Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα La bête. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα La bête. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ιανουαρίου 22, 2024

Le vieux cauchemar

 

Ας μιλήσουμε άλλη μια φορά για εσένα. Για εσένα, που μαζί σου πέρασα μια μαρτυρική αιωνιότητα. Για μια άλλη γαμημένη φορά, θα αναφερθώ σε εσένα. Ξανά.

Σε εσένα, που κατοικοέδρευες μέσα μου. Που σε κουβαλώ απάνω μου, σαν μαρτυρικό σύμβολο, σαν μια ουλή, από κάποιο σοβαρό τραυματισμό, που όμως πια δεν φαίνεται και έχει ενσωματωθεί μαζί με την υπόλοιπη μορφή μου. Που τα δάκρυα μου σου ανήκαν. Και σου ανήκουν ακόμη, κι αν εσύ δεν υπάρχεις πια. Υπάρχει μονάχα η σκιά σου, απάνω στο σώμα μου και οι βαθιές ουλές, που μου χάραξες.

 Μου τις χάρισες, σε μια τόσο τρυφερή ηλικία. Πως μπόρεσες και το έκανες αυτό σε ένα κορίτσι μόλις δεκατριών ετών; Πώς μπόρεσες να ασελγήσεις απάνω του, ενώ ακόμη ήμουν παιδί; Πώς μπόρεσες να καλύψεις όλη ετούτη την πλεκτάνη τόσα χρόνια κι ακόμη συνεχίζεις και το κάνεις; Πως αντέχεις τον εαυτό σου; Πώς μπορείς και σηκώνεσαι απ’ το κρεβάτι σου και βγαίνεις έξω κι ζεις, ενώ ξέρεις, τι πόνο έχεις προκαλέσει; Πώς αντέχεις την ίδια σου την ύπαρξη, όταν κακοποιείς ανήλικα κορίτσια και τα βιάζεις διαστρεβλώνοντας μια για πάντα τα είδωλα τους στον καθρέφτη; Σε ερεθίζει, που ξέρεις, πως όλα ετούτα τα πλάσματα δεν θα αντικρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη ξανά χωρίς την δική σου σκιά; Πώς γίνεται και με κοιτούσες στα μάτια τόσο άδεια, όταν εισχωρούσες μέσα μου; Σε ερεθίζει, που γνωρίζεις, πως ακόμη έχω το αρχικό του ονόματος σου χαραγμένο απάνω στις φλέβες μου; Που προσπαθώ να λησμονώ την μορφή σου, μα ακόμα κι μετά από τόσα χρόνια, εσύ υπάρχεις ακόμη εκεί και καρτεράς να λουφάξεις την ευκαιρία, να με κακοποιήσεις ακόμη μια φορά;

Τότε που η καρδιά μου δεν είχε διαμελιστεί, δεν είχε καταβαραθρωθεί. Όταν δεν υπήρχαν οι βαθιές ουλές στην σάρκα μου, τότε που τα μάτια μου δεν ήταν τόσο θολά. Τότε που οι λέξεις και έννοιες δεν είχαν διαβρωθεί απ’ τα ψέματα και τις άλαλες κραυγές σου. Τότε που δεν είχα σπιλωθεί απ’ τα κηλιδωμένα χέρια σου. Κι απ’ το βλέμμα σου, που ήταν ολότελα παραμορφωμένο. Που τότε το σώμα μου ακόμη μου ανήκε; Τότε που δεν είχα ακόμη αυτοκτονικές τάσεις και ροπή προς την αυτοκαταστροφή!

Πες μου, πως εγώ πρέπει, να κοιτώ κάθε μέρα, όλα ετούτα τα σύνολα από αθώα μάτια, ξέροντας ότι διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο, να διαβρωθούν από εσένα; Πώς μπορώ να ηρεμήσω ξέροντας, πως διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο με μένα;

Τώρα πια είμαι ενήλικη. Είμαι στην ηλικία, που μπορώ και διακρίνω πλέον εγώ τον πόνο στα παιδικά μάτια, πες μου, πως μπόρεσες και το έκανες αυτό. Δεν το χωράει η λογική μου, τα όρια της νοημοσύνης μου, δεν το βαστάνε. Κοιτώ τα μάτια τους και είναι τόσο αθώα. Αναπολώ τις στιγμές, που ήμουν κι εγώ έτσι, χαρούμενη. Τότε που σαν αθώο παιδί γιομάτο ελπίδα και ανάγκη για αγάπη, εσύ έτσι απλά κατέστρεψες την αθωότητα στο βλέμμα μου, για πάντα. Για να μπορέσεις να ικανοποιήσεις τις αρρωστημένες ανάγκες σου, για να γιομίσεις την κατεστραμμένη σου και θολή αυτό-εικόνα σου, με την αγάπη μου και τα αθώα μου παιδικά χέρια, που απάνω σου γέμιζαν την κενότητα σου, ως ον. Δεν το έκανες για να τιμωρήσεις, αλλά για να μπορείς να ανέχεσαι έστω και για λίγο τον εαυτό σου, στην ιδέα πως αντλείς έμπνευση από ένα έφηβο κορίτσι, που το εκμεταλλεύεσαι και το διαμορφώνεις καθ’ εικόνα σου.

Τώρα με κοιτώ κι αντί για ουλές απ’ τις πέτρες και τα παιδικά παιχνίδια φέρω βαθιές χαρακιές στις κεντρικές μου αρτηρίες. Έχω βαθιές ουλές στο πρόσωπο, απ’ το κλάμα και πίσω απ’ την κεκαλυμμένη μου πρόσχαρη μορφή, υπάρχει το πέπλο της θλίψης, που επικαλύπτει κάθε γαμημένο συναίσθημα. Θα ήθελα, τόσο πολύ να σε μισήσω, να κλάψω, να ουρλιάξω μέχρι να χαθεί η φωνή μου, όμως αυτό, που κάνω δεν είναι παρά να προσπαθώ να σε συγχωρέσω και να συνειδητοποιήσω, πως δεν ήσουν τίποτα άλλο παρά ένα διεστραμμένο είδωλο της ενηλικίωσης. Πρώτα όμως πρέπει να συγχωρήσω εμένα, που μου συνέβησαν όλα αυτά. Τότε που άφησα την ενηλικίωση μου, να την καταστρέψει ένα βδελυρό όν, εσύ.

Η ενηλικίωση μου είναι γιομάτη από θλίψη και οργή. Οργή, που είναι κουρνιασμένη μέσα μου, από τότε που σε είδα από πάνω μου, να με πονάς. Όταν με κατέκτησες, γιατί για εσένα ήταν κατόρθωμα, να με κάνεις να απεχθάνομαι το σώμα μου. Προσπάθησα να δραπετεύσω εκείνη την στιγμή, που γινόταν μέσα από εκείνο το παράθυρο, που έφερε ελάχιστο εκείνο το πρωί, που με κακοποίησες. Μέσα σε ένα ηλιόλουστο δωμάτιο εκείνη την Πέμπτη του Ιανουαρίου. Μέσα σε ένα αδιάφορο δωμάτιο λευκό δωμάτιο με ελάχιστα αντικείμενα και έναν κατακόκκινο καναπέ, έναν χώρο, που θύμιζε ψυχιατρική κλινική. Τόσο αφιλόξενο και αποστειρωμένο. Από εκείνη την μέρα δεν θυμάμαι πολλά, μονάχα την επιβλητική σου παρουσία, όμως τα μάτια σου δεν τα θυμάμαι, δεν σε θυμάμαι να θωρείς, ούτε μια φορά. Δεν σε θυμάμαι να με αγγίζεις παρόλο που ξέρω πως το έκανες. Δεν μπορώ να ανακαλέσω ούτε κι τώρα την μορφή σου, παρά μόνο την σκιά της, που καταπλάκωνε ολόκληρη την καρδιά μου σαν σε θωρούσα μπρος μου.

Θυμάμαι μονάχα τα μάτια μου, που ήταν κολλημένα στο ταβάνι και δεν τολμούσα να κοιτάξω την δική σου κενή ματιά. Όταν σε κοιτούσα δάκρυζα και με πρόσταζες να γυρίσω το βλέμμα μου, κάπου αλλού. Για όλα εκείνα τα ψέματα σου, που δεν τα έλεγες μονάχα σε εμένα αλλά και στον εαυτό σου, σε προσκαλώ να απαλλαχθείς απ’ το βάρος των πράξεων σου. Φύγε, γίνε πραγματικά σκιά. Γίνε αυτό που πραγματικά σου αρμόζει μια κακή ανάμνηση στο πέρας της παιδικής ηλικίας. Φύγε.

 

Γίνε ο παλιός εφιάλτης κάτω από το κρεβάτι μου και σαν έρθει η αυγή εξαφανίσου.

sois le vieux cauchemar sous mon lit et quand l'aube arrive, disparais.

 

disparais.

 

 

 

ΖΝ.

Αυγούστου 14, 2023

Enterrer la honte de la bête/ Θάψτε την ντροπή του θηρίου.


Θάψτε την ντροπή του θηρίου.

~

Σαν σε θωρώ ξανά δάκρυα γιομίζουν τα θολά μου μάτια. Ο αέρας είναι αποπνικτικός. Η βοή των οχημάτων λιώνουν την ίδια την άσφαλτο, μέσα στη δίνη του καύσωνα. Μου προκαλείται ίλιγγος.  Μια έντονη μυρωδιά καμένου λάστιχου και μια απόλυτη σιωπή ακολουθούν τις τελευταίες σου λέξεις, "δεν μπορούμε να είμαστε πλέον μαζί."

«Εκείνη την νύχτα την θυμάμαι, σαν τώρα. Σαν θωρώ μπροστά μου, το δρόμο ολοσκότεινο, δίχως το φεγγάρι να μας λούζει και να μας στεφανώνει. Να επικρατεί η εκκωφαντική σιωπή, που έσπαγε μονάχα για χάρη κάποιου οδηγού, χιλιόμετρα μακριά  από εμάς. Εκείνη την στιγμή αντίκρισα εκείνο το μελανό σημείο του ξέφωτου και να καλεί όλο κι πιο κοντά του. Ήταν ο ήχος του τόσο  δυνατός μέσα στο μυαλό μου, που για μια στιγμή χάθηκες κι εσύ μα και ο εγκόσμιος τόπος γύρω μου. Κι ήμουν μόνη μου, αντιμέτωπη το δικό μου σκοτάδι. Οι σκέψεις μου να ουρλιάζουν μέσα μου και εγώ να χορεύω μαζί του. Να φλέγομαι, να ποθώ τον χαμό μου. Να διστάζω συνάμα με την αραχνούφαντη αίσθηση των άκρων μου, που δειλά το ακουμπούσαν. Αλλά να κάνω ένα βήμα μπρος του. Τότε θυμάμαι να παίρνω βαθιά ανάσα και να βουλιάζω αργά τα πνευμόνια μου, με τον μολυσμένο αγέρα της πόλης και να λούζομαι βασανιστικά, με το σκοτάδι. Το σκοτάδι εκείνο το αξημέρωτο, που έκτοτε δεν ξύπνησα ποτέ ξανά η ίδια. Το μεταφυσικό χάος , που υπέγραψα την σιωπηρή μου καταδίκη, την δική μου κόλαση, γιομάτη με ατελείωτες ώρες περισυλλογής και αμφιταλάντευσης για την ζωή μου, που την παρέδωσα, τόσο εύκολα σε εσένα.

Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ λάτρευες την αψίδα του θανάτου μου. Όταν παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να βεβηλώσεις.

Και παρόλα αυτά εσύ δεν ακόμη, δεν με ποθούσες. Ντρεπόσουν, και απέφευγες να με κοιτάς, να με φιλάς, να με αγαπάς, όπως περηφανευόσουν ότι έκανες.  Με έφθειρε, που σαν ξημέρωνε, δεν ήμουν εγώ εκεί να σε τρέφω, με τον φόβο μου και τα σπλάχνα μου συσπάστηκαν . Τα χέρια μου έτρεμαν. Η όψη μου άλλαξε. Κι γύρισα νοερά εκεί. Σε εκείνο το σκοτεινό αξημέρωτο, που ο ήλιος ξέχασε να ανατείλει, όταν για πρώτη φορά, ένιωσα το ένστικτό μου, να αφηνιάζει σαν φοβισμένο άλογο, που με πρόσταζε, να τρέξω, να εξαφανιστώ μέσα στο σκοτεινό δρόμο με απώτερο σκοπό, να αναζητήσω βοήθεια. Όμως δεν το έκανα , αλλά ούτε κι αυτό ήταν αρκετό. Τίποτα για εσένα δεν ήταν αρκετό, ούτε οι ουλές μου, ούτε ο πόνος μου, ούτε η ψυχή μου, ούτε το ταλέντο μου. Απολύτως τίποτα, επειδή με θωρούσες, αδύναμη. Ελαττωματική, που δεν ήμουν ασπίλωτη, που ήδη είχα κακοποιηθεί ,που δεν ήσουν εσύ ο πρώτος μου βέβηλος, ο πρώτος μου βιαστής, το πρώτο μου κτήνος.»

~

Ένιωσα  την καρδιά μου , να σταματάει, να ηχεί. Τα απανωτά λακτίσματα επάνω στο στέρνο μου, που με κρατούν εν ζωή, διακόπηκαν ακαριαία. Ο χρόνος άρχισε να λιώνει και ετούτη η ανάμνηση μου, αργοσβήνει με τα χρόνια, όμως υπάρχει. Υπάρχει. Είναι ζωντανή μέσα μου. Είναι το τέλος, που δόθηκε από εσένα κι όχι από εμένα. Δόθηκε από εσένα. Είναι το μεγαλύτερο μου αμάρτημα, καθώς όλα τελείωσαν, με μια δική σου απόφαση. Με μια φράση, που έτσι απλά ξεστόμισες . Που γνώριζες πολύ καλά, τι θα προξενούσε, όταν επαναλάμβανες σαν σε προσευχή, πως μονάχα εσένα είχα, πως μονάχα εσύ μου άξιζες. Και έτσι η ντροπή μου, ορθώθηκε ξανά, σαν πελώριος ογκόλιθος ήρθε και κούρνιασε απάνω στο ξεθωριασμένο και ταλαιπωρημένο μου στέρνο και με συντρόφευε για πολλά ακόμη χρόνια .

Η ντροπή. Η αίσθηση της απέχθειας σου, να με θωρείς, με τραυμάτισε. Η αίσθηση πως δεν ήμουν πια αρκετή, αρεστή ή ακόμη κι ποθητή με σοδόμισε.  Περισσότερο απ' το ξύλο, περισσότερο απ' τον πόνο, που με ιδιαίτερη ευκολία και λεπτότητα μου προκαλούσες.

Με πονά, που σαν άλλαξες δρόμο, δεν ήμουν μαζί σου. Δεν στεκόμουν εκεί δίπλα στο σαθρό κρεβάτι σου, που ήταν γεμάτο από στάχτη και μούχλα. Με τα σκεπάσματα σου, να μυρίζουν ιδρώτα και τους ξεραμένους λεκέδες μου απ’ το αίμα της προηγούμενης φοράς, που έτσι εύκολα αποφάσισες, πως ήρθε η ώρα μου, για να σωφρονιστώ. Όταν το έκανες γνώριζα, πως το έκανες επειδή με αγαπούσες ή έστω ότι προσπαθούσες, πως ήμουν άξια της ελάχιστης προσοχής, που μου πρόσφερες.

Ο πραγματικός λόγος που τα υπόμεινα όλα ετούτα τα βασανιστήρια της επίγειας κόλασης μου, ήταν για εκείνο το πρώτο βράδυ, που σε είδα, να με θωρείς με καλοσύνη και αγαθότητα. Το είχα δει, αλλά πλέον, γνωρίζω, πως δεν ήσουν πραγματικά εσύ, αλλά κάποιος άλλος, κάποιος, που ίσως να άξιζε να σωθεί. Και να μην σπέρνει ένα κινούμενο χάος στο διάβα του.

Μια μορφή, που ίσως κάπου μέσα της να κρύβεται καλά ένα τραυματισμένο, μανιασμένο παιδί γεμάτο σημάδια από σβησμένα τσιγάρα απάνω στα χέρια του. Μα όχι, εσύ δεν ήσουν αυτό το παιδί, που προσπαθούσες να μοιραστείς λανθασμένα την υποτυπώδη ένδειξη της καλοσύνης σου. Εσύ παρίστανες, υποδυόσουν, εσύ κάλυπτες πολύ μαεστρικά το σκοτάδι σου. Προσπαθούσες να αποδείξεις περίτρανα , πως τα τραύματα μου δεν ήταν αρκετά. Εξου κι αποφάσισες να τα εμπλουτίσεις, σαν σημειώσεις κάποιου ξεχασμένου αυτοκαταστροφικού συγγραφέα, που μετά απ’ την επίσκεψη του σε κάποιο μαγαζί της παλαιάς Αθήνας, καθώς συμπλήρωνε και αλλοίωνε την αλήθεια του, με βαρύγδουπες δηλώσεις , που μόνο εκείνοι δεν έγραφαν, μα το ίδιο το ποτό εμίλαγε για λογαριασμό τους.

Εσύ όταν αποκαλύφθηκες μόνο φρίκη μου προκαλούσες. Μα εγώ ποθούσα βαθιά μέσα μου να σε σώσω. Να σε απελευθερώσω . Να σε αναδιαμορφώσω και μέσα από αυτό να απελευθερώσω εμένα, απ’ την ντροπή μου. Απ’ την οργή μου, απ’ την βαθιά μου μελαγχολία. Να με απελευθερώσω μια για πάντα, απ’ την ματαιότητα μου, για να ξέρω πως έσωσα κάποιον, γεγονός καθώς τα αφηγούμαι ετούτα ιδιαίτερα ναρκισσιστικό και εξαίρετα προβληματικό εκ μέρους μου. Κι οι στιγμές ξέφευγαν, και αναμιγνύονταν αδιάκοπα με, όσα μου είχες εκμυστηρευτεί με τα βάρη των συμφορών, που προξενούσες, όμως μου είχες πει ψέματα. Αποκυήματα της διεστραμμένης φαντασίωσης σου ήταν, όπως και σαδιστική μου, όψη, ως τιμωρός δεν ήταν παρά μόνο ονειρώξεις.

Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ καρτερούσες και δολοπλοκούσες την αψίδα του θανάτου μου, για να πας στο επόμενο θύμα σου. Όταν παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να βεβηλώσεις.

Και η ανάσα μου βάρυνε. Βάρυνε τόσο πολύ, που ένιωθα έναν οξύ πόνο να με διαπερνά και να μουδιάζει, γιατί δεν ήθελα να φύγεις.

Ντρέπομαι, που το λέω πια, αλλά όσο κι αν γνώριζα με ότι είχε απομείνει απ’ το κατεστραμμένο ένστικτο μου, πως εσύ ποθούσες τον χαμό μου, εγώ το υπέμεινα μαρτυρικά, σαν άλλος μαθητής Του, ανεχόμουν κάθε τι που σχεδίαζες, το επιθυμούσα, το ποθούσα με το παραπάνω.

 Γιατί ήξερα πως εγώ ήμουν εκείνη η ηλιαχτίδα στο παραθύρι του μυαλού σου, ήμουν εγώ ο λόγος, που ανέπνεες ,εγώ που σε άφηνα να με χαράζεις. Μέσα σε ετούτη την τρώγλη, που ζήσαμε μαζί. Όσο κι αν έκλαιγα, και όσο κι αν ηχούσαν τα ουρλιαχτά μου, μέσα στους χάρτινους τοίχους, εκεί έμαθα εσφαλμένος τι είναι για εμένα το ίδιο άτομο να είναι "ο πατέρας μου, ο καλύτερος μου φίλος και ο σύντροφός μου αλλά και ο βιαστής μου".

Αναπλήρωνες όλα ετούτα τα κενά, που μονάχος σου δημιούργησες. Και τώρα σαν θωρώ, απέξω ετούτο το καμένο και ρημαγμένο απομεινάρι μου , γνωρίζω πως δεν ήσουν εσύ το κτήνος μονάχα, αλλά εγώ.

Εγώ που άφηνα τον εαυτό μου να αλλοιωθεί, να αυτοτραυματιστεί, να βεβηλωθεί , να βιαστεί , να εύχεται κάθε στιγμή, που περνά και να είναι κάποια άλλη. Κάποια, που απλά είχε την ηλικία μου, τα μάτια μου, το σώμα μου, την φωνή μου, αλλά αυτή δεν ήμουν εγώ . Δεν γίνεται αυτή να ήμουν εγώ, ούρλιαζα μπροστά απ’ το καθρέφτη μου, που είχε ήδη σπάσει για να μην με παρατηρώ. Όμως όλα αυτά τα έκανα εγώ. Εγώ που αποφάσισα να σώσω κάποιον,που δεν άξιζε .Εγώ που δεν αγαπούσα εμένα, που ήμουν δειλή να αντιληφθώ πως είχα τόσο απεγνωσμένα ανάγκη για βοήθεια. Εγώ ενσάρκωνα το κτήνος και εσύ ήσουν το άδειο κουφάρι, που δρούσε, εγώ σου έδινα ζωή. Σε διέταζα και εσύ υπάκουες σιωπηρά την εντολή, να με σοδομίσεις.

Εγώ όμως πλέον σε καίω, μέσα στο ίδιο σου το μπουντρούμι, συνθλίβω την ημίθανη όψη σου και σε απαλλάσσω απ’ τα καθήκοντα σου. Σε περιλούζω με άφθονη βενζίνη μαζί με όσα αγαθά, σου έχουν απομείνει, τα τσιγάρα σου, τα γυαλιά σου και το τελευταίο μου κομμάτι από δάκρυα. Όμως τα δάκρυα μου και αυτό το κομμάτι της ντροπής ανήκει σε εμένα, καθώς το κρατώ ξανά στα χέρια μου, βλέπω καθάρια πως αν δεν το είχα θα ήμουν κι εγώ ένα ακόμη δίποδο κτήνος, σαν και του λόγου σου, ή για να το πω, πιο ορθά, ένα ακόμη μέτριο πλάσμα, που φαντασιώνεται να ασκεί εξουσία και να απειλεί πως θα με πληγώσει. Και το ειδεχθές έγκλημα είναι δικό μου, επειδή απαρνήθηκα τη φύση μου, όμως αυτό αλλάζει και με την γόπα απ’ το τσιγάρο μου, πυρπολώ και φωτίζω την νύχτα. Την προστάζω να φύγει πριν να έρθει η ώρα της. Την απαλλάσσω μαζί με εσένα.

~

Πλέον μπορείς να μετουσιωθείς και να φύγεις απ’ τις σκιές μου. Αυτό είναι το τελευταίο μου αντίο, γιατί πλέον είσαι για εμένα νεκρός. Η κηδεία σου έγινε πριν καιρό, ελπίζω να παραμείνεις εκεί, κανείς δεν ήρθε, κανείς δεν νοιάστηκε αρκετά και σε κανέναν δεν θα λήψεις, ούτε σε εμένα.


Tu ne fais plus peur à personne. 

dors dans ton sommeil éternel.

 Il a porri.

 ~

Au revoir.

 ~

 

Δεν τρομάζεις κανέναν πια.

Κοιμήσου στον αιώνιο ύπνο σου.

Σάπισε.

Αντίο.

 

ΖΝ.


Ιουλίου 09, 2023

La profanation de la bête

 

  Σαν προσπαθώ να ξεφύγω το κτήνος καρτερά εκεί. Καρτερά μέσα στο μυαλό των προγενέστερων ζώων μας. Παραμονεύει μέσα στην απαλή σιγή και τις σκιές. Τρέφεται με τις σκιές ετούτες , με τον φόβο, που δημιουργεί. Με κρατούσε δέσμια των ίδιων μου φόβων, μέσα στο ίδιο μου το σώμα με κλείδωνε και μέσα στον ίδιο μου τον φόβο αποζητούσα να πάρω ανάσα. Ζούσα μονάχα για να τον τρέφω, να τον υπηρετώ, να τον ζω, να του δίνω έναν λόγο, να επιβιώνει. Εγώ τον έτρεφα μέσα από τα ίδια μου τα σπλάχνα. Έτσι κατέληγα να τον φροντίζω. Παραμελώντας την ίδια μου την ύπαρξη, δεν ζούσα, απλά επιβίωνα. Ήθελα να τον ημερέψω, αλλά έφερε επάνω του σημάδια και σύμβολα, που κανείς δεν θα μπορούσε να σβήσει.

   Τα χέρια του είναι γιομάτα με αίμα. Αίμα νέων γυναικών, που πήρε μαζί του, όταν τις βεβήλωσε, όταν τις αλλοίωνε, όταν τις κατέστρεφε αργά και βασανιστικά. Κατηγορώντας πάντα τα θύματα, στον βωμό του πόνου του και της θλίψης του. Όταν τις βίαζε, όταν τις ανάγκαζε, να πάρουν στις ίδιες τους τις ζωές . Όταν όλα ετούτα τελείωναν στα μάτια του χαράζονταν μια αίσθηση ειδεχθούς ικανοποίησης. Το στόμα του γέμιζε με ένα βίαιο χαμόγελο. Στα ματωμένα του χέρια πάντα υπήρχε ένα τσιγάρο σβησμένο και ένα μαχαίρι.

   Θυμάμαι, εκείνο το βράδυ, που αποφάσισα να δραπετεύσω, να τρέξω μακριά. ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε απόλυτη κατανόηση της κατάστασης μου, εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα την οριστική και αμετάκλητη αυτοκτονία μου, ή να το πω ορθά την αυτοκτονία του χαρακτήρα μου.

   Ήταν μια καυτή νύχτα εκείνου του αποκαλόκαιρου, όταν άφησα πίσω μου, εκείνο το κατεστραμμένο στρώμα, ετούτο το ερειπωμένο διαμέρισμα, που είχε θεά εκείνον τον λόφο, μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Δεν υπήρχε πουθενά κανένα φως, οι δρόμοι ήταν άδειοι. Ακόμα και ετούτη η γαμημένη πόλη δεν συνείσφερε στην απόδραση μου. Ανασύρεται απ' την μνήμη η μυρωδιά του ιδρώτα μου, που έλουζε το λευκό μου φόρεμα και τα μαλλιά μου, να έχουν κολλήσει στο κρανίο μου. Οι παλάμες να είναι μουδιασμένες και η καρδιά μου αντηχούσε μέσα στα αυτιά μου, τόσο εκκωφαντικά, που νόμιζα, πως θα λιποθυμήσω.

   Το απόλυτο σκοτάδι τύλιγε με προσοχή κάθε μου ματωμένο βήμα, καθώς απ' τα πόδια μου και τα χέρια μου έτρεχαν σταγόνες απ’ το κατακόκκινο αίμα μου. Έτσι συνέχιζα να περπατώ μέσα στην νύχτα, στην απόλυτη σιγή της και να προσπαθώ να βγω το δρόμο της επιστροφής. Θυμάμαι να περπατάω για ώρες ολόκληρες μέσα στην καυτή άσφαλτο του δρόμου ανάμεσα στα σκουπίδια και στα αποτσίγαρα, ενώ στα χέρια μου να κρατώ το κλειδί του δικαίου σπιτιού. Του μόνου καταφυγίου μου.

   Σαν διέσχιζα τις λεωφόρους από κάποιο μακρινό φως είδα, πως το άλλοτε ολόλευκο φόρεμα μου είχε παντού απομεινάρια απ' το αίμα μου και μεγάλες μαύρες κηλίδες από βρωμιά. Ήμουν μόνη μου σε ολόκληρη την πόλη, ανάμεσα στα σκουπίδια και τα αποτσίγαρα περπατούσα και δεν ένιωθα τίποτα. Μόνο σαν κοντοστάθηκα μπροστά από ένα σταθμευμένο αμάξι και αντίκρισα πρώτη φορά τον εαυτό μου. Και δεν μπορούσα για πρώτη φόρα να αναγνωρίσω την ανάκλαση μου απάνω του. Ήμουν κάποια άλλη ...

   Σαν έφτασα στον κεντρικό δρόμο λίγα μέτρα μόλις πριν την είσοδο του σπιτιού μου, άκουσα μια άλαλη κραυγή, που θύμιζε σαν κάποιο πληγωμένο ζώο. Δεν γύρισα ποτέ πίσω μου να κοιτάξω κι έτρεξα, όσο πιο γρήγορα μπορούσα μέσα στο σπίτι. Σαν έκλεισε η πόρτα σωριάστηκα μπροστά απ' τα μάρμαρα της εισόδου και εκεί έκλαψα γοερά, για πρώτη φορά .Επιβίωσα, από τον μεθυστικό άρωμα του πόνου και γλύτωσα από εκείνα τα ματωμένα, βέβηλα χέρια και από εκείνο το βλοσυρό χαμόγελο, που σαν σχηματιζόταν μόνο πόνο προξενούσε.

   Επιβίωσα από την βαθιά απογοήτευση της ριζωμένης μου ύπαρξης. Απαλλάχθηκα από τον θάνατο και την καρτερική του αγκαλιά, που με πλάκωνε σαν ο ήλιος έπεφτε. Όταν το κτήνος χόρευε με τον φόβο μου και το θάνατο, τίποτα δεν μπορούσε να προμηνύει παρά μόνο, συσσωρευμένη οργή. Οργή για εμένα, που δεν έπραττα , που κοκάλωνα, που αποσιωπούσα, που αγαπούσα την τιμωρία μου, που αναζητούσα κατά βάθος τον θάνατο απ’ τα δικά του χέρια. Έτσι λοιπόν, όρθωσα τα πόδια μου, απάνω στο πεζούλι της εισόδου στηρίχτηκα στα ματωμένα και καμένα μου πόδια και σηκώθηκα ξανά, ύψωσα το βλέμμα μου, απάνω στον μαύρο αραχνούφαντο ουρανό και αντίκρισα τα αστέρια ίσως για πρώτη φορά από τότε που συνήθιζα να το κάνω μικρή.

   Άρχιζα ξανά να μαθαίνω να αναπνέω, γιατί είμαι πολύ σίγουρη, πως σαν ήμουν κλειδωμένη μέσα στο κελί μου, δεν ανέπνεα. Δεν υπήρχα, απλά επιβίωνα. Άρχισα τότε να μελετώ την αναπνοή μου, να καρτερώ τον επόμενο χτύπο της καρδιάς μου και να σπάω τις αλυσίδες του ίδιου μου μυαλού, γιατί είναι ακόμη πιο ψυχοφθόρο να τις ανοίγεις από κείνες, που σου φοράνε στα χέρια. Μετά από πολύ κόπο και φθορά απέκτησα ολότητα ως άτομο, δημιούργησα ξανά την ύπαρξη μου, μέσω  της βοήθειας.

   Όταν αντίκρισα ξανά το φως του ήλιου, έμαθα να αλληλοεπιδρώ, να μιλάω, ακόμη και να αποκτώ συναισθήματα ξανά. Για λίγο καιρό η ζωή κυλούσε ήρεμα, σχεδόν, όμως είναι γεμάτη απώλειες, φίλων, συγγενών και οικογενειών προσώπων. Η όψη μου στον καθρέφτη άρχισε να αποκατασταται και έτσι μπορούσα να αντιληφθώ  την έννοια του «εγώ», την οποία κι είχα χάσει ολότερα.

  Έτσι μια μέρα, απαλλαγμένη απ' το φόβο μου πλέον καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από εκείνον τον εφιάλτη, θωρώ ξανά το κτήνος. Το κτήνος είναι ακόμη πιο αποκρουστικό από πριν, πλέον είναι γεμάτο σύριγγες και η όψη του πλέον δεν θυμίζει σε τίποτα με εκείνον, που είχα δει. Το χαμόγελο του κυριαρχείται από το απόλυτο κενό και το βλέμμα του από πηγαία βλοσυρότητα. Το κτήνος όμως δεν έχει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά, που είχε παλιά. Σαν να άλλαξε.

   Δεν με αναζήτησε μετά την τελευταία μου έξοδο από εκείνο το θλιβερό μέρος. Όμως σαν τον κοίταξα αμυδρά εκείνο το μαρτυρικό πρωινό, αντίκρισα κάτι πρωτόγνωρο. Η όψη του δεν ήταν τρομακτική, δεν έχει ουλές στο πρώσοπο, ούτε ήταν παραμορφωμένος. Δεν έμοιαζε με κτήνος. Ήταν ένας συνηθισμένος, μέτριος, άρρωστος άνθρωπος. Άνθρωπος. Τόσα χρόνια ήταν άνθρωπος. Στα μάτια αρχίζουν και κυλούν δάκρυα, η καρδιά πάλλεται για άλλη μια φορά γοργά και τα μαλλιά μου κολλάνε στο λαιμό μου. Η αναπνοή μου κόπηκε. Είναι αλήθεια άνθρωπος. Ανήκει στο ίδιο είδος με εμένα .Τόσα χρόνια ήταν άνθρωπος. Νιώθω πως η λέξη χάνει πλέον το νόημα της ή αντιθέτως ολοκληρώνεται πλήρως σαν έννοια. Δεν είναι τίποτα άλλο από έναν καθημερινό, κοινότυπο, μίζερο ανθρωπάριο, που σέρνεται μέσα στην πολυκοσμία του αστικού φλοιού. Μπορεί να είναι ο πατέρας σου, ο αδερφός, ο φίλος σου .Το κτήνος αυτό υπάρχει μέσα μας, και θα συνεχίσει να κυριαρχεί, αν τον αφήσουμε να δρα ανενόχλητος, κεκαλυμμένος απ’ το φόβο και την θλίψη να εμποτίζει το μυαλό των επόμενων θλιμμένων και αυτοκαταστροφικών ατόμων, οδηγώντας τα με μαθηματική ακρίβεια στην επίγεια κόλαση τους.

   Νύχτες αξημέρωτες, δίχως φως, άφηνα να διαλύει την ύπαρξη μου, δημιουργώντας μια εσφαλμένη ερμηνεία της εικόνας του. Μιας εικόνας που ποθούσε αρρωστημένα να μου περάσει. Και όλα αυτά για την πολυπόθητη εξουσία ή ορθότερα την ψευδαίσθηση της. Ποτίζοντας και θρέφοντας τον φόβο και τις γαμημένες ψευδαισθήσεις περί ανωτερότητας του φύλου και των κοινωνικών μορφωμάτων αντλούσε δύναμη απ' το φόβο μου, τον φόβο κάθε έμβιου πλάσματος, που είχε την ατυχία να τον γνωρίσει.

   Και είμαι πλέον πολύ μεγάλη, στα εικοσιπέντε μου , έχω γεράσει! Έχω οργή μέσα μου, έχω θυμό. Καρτερώ να γεμίσω τα δικά μου χέρια με το αίμα του. Να πιέζω εγώ το στέρνο του μέχρι να λυγίσει. Να ακουστεί εκείνος ο οξύς ήχος των θρυμματισμένων κοκάλων, που σπάνε. Αλλά οφείλω, τόσο στην ύπαρξη μου και στις βαθιές μου χαρακιές να μην επιτρέψω να συμβεί. Να μην πέσω στο επίπεδο ενός απλώς ημίθανου, ημιτελούς πλάσματος.

   Αλλά δυστυχώς η τύχη δεν είναι ακόμη με το μέρος μου, και πάλι είχα την τύχη μια ηλιόλουστη μέρα του Αυγούστου να συναντηθούν τυχαία οι δρόμοι μου μαζί του. Όμως αυτή την φορά είμαι έτοιμη. Κατευθύνομαι για να πάω στη δουλειά μου και εκεί πλέον ενήλικη και ισχυρή τον συναντώ ξανά. Για αυτό και απλά προσπερνώ τον δρόμο. Εκείνος απλός προσπερνά και απεγνωσμένα καρτερά την φαινομενικά άλλοτε προσοχή που είχε απ’ το πρόσωπο μου. Γυρίζω και τον κοιτώ κατάματα, ενώ αυτός ψάχνει για τον φόβο και την ηδονική ικανοποίηση, που αντλούσε από εμένα, όταν ήμουν μια άλλη. Όμως αυτό το άτομο που αναζητά, πέθανε .Το κηδέψαμε, πριν πολύ καιρό .

   Αφού δολοφονήθηκε βίαια, βιάστηκε και κακοποιήθηκε σεξουαλικά απάνω σε κάτι χαλασμένα και ξεφτισμένα στρώματα, σε κάποιο ερημωμένο διαμέρισμα, ενώ στον νου της είχε πως πνίγηκε στη θάλασσα κάποιο κρύο βραδύ του χειμώνα. Εκεί σε εκείνον τον λόφο, σε εκείνη την θάλασσα άφησα τις αμαρτίες μου, τις ενοχές μου και αναγεννήθηκα. Επιβίωσα από το πόνο και θλίψη σου, τα σημάδια αυτά, που μου χαρίστηκαν απλόχερα είναι ένα κομμάτι μου, που ζει μέσα μου, όμως εσύ ανθρωπάκι δεν έχεις καμιά θέση μαζί τους. Δεν πρόκειται να με τρομάξει ξανά, ούτε να με βλάψει, επειδή δεν το αφήνω εγώ, δεν σε αφήνω να με αγγίξεις.

  Έτσι λοιπόν, κυριαρχώ της κατάστασης, ως νικήτρια. Με στεφανώνουν λοιπόν, αυτές οι ουλές, αυτά τα σημάδια, τόσο αυτά, που καλύπτουν τα χέρια μου, όσο και αυτά, που ενυπάρχουν στην ψυχή μου χαραγμένα βαθιά. Εσύ λοιπόν, καλό είναι να φύγεις. Να κρυφτείς, να μην απαιτείς τίποτα πια από εμένα. Η θέση σου, είναι πίσω στο ερείπιο, που αποκαλείς σπίτι.

  Καθώς λοιπόν, σε λούζει το αλαβάστρινο φως του καλοκαιρινού ήλιου, διαλύονται οι απομείναντες σκιές σου. Δεν μπορείς να κρυφτείς κάτω από αυτόν. Απλά άσε τον να εμφανίσει όλες τις σκιές και να στις κάψει ,κάθε μια από αυτές, αλλά ας πάρει και ένα μικρό κομμάτι από εσένα, το πιο μοναδικό σου, το πιο αθώο σου, να νιώσεις πραγματικά εκείνη την μεθυστική απελευθέρωση της έκθεση σου σε κάτι, που είναι ανώτερο από εσένα. Κι δεν είναι τίποτα άλλο από την αποκαθήλωση του κτήνους σου. Όλα τα δάκρυα που προκάλεσες, εξαϋλώνονται μαζί και όλες τις απειλές και τα άλαλα ουρλιαχτά σου .Φύγε. Ετούτος εδώ ο κόσμος δεν επιθυμεί άλογα κτήνη αλλά ούτε  αξιοθρήνητες υπάρξεις.

 

S'en aller!

Vous n'appartenez nulle part.

Personne n'est venu à vos funérailles.

Tu ne fais plus peur à personne.

 

Φύγε!

Δεν ανήκεις πουθενά.

Κανείς δεν ήρθε στην κηδεία σου.

Δεν τρομάζεις κανέναν πια.                                                                                                                                       ΖΝ