Ιανουαρίου 13, 2019

Η ρευστότητα του χρόνου.

Αυτά που θα σας αφηγηθώ όντως έχουν συμβεί. Είναι γεγονότα που έγιναν την Τάδε μέρα , τον ψι μήνα του έτους ΧΧΧΧ. Θέλω να με προσέξετε πολύ καλά. Δεν τα φαντάστηκα ,εγώ η αγαπημένη σας αφηγήτρια είδα τον χρόνο να σταματάει με τα ίδια μου τα μάτια, όμως ας αρχίσουμε από την αρχή. Γενικά ποτέ δεν κατάλαβα πλήρως την έννοια του χρόνου,από παιδί με δυσκόλευε η ρευστότητα του.
Είναι ατελείωτες οι φορές που  ανακαλέσω στη μνήμη μου στιγμές που κοίταζα ένα ρολόι τρεμάμενη στη σκέψη πως θα επέλθει το μετά και πως ο χρόνος έτσι είναι φυσικό να κυλά  σαν νερό και να γλιστράει από τα χέρια μου. 
Ο χρόνος φεύγει και στο πέρασμα του παίρνει και κάποιους από αυτούς που συναντάς κατά τη διάρκεια της ζωής σου. Πόσοι φεύγουν καθημερινά από δίπλα σου και  πόσοι μένουν είναι το βασικό και "κοινότυπο" ερωτήματα που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι βλέποντας το πέρασμα του χρόνου επάνω τους , μπροστά σε ένα άδειο τραπέζι, πάνω από ένα ρολόι, πίσω από ένα μισοφωτισμένο παράθυρο ή όρθιοι μπροστά σε έναν λερωμένο καθρέπτη; Πόσοι όμως παραμένουν στάσιμοι στο χρόνο και πόσοι σπάνε τη έννοια του χρόνου κάνεις δεν το έχει ερωτηθεί;
Πώς είναι δυνατόν να σε παρασύρει ένα τόσο μικρό πράγμα και όχι η ίδια η έννοια της απώλειας του χρόνου που συμβαίνει ακόμα και τη στιγμή που αυτή η σκέψη διατυπώνεται;
 Γιατί να φοβάμαι συνεχώς το αύριο ενώ έτσι και αλλιώς δεν μπορώ να βιώσω ήδη το τώρα; 
Γιατί ο χρόνος ποτέ δεν είναι σύμμαχος αλλά είναι τιμωρός καθώς σου κλέβει την κάθε στιγμή είτε αυτή είναι μια όμορφη παιδική ανάμνηση είτε είναι ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός;  
Ποτέ δεν κατάλαβα την έννοια των "τυπικών" ραντεβού που δίνουμε για την τάδε μέρα και την δείνα ώρα και σε ένα συγκεκριμένο σημείο. 
Πώς μπορώ να ξέρω που θα είμαι εκείνη τη μέρα;
Πώς μπορώ να σου εξασφαλίσω εγώ αυτήν την επιφανειακή συνάντηση που εσύ και μόνο θες; 
Γιατί δεν μπορώ να σου εκφράσω αυτές μου τις ανησυχίες μια δεκαετία αργότερα, όταν ο χρόνος θα σε έχει παρασύρει μαζί του μακρυά από εκείνη την θλιβερή μας συνάντηση στο κέντρο της πόλης και την δείνα ώρα και μέρα; 
Κάποιο κομμάτι του εαυτού μου ίσως γνωρίζει την απάντηση αυτό που συνηθίζω να αποκαλώ "λογικόν" λέει εύστοχα:
 -Έχει παρέλθει ο χρόνος και πως δεν είναι δυνατόν να αναπολείς γεγονότα του παρελθόντος. Τέλος γιατί ίσως αυτός ο άνθρωπος έχει φύγει χρόνια από το στενό σου περιβάλλον (μια μικρή παύση) μπορεί να μην σε θυμάται πια. 
Και η ερώτηση που θέτω προς κοινή απάντηση είναι "γιατί εγώ να θυμάμαι το συγκεκριμένο πρόσωπο;".
Πάλι το "λογικό" μέρος του εαυτού μου να απαντήσει:
