή αυτή μούσα αποτελείται από όλες τις ψυχές των θαλασσόλυκων, που πέθαναν αναζητώντας εκείνο το πάντρεμα της αλμύρας και των πύρινων χρωμάτων του ουρανού.



Αφιερωμένο στο μεγάλο δάσκαλο.

ΖΝ