Η
μουσική του δρόμου και τα φτηνά μου τσιγάρα με συνοδεύουν, μέσα στην
ασυγχρόνιστη οπερετική φαντασμαγορία των ήχων της. Μικρές, που είναι οι στιγμές
όταν διακρίνεις ένα καθάριο βλέμμα, από τα βρωμισμένα και χαραγμένα παράθυρα,
που εκατοντάδες ψυχές οδηγούνται, σε κάθε λογής φανερά ημιυπόγεια αλλά και στα
πιο καθάρια μονοπάτια των αστικών εκτάσεων της τσιμεντένιας αυτοκρατορίας του
καπνού. Μονάχα μερικά καθάρια σύνολα, από δυαδικά μαυρισμένα και ολοκάθαρα
βλέμματα ξεπροβάλουν, από τα σπασμένα γυαλιά και καθηλώνουν τον παρατηρητή.
Καθώς εκείνος,
υπομονετικά καρτερεί να βιώσει, για μια ακόμη φορά, εκείνον τον θείο εξωραϊσμένο
του φόβου της στιγμιαίας θέασης. Η γκάμα όλων ετούτων των φοβιών εκτείνεται,
από τις πιο μικροαστικές ψευδαισθήσεις, που μοιάζουν σχεδόν ναρκοληπτικές, μα
και άλλοτε χαράζονται βίαια απ’ άκρη σ‘ άκρη στο βλέμμα των φοβισμένων
μελαγχολικών μορφών, ετούτων των καλά κρυμμένων ματιών, που τώρα αντικρίζω. Τα
δυαδικά αυτά σύνολα, που γδέρνουν την εικόνα του κόσμου και την αναδιαμορφώνουν
κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους, τώρα θωρούν κι εμένα.
Το
βλέμμα αυτό, της πεπιεσμένης ανάγκης να ιδωθείς είναι και η μεγαλύτερη απάτη. Μια
σύγχρονη τραγωδία, του 20ου αιώνα, ένα καλά προσεγμένο είδωλο. Ένα
σύνολο καθόλα απρεπών διακριτικά αδιάκριτων ματιών με παρατηρούν, καθώς
αγγίζουν χειρουργικά το βλέμμα μου, για να ψάξουν για κάποια αδυναμία, κάποια
φυγή, προς όφελος της γοργής σαρκικής ηδονής, για τον δρόμο, προς την ανάδειξη
του θλιβερού αυτού παρόντος. Για να ικανοποιηθεί ετούτη, η παροδική παρόρμηση,
η καθάρια σαρκική όψη. Ένα ημιτελές σαρκικό σφαγείο, γιομάτο με κάθε λογής επίδοξους
θαμώνες, από τον καθόλα τίμιο νεανίσκο, μέχρι και τον αμαρτωλά ημιμαθή μόρτη, της
δήθεν ανωτάτης ταξικής μορφής, που επιδιώκει να αρπάξει κάθε μορφής ηδονή, από τούτη
την σπασμένη μποτίλια, που κουβαλά για ψυχή. Τέτοια παιδιά και πολλά άλλα όμοια
τους μαζεύονται σαν τις μύγες, απάνω από κάθε λογής νεαρά κοράσια, που
καρτερούν απλώς να ιδωθούν και να αγαπηθούν, όπως εκείνα ποθούν. Και έτσι
λοιπόν, αρχινάνε και οι σύγχρονες τραγωδίες, βουτηγμένες στο ψέμα και στην λοιδορία,
εμποτισμένες με την μυρωδιά του εφήμερου καπνού, από τούτα τα φτηνά τσιγάρα,
που φουμάρουμε όλοι, εδώ μέσα.
Τα
βλέμματα ετούτα θυμίζουν, αραχνούφαντες κλωστές, που αγκαλιάζουν με ευλάβεια
ένα γύμνιο κορμί περιλουσμένο, από το σεληνόφως. Οι «αθώες» μελανές κηλίδες των
ματιών σου αγκαλιάζονται, από τις απόμακρες αυτοδημιούργητες μελωδίες, μέσα σε’
αυτό το ανταριασμένο παρόν. Αχνά διαγράφονται και οι πρώτες ουλές, που
γεννήθηκαν μέσα από την αλλεπάλληλη ανάλυση της ενοχικής σου μορφής. Μη και
κανείς την ιδεί. Μη και κάνεις τις φανερώσει, όπως συνηθίζεται, από τις πιο
οικίες εσωτερικές φωνές τούτης της αναθεματισμένης ενοχής και των ποικίλων
συμπλεγμάτων. Η ενοχή και συνάμα ο καταπιεσμένος φόβος στο βλέμμα σου είναι και
τα μόνα στοιχεία, που προδίδουν το καλά κρυμμένο χαμόγελο σου, όταν
περιλούζεσαι μέσα στο φυματικό φως του καθρέπτη σου, καθώς αντικρίζεις ένα
πλάσμα, που θύμιζε κάποτε άνθρωπο. Ετούτη η μορφή στο πέρας των χρόνων αλλοιώθηκε
τόσο, που ακόμα κι εσύ δεν ξέρεις τι αντικρίζεις πια. Η ανάγκη σου να
εξουσιάζεις είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ματιών σου.
Για
αυτό και προσπαθείς μέσω της ψευδαίσθησης και της συνεχόμενης ζάλης να αναισθητοποιείς
τον εαυτό σου, να σε καταστρέφεις γουλιά με γουλιά κάθε γαμημένο λεπτό, που
περνάει. Να μουδιάζεις τον πόνο, μέχρι να λιποθυμήσεις. Μέχρι να χάσεις τις
αισθήσεις σου. Μέχρι να μεταμορφωθείς σε κάποιον άλλο και να παρουσιάσεις την
καθάρια σου μορφή, ενός ολοκληρωτικά νέου εαυτού, ενός αυταρχικού κυρίαρχου
αρένα, που δαμάζει και που κυριαρχεί απάνω σε αδύναμα όντα. Με τον τρόπο αυτό απαλύνεις
τα βαθιά σου τραύματα, που σου δημιούργησαν. Όταν σε παραμελούσαν. Όταν σε εγκατέλειπαν.
Όταν σε απέρριπταν. Όταν σε σκότωναν. Όταν ήσουν ακόμα εύπλαστη μορφή, σε διαμέλισαν
και τώρα βρίσκεις την αφορμή να το κάνεις κι εσύ. Κι όλα αυτά για να εκδικηθείς
την γυναίκα, που σε έβγαλε απ’ την μήτρα της, την πρώτη γυναίκα που σε απέρριψε, την μητέρα σου. Θα’ ναι τώρα πια περίφανη
για σε, που ‘γινες σωστό θεριό σαν μάθαινε πως το ον που έχει τόσο καταστρέφει
εκδικείται. Συνοφρυώνομαι και συλλογιέμαι, πώς θα νιωθε, όταν αντίκριζε μέσα
στην δύνη των σκέψεων, τον πόθο σου για αυτήν , για την επιστροφή σου, μέσα της;
Πώς θα νιωθε, σαν αντιλαμβανόταν, πως το πολύτιμο τούτο πλάσμα, την ποθεί τόσο,
που στα μάτια των συντρόφων του, αντικρίζει τα δικά της.
Ετούτα
τα βλέμματα θυμίζουν ανθρωπάρια, ανεμοδαρμένα, απ’ το αγιάζι και το καυσαέριο
της ασφυκτικής τους ύπαρξης. Μορφές σαν και την δικήν σου, φέρουν διηγήσεις από
άλλες εποχές. Που όμως κανείς μας δεν πρόφτασε να γιοφτεί. Έτσι, οι εποχές
αυτές μένουν άμεμπτες, μέσα στην ονείρωξη εκείνων των σιωπηλών δυαδικών
συνόλων, από χαρτί και κατάμαυρο μελάνι. Χρώματα καλά εμποτισμένα από τα
καταπιεσμένα ένοχα μυστικά μας. Κι τι δεν εξιτάρει περισσότερο τους
ηδονοβλεψίες τούτου του κόσμου, από ετούτα καλά φυλαγμένα μυστικά;
Έτσι
λοιπόν, ψευδώς ιδωμένη, από την φυματική ματιά σου, προφταίνω
να ιδώ τα φθισικά φώτα της, μα ετούτα δω τα μάτια δεν με αφήνουν να πάρω το
βλέμμα μου, από πάνω τους. Όμως, δεν βλέπω απλώς την μορφή σου, την αγγίζω και
την θωρώ. Έτσι γυμνή πια, αφήνω ένα δάκρυ γιομάτο ενοχή και συνάμα πόνο. Τον πόνο
της ηττημένης μου μορφής, που τόσο εύκολα κατακτήθηκε και έσπασε, σαν κλαδάκι
στο ράμφος μιας Αλκυόνης, που πρόφτασε να ξεγλιστρήσει στο ροδαλό σούρουπο. Μια
παραδοχή, που ποτέ δεν θα μάθεις. Μια σκληρή και απρόσιτη ματιά σου,
συνοδεύεται πάντα από μια τόσο αισθησιακή μελωδία από το ραδιόφωνο του δρόμου. Έτσι
με κάνει να λησμονώ για λίγο την ασθενική σου μορφή. Τώρα πια με ωθεί να
αναπολώ κι εγώ εκείνες τις εποχές, που ο πόθος μου γιόμιζε τα ρούχα μου με το
άρωμα των φτηνών ποτών και με την μελωδική σιγαλιά της βαριάς ανάσας μου ,απ’
τα τσιγάρα.
Έτσι
λοιπόν, ήρθε και η ώρα για την αποκαθήλωση και την παραδοχή των σκληρών ετούτων
εικόνων. Εικόνων, που ελλοχεύει ο πόνος των πληγών, που καίνε μέσα στην απόλυτη
σιωπή της νύχτας, με την μποτίλια σου να σπάει και να γιομίζει θρύψαλα το
θλιβερό σου καταγώγιο. Με την ψυχή στο στόμα, για άλλη μια φορά, παίρνω κι γω
τον δρόμο της επιστροφής. Μιας επιστροφής γιομάτη περισυλλογή και συνάμα φούμα.
Καθώς, φουμάρω το φως της ασθενικής νύχτας, μέχρι και την άκρη της τελευταίας
μου βρόμικης, από κραγιόν γόπας, σε κάποιο στενάκι του δρόμου αναρωτιέμαι, πώς
μπόρεσα για ένα ακόμη βράδυ, να ξαποστάσω με ένα τέτοιο ανδρείκελο σαν και του λόγου
σου. Πώς κατάφερα να προσπεράσω την κατάμαυρη ματιά σου; Η απάντηση έρχεται, σαν από μηχανής θεός, και πυρώνει την ματιά μου με οργή,
όχι για σε αλλά για με.
Ένα
παιδί της πιάτσας σαν κι μένα, ποθεί βαθιά στην ψυχή του να αγκαλιάσουν τα
τραύματα του και το δουν, όπως πραγματικά είναι. Η μορφή μου μετουσιώνεται σε ένα
δοχείο, που υποδέχεται την μαρτυρική κάθοδο του χαρακτήρα, που
τώρα σέρνει τα πληγιασμένα πόδια του σε αυτόν τον δρόμο, με ένα άδειο πακέτο από
τσιγάρα στο χέρι κι ένα παγωμένο βλέμμα να έχει καταβάλει την μοναχική μου όψη.
Κατηφορίζω προς το δικό μου ερειπωμένο σπιρτόκουτο για ένα ακόμη ένα βράδυ, μοναχή,
δίχως κανείς να με έχει δει, χωρίς κανείς να με έχει αγγίζει. Έτσι άμεμπτη,
πλαγιάζω χρόνια, μόνο που ακόμα κι τώρα ποθώ την όψη σου, χωρίς όμως αυτή να
εμπεριέχει τα κιτρινισμένα από την νικοτίνη χέρια σου. Επιθυμώ την ματιά σου,
χωρίς τον παραπλανητικό σου λόγο. Ποθώ, να ιδωθώ και να μην κατασπαραχθώ από
την όψη του παγερού ετούτου καύσωνα της τσιμεντένιας πόλης, που με περιβάλει. Προσδοκώ
να αναστηθώ, αλλά χωρίς να χρειαστεί να μαρτυρήσω, για τούτο μου το σφάλμα. Επιδιώκω
να ζήσω.
Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλα τα παιδιά της πιάτσας.
ΖΝ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.