-Γιατί εσύ επιλέγεις να μην ξεχνάς...(επακολουθεί μια μικρή παύση). Ίσως και γιατί οι άνθρωποι αναπολούν τις χρονικές περιόδους που νομίζουν ότι είναι καλύτερες από τη παρούσα χρονική κατάσταση που βιώνουν. 
-Πολύ λογικές απαντήσεις είναι και οι δύο μα το πρόβλημα μου είναι άλλο, γιατί με το πέρασμα του χρόνου δεν εξαλείφονται και τα γεγονότα; Αυτό που θέλω να πω είναι πως μετά από χι χρόνια να υπάρχει η δυνατότητα να διαγράφονται και να μην έχουν συμβεί ποτέ να είναι δηλαδή όλα μια παραίσθηση του χρόνου γεμάτη είδωλα;
-Αυτό δεν μπορώ να στο απαντήσω γιατί αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ σε κανέναν και μόνο μέσο των δεδομένων μπορώ να τεκμηριώσω μια Λογική άποψη καθώς αυτός είναι ο ρόλος μου.
-Ξέρεις τι μου κάνει τρομερή εντύπωση; Πώς ολόκληρο το ανθρώπινο είδος έχει βασιστεί σε άυλες, ανύπαρκτες ιδέες όπως είναι ο χρόνος, ο θεός, η "αρμονία" του σύμπαντος αλλά δεν μπορεί ουσιαστικά να καθορίσει το ίδιο του μέλλον η κάθε ατομικότητα ξεχωριστά; Πώς δηλαδή εγώ τώρα που μιλάω μαζί σου να ισχυριστώ πώς αυτή η συζήτηση δεν έγινε  ποτέ και πώς εσύ δεν υπάρχεις, ούτε υπήρξες ποτέ και πώς όλα αυτά ήταν μια παρανόηση δική σου ή απλά να διαγραφεί από τη μνήμη μου μέσω του περάσματος του χρόνου;
-Ξέρεις αυτά που λες πραγματικά με φέρνουν σε δυσάρεστη θέση. Οι άνθρωποι και γενικότερα το ανθρώπινο είδος έχει δημιουργήσει κάποιες Λογικές Σταθερές για να μπορούν να δαμάσουν το περιβάλλον τους . Όσο για την ύπαρξη θεού πραγματικά αυτό είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα, όμως το μόνο που μπορώ με βεβαιότητα να σου πω είναι πώς το μεγαλύτερο δημιούργημα του Ανθρώπου για να μπορεί να κατευθύνει τον όχλο είναι η δημιουργία του Θεού. Τώρα όσον αφορά την δική μου ύπαρξη πώς είναι δυνατόν να μην υπήρξα ποτέ από τη στιγμή που εγώ σαν οντότητα έχω μνήμες αποκλειστικά δικές μου;Πώς είναι δυνατόν να θυμάμαι όλα μου τα παιδικά μου χρόνια και ακόμη άνθρωποι γνωρίζουν την ύπαρξη μου άρα αυτό που λες πρακτικά είναι λάθος και μπορώ να σε διαψεύσω. 
Σιωπή. Κανένας από τους δυο μας δεν θέλει να μιλήσει ακόμη. Η ώρα κυλά όμως . Αυτός ο ενοχλητικός ήχος των δεικτών του ρολογιού με φέρνει στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. 
Άτολμα χωρίς να έχω σκεφτεί και πολύ αυτό που θα πω ,προσπαθώ να συνεχίσω αυτή την παράλογη συζήτηση .Προσπαθώ την ώρα που τα αποτυπώνω και τα αφηγούμαι σε εσάς να είμαι όσο το δυνατόν πιο επεξηγηματική και ακριβής. Δεν θέλω όμως να σας αποκοιμίζω κιόλας σας θέλω ενεργούς να με διορθώνεται όπου τύχει να παρεκτραπώ ή να απομακρυνθώ από τα γεγονότα.
Έτσι συνεχίζοντας λέω με τόλμη:
-Ναι, αλλά εγώ που ξέρω πως όντως υπάρχεις; Θέλω να πω πώς όντως είσαι δίπλα μου; Μπορεί να με έχεις βάλει να τα θυμάμαι αυτά ως ανάμνηση;
-Αυτό το αστείο ξέρεις αρχίζει να είναι πραγματικά κουραστικό και αρχίζει να γίνεται προσβλητικό οπότε θα σε παρακαλέσω να σταματήσεις. Πραγματικά απορώ γιατί ήρθα εδώ σήμερα μαζί σου τι νόμιζα πως θα κατάφερνα με όλο αυτό;
Σιωπή η καλή σας αφηγήτρια μετά από ένα τέτοιο σχόλιο του συνομιλητή της αποφάσισε να σταματήσει να μιλάει και έμεινε σιωπηλή μέσα στις σκέψεις της για αρκετές στιγμές, ώσπου συνέβη αυτό!
 Σταμάτησε να χτυπά το ρολόι του τοίχου έτσι ξαφνικά έμεινε στάσιμο! Με τους δείκτες του να  είναι κολλημένοι στην ώρα 11:30 μ.μ.
-Τι ανακούφιση...
-Τι έγινε αυτή τη φορά μέσα στο μυαλό σου και χάρηκες;
-Αυτό το σχόλιο θα προτιμήσω να το παραλείψω ,αλλά κοίτα ο χρόνος σταμάτησε, τώρα πια μπορούμε να μην νοιαζόμαστε για το χρόνο.
Γυρνάει να κοιτάξει το ρολόι που σταμάτησε και μετά κοίταξε εμένα μέσα στα μάτια νομίζω πως ήταν η πρώτη φορά που με κοίταζε έτσι.Στο τάδε μέρος επικρατούσε μια ησυχία και από τους υπόλοιπους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί.Το μόνο που ακουγόταν ήταν μια ελαφριά μελωδία από κάποιο ξεχασμένο jazz κομμάτι και ένα μικρό σύννεφο καπνού.
-Το λες αυτό επειδή σταμάτησε το ρολόι του μαγαζιού;
-Βέβαια για αυτό το λέω.
-Σταμάτα την αφήγηση!
-Τι έγινε πολύτιμε μου ακροατή τι έκανα λάθος στην ιστορία;
-Δεν σου είπε αυτό και το ξέρεις.
-Δεν μου το είπε έτσι; Μάλλον θα το θυμάμαι κάπως αλλιώς...ωραία πες μου τι μου απάντησε μήπως θυμάσαι εσύ καλύτερα;
-Φυσικά και θυμάμαι τα πράγματα μετά το σταμάτημα του ρολογιού έγιναν έτσι. Αυτός σε κοίταξε περίεργα και έσβησε το τσιγάρο του,ύστερα εσύ μαζεύτηκες στον εαυτό σου και αυτός έμεινε σιωπηλός σε κοίταξε και σηκώθηκε να φύγει αλλά για κάποιον λόγο κάτι τον κράτησε καθηλωμένο στην άθλια μισό φθαρμένη κόκκινη καρέκλα του μαγαζιού .Το χρώμα της καρέκλας παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία δεν θα έπρεπε να το παραλείψεις. Στη συνέχεια είπε κάτι του τύπου "ποίο είναι το πρόβλημα και δεν είσαι πια ο εαυτός σου" σε ρώτησε γεμάτος απορία αλλά και με ένα τόνο αν θες τη ταπεινή μου άποψη με ειρωνεία.
-Ναι, έχεις δίκιο τώρα το θυμάμαι ξεκάθαρα. Νομίζω πως μπορώ να συνεχίσω, ευχαριστώ καλέ μου ακροατή.
Μετά λοιπόν δεν του απάντησα καθώς αυτή η ερώτηση με έφερε σε δύσκολη θέση και αποφάσισα να την προσπεράσω. Τότε τον ρώτησα εγώ:
-Τι σου συνέβη εσένα και δεν είσαι πια ο εαυτός σου;
-Μα, εδώ θα σε διαψεύσω δεν έχω αλλάξει καθόλου από τη μέρα που με γνώρισες τόσα χρόνια ο ίδιος είμαι πώς είναι δυνατόν να με ρωτάς κάτι τέτοιο;
-Μα, αφού το βλέπω πως κάτι έχει αλλάξει,δεν μπορώ να το προσδιορίσω αλλά ξέρω πως είσαι εχθρικός απέναντι μου.
-Εγώ; Μόνο να σε βοηθήσω θέλω, τίποτα άλλο.
Τότε λοιπόν σηκώθηκα όρθια τον κοίταξα στα μάτια και γεμάτη δυσπιστία του είπα με σταθερή φωνή:
-Όχι, το μόνο που θες είναι να μείνεις μέσα στις βεβαιότητες σου σε μια ωραία φυλακή συμβάσεων!
Και πήρα την τσάντα μου γρήγορα μαζεύοντας τα τσιγάρα μου και έφυγα. Σχεδόν έτρεξα να βγω από το μαγαζί και τότε θόλωσαν όλα η φωνή του στα αυτιά μου, δεν έφτανε πια. Έτσι μέσα στον χρόνο που κύλαγε σαν νερό ξαφνικά όλα σταμάτησαν, ταυτόχρονα όλα τα ρολόγια έμειναν στάσιμα στην ώρα αυτή 11:30 μ.μ. και εγώ ανακουφισμένη η καλή σας αφηγήτρια έφυγα και περπατούσα στον σταματημένο δρόμο,περνούσα δίπλα από περαστικούς που είχαν κοκαλώσει στην κίνηση τους, ήταν φοβερό μόνο να μπορούσα να σας το δείξω αυτό έγινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα νομίζω. Συνέχιζα να περπατάω μέσα σε σταματημένους ανθρώπους αλλά παρατήρησα πως τα χέρια τους και τα πόδια τους προεξείχαν  κάτι σαν λεπτές διάφανες κλωστές και όλες προέρχονταν από ψιλά .
-Σαν ανδρείκελα;
-Ναι, ακριβώς σαν ανδρείκελα,αυτή ήταν η λέξη που έψαχνα. Έτσι όντας περίεργη αποφάσισα να κοιτάξω προς τα επάνω στον σκοτεινό ουρανό που ούτε το φεγγάρι δεν είχε βγει. Είχε νομίζω και σύννεφα ο ουρανός. Τα φώτα της πόλης ξαφνικά έσβησαν.
-Και μετά τι έγινε;
-Μετά βρέθηκα να κοιτάω την ομορφιά του τοπίου όλα δεν είχαν πια σημασία δεν κοίταξα ποτέ μου πίσω να τον δω τι έκανε αφού έφυγα.Το μόνο που θυμάμαι από εκείνη τη νύχτα είναι πως επιτέλους σταμάτησε να με ενοχλεί η ρευστότητα του χρόνου. Πήγα λοιπόν στο σπίτι μου με ησυχία περπατώντας με τον αέρα να μου φυσάει τα μαλλιά. Οι λέξεις μέσα στο κεφάλι μου έρεαν σαν νερό και έτσι κοίταξα με το που μπήκα στο σπίτι μου το ρολόι  του τοίχου που ήταν σταματημένο στις 11:30 μ.μ. και πήρα μια καρέκλα το έβγαλα από τον τοίχο και το έσπασα.Το πέταξα στα σκουπίδια και βγήκα μετά από το σημείο λύτρωσης μου στο μπαλκόνι έκανα ένα τσιγάρο και έτσι αργά και όμορφα θα τελειώσω την ιστορία μου.
-Μα μετά τι συνέβη;
-Γλυκέ μου ακροατή δεν το κατάλαβες;Πέθανα μέσα στο πέρασμα του χρόνου και έτσι λυτρώθηκα.
-Αυτό σημαίνει ότι είμαι και εγώ νεκρός;
-Αυτό δεν ξέρω να στο απαντήσω.Το μόνο που ξέρω είναι ότι νίκησα το χρόνο.
-Μετά τι έκανες ; Αφού κατάλαβες ότι είσαι νεκρή;
-Μετά πάγωσα και εγώ...αφού ο χρόνος σταμάτησε.
Και το ρολόι έδειχνε πάντα την ίδια ώρα 11:30 μ.μ.
-Εντάξει, λύεται η συνεδρίαση, θα σε δω την άλλη Δευτέρα, μέχρι τότε να παίρνεις τα φάρμακα σου.
Το δωμάτιο ήταν λουσμένο με φως και η κόκκινη μισό φθαρμένη καρέκλα έκανε έναν τσιριχτό καθώς έπαιρναν την κοπέλα οι φύλακες του ψυχιατρικού ιδρύματος. Ο γιατρός κοίταζε τις σημειώσεις του παρατηρώντας πως δεν είχε επιτελεστεί καμία πρόοδος τα τελευταία δύο χρόνια. Έτσι το μόνο που μπορούσε να κάνει ο ίδιος ήταν να της χορηγούν παραπάνω φάρμακα κρυφά μέσα στο φαγητό.Μια φωνή έξω από το λευκό δωμάτιο ακούστηκε και τον διέκοψαν από τις σκέψεις του.
-Κύριε να φέρω τον επόμενο;


ΖΝ



O Διαστεβλωμένος καθρέπτης.

Σε κοιτάω όλο νόημα και σου λέω:

-Αν είχα να διαλέξω ανάμεσα σε ολόκληρο τον κόσμο από την μια πλευρά και εσένα από την άλλη θα διάλεγα εσένα. Με κοιτάς, ήρεμος σηκώνεσαι με καληνυχτίζεις και μου δείχνεις τον ήλιο. Ξημερώνει.

Ξυπνάω πάλι σε ένα δωμάτιο άδειο, κρύο που το όνειρο έχει διαδεχτεί την φρικαλεότητα της αλήθειας. Εσύ με αποχαιρετάς και με καλωσορίζουν οι τύψεις .Πάλι κενή και πάλι μόνη. Να πλαγιάζω με ένα ξένο κορμί με τη σκέψη  πώς όταν κοιμηθώ  ίσως σε ανταμώσω και θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα.

Για πάντα; Ίσως και όχι. Ξημερώνει τώρα, αντίο πρέπει να φύγω. Θα ήθελα τόσο πολύ να σου μιλήσω αλλά πνίγομαι. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στην πραγματικότητα. Τίποτα δεν είναι, όπως νομίζω, και για όλα ευθύνεσαι εσύ.

Κοίτα, πώς με έκανες! Με διαστρέβλωσες. Σε άφησα να πάρεις το τελευταίο κομμάτι του εαυτού μου. Σου έδωσα τα πάντα κι όμως δεν σου έφταναν. Σου έδειξα όλες τις αδυναμίες μου και εσύ πάτησες σε αυτές και τις χρησιμοποίησες. Με έκανες να νιώθω ανίκανη πια να αγαπήσω ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό. Γιατί; Τι έχεις να αποδείξεις; Κοίτα πώς με έκανες!

Να πλαγιάζω με ένα άδειο κορμί; Με έναν άγνωστο όν, νομίζοντας, πως έτσι θα γεμίσω τα κενά μου; Γιατί; Θέλω να ξυπνήσω, αυτό δεν είναι πια όνειρο. Νιώθω τα χέρια σου να σφίγγουν το λαιμό μου. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Άσε με ήσυχη, φοβάμαι! Ανοίγω τα μάτια μου.

Σιωπή...Άδειο το δωμάτιο. Ήταν ένας εφιάλτης. Τρέχω να κοιτάξω το είδωλο μου στον καθρέφτη. Βλέπω τώρα τα σημάδια επάνω στον λαιμό μου και τα χέρια μου γεμάτα αίμα. Εμφανίζεσαι πίσω από τον καθρέφτη καθώς κοιτάω μέσα, με κοιτάς όλο μίσος και ειρωνεία. Αρχίζεις να με χτυπάς με μανία. Τα χέρια σου γεμίζουν με το αίμα μου ,πέφτω κάτω και κλείνω τα μάτια μου. Σιωπή...είμαι πάλι μόνη μπροστά στον καθρέφτη σε ένα κενό άσπρο δωμάτιο. Τα σημάδια σου στο κορμί μου είναι αμέτρητα. Δεν μπορώ να σηκωθώ. Τα πόδια μου δεν με κρατούν. Το άσπρο χρώμα στους τοίχους με τρελαίνει. Προσπαθώ να σηκωθώ κρατώντας τον τοίχο και βάφοντας τον κόκκινο από τις πληγές μου. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και αρχίζω να βλέπω καθαρά πώς η θολή μορφή σου, ήταν τελικά δική μου.

Δεν υπήρξες ποτέ! Ουρλιάζω. Πέφτω πάλι κάτω. Όμως πρέπει να είμαι δυνατή. Σηκώνομαι ξανά αυτή τη φορά όρθια και πατώντας σταθερά τα πόδια μου στην γη κοιτάω το είδωλο μου για μια τελευταία φορά στον καθρέφτη. Παίρνω βαθιά ανάσα και τον σπάω. Χίλια κομμάτια. Τα χέρια μου ματώνουν. Ο ήχος των γυαλιών που πέφτουν στο πάτωμα και θρυμματίζονται με ανακουφίζει. Τώρα δώσε μου το χέρι σου και πάμε να φύγουμε, ας τελειώσει αυτό το όνειρο εδώ .

Καληνύχτα.

ΖΝ.

Σιωπή.


Σηκώνεσαι από το κρεβάτι τον βλέπεις δίπλα σουρεαλισμός, άπραγο να σε κοιτάει μέσα στα μάτια σαν μικρό παιδί ,να σε ξυπνάει με φιλιά.
Κανείς δεν είναι εκεί. Κοιτάς γύρω σου χάος, με δυσκολία καταφέρεις να σταθείς στα πόδια σου, κάνεις μερικά βήματα. Σέρνεσαι μέχρι το μπαλκόνι , μόνη σωτηρία σου το πακέτο με τα τσιγάρα και τα σπίρτα. Ανάβεις, θυμάσαι, να σε κοιτάει με επικριτικό βλέμμα, ενώ σου γκρινιάζει, πώς καπνίζεις πολύ και συνέχεια σε παρότρυνε να το κόψεις, εσύ από την άλλη τον αγκάλιαζες, ακούμπαγες στο στέρνο του σαν μικρό παιδί και άκουγες τον χτύπο της καρδιάς του, τον λόγο ύπαρξης σου. 
Τρέμεις.
Ζαλίζεσαι.
Παραπατάς.
Εύχεσαι να ήταν εδώ, όπως παλιά, που δεν φοβόσουν και σε κράταγε στη ζωή η ματιά του, ο πόθος σου να τον δεις. Αυτός, που ακόμη κι αν έχει φύγει είναι δίπλα σου, παντού γύρω σου και μέσα σου. Καταραμένες αναμνήσεις, τιμωρήστε την ακόμη μια φορά. Πρέπει να φύγεις από εδώ, να ξεφύγεις από το χάος ,από το σκοτάδι του παρελθόντος .Φοβάσαι, ότι αυτό το σπίτι, αυτή η ζωή είναι ποτισμένη με το άρωμα του.
Φεύγεις, περιπλανιέσαι μέσα στο άγνωστο της νύχτας. Μέσα σε δρόμους έρημους, μέσα σε πάρκα άδεια. Τρέχεις, προσπαθώντας να ξεφύγεις από τις σκιές που ξεπροβάλλουν μέσα από τους τοίχους, μορφές απόκοσμες ξεχασμένες, από τα μάτια του κόσμου.
Θυμάσαι; Ένα βράδυ τις είχες δει να σε κοιτάνε επίμονα και παρατήρησες, πώς όταν τις κοιτούσες ανταποκρίνονταν με ματιές και ουρλιαχτά, που διαπερνούσαν την σάρκα σου και πάγωναν την ψυχή σου. Τα ουρλιαχτά τους, που αν τα παρατηρούσες καλύτερα σχημάτιζαν λέξεις.
Θυμάσαι; Λέξεις που σου έλεγε εκείνος...υποσχέσεις που ποτέ δεν κράτησε και λόγια ίδια με το φύσημα του ανέμου. Ο μόνος άνθρωπος, που εμπιστεύτηκες. Φτάνεις στο λιμάνι. Εδώ για πρώτη φορά τον είχες δει να αγναντεύει την θάλασσα σιωπηλός. Εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες με τις ατελείωτες συζητήσεις, ώσπου να ξημερώσει.
Θυμάσαι που σαν τον κοιτούσες, έπεφτε το φως του φεγγαριού μέσα στα μάτια του που έλαμπαν και έσπαγε την σιωπή του. Κάθε νύχτα, ήταν εκεί και σε περίμενε σαν να ήξερε από την πρώτη στιγμή, τι θα ακολουθούσε. Ξαφνικά βλέπεις το παγκάκι, που αντάλλαξε το πρώτο σας φιλί, εκεί που σε κράταγε αγκαλιά ατελείωτες ώρες και που του μίλαγες σαν να τον ήξερες από πάντα. Που γέλαγε και ένιωθες ζωντανή. Ξεσπάς σε κλάματα. Κόβεται η ανάσα σου. Χάνεις την γη κάτω από τα πόδια σου. Πνίγεσαι μέσα στην σιωπή σου. Νιώθεις να χάνεις τα πάντα. Πέφτεις κάτω, δεν έχεις πλέον τη δύναμη να σηκωθείς .Η μόνη σου σκέψη που σου τριγυρνάει το μυαλό, που σου τρώει αργά τα σωθικά είναι Γιατί έφυγες;
Νιώθεις νεκρή.
Όμως ξέρεις, πως είσαι ήδη νεκρή.
Η πόλη είναι σκοτεινή, επιβλητική. ψάχνεις κάπου να βρεις ένα γνωστό σημείο. Ένας λαβύρινθος γεμάτος από κόσμο, φωνές και καπνό .Οι σκιές είναι ακόμη πίσω σου, δεν έχουν φύγει, αρχίζουν να σε φτάνουν. Περνάς ανάμεσα στον κόσμο και τους κοιτάς γεμάτη φόβο, αλλά κανείς δεν σε βλέπει. Σε βλέπουν μα δεν σε κοιτάζουν.
Βλέπεις τώρα τις σκιές να διαπερνούν μέσα από τα κενά σώματά τους. Τους φιμώνουν. Αηδιάζεις, προσπαθείς να τις αποφύγεις ,ουρλιάζεις ζητάς έλεος! Κανείς δεν σε ακούει. Είσαι μόνη σου. Βλέπεις το σπίτι σου. Τρελαίνεσαι, αλλά πρέπει να φανείς δυνατή. Τότε μια τρελή ιδέα διακατέχει το μυαλό σου βγάζεις, από την τσέπη σου τα σπίρτα.
Μπαίνεις μέσα στο σπίτι και βλέπεις ένα χάος, κοιτάς, μα δεν βλέπεις. Φοβάσαι πως θα δειλιάσεις αλλά πλέον είναι πολύ αργά για λιποψυχίες! Αν δεν το κάνεις τώρα θα παραμείνεις άπραγη για πάντα. Τον σκέφτεσαι να σε κυνηγάει μέσα στο σπίτι τότε που το σπίτι ήταν γεμάτο χαρά.
Εκείνον, που έφυγε, έτσι απλά από την ζωή σου. Πήρε ένα βράδυ τα πράγματά του και ποτέ δεν γύρισε. Πάνε τρία χρόνια από τότε ποτέ δεν το ξεπέρασες. Τον μισείς αλλά πιο πολύ εκείνη, που στον έκλεψε. Αυτό το μίσος τώρα σου οπλίζει το χέρι και παίρνεις το μπιτόνι.
Θες να τον τιμωρήσεις. Να τον σκοτώσεις. Μπαίνεις μέσα στην βιβλιοθήκη του. Τα ράφια που στολίζουν τους τοίχους, ξεχωρίζεις ένα. Το πρώτο βιβλίο, που σου πήρε δώρο. Δακρύζεις.
Το σπίτι γεμάτο σιωπή. Αυτοί οι άσπροι τοίχοι σε τρελαίνουν.
Ακούς κραυγές να προέρχονται από τους τοίχους. Ακούς την φωνή του, να σιγοτραγουδάει ένα νανούρισμα, που σου έλεγε η μάνα σου. Τον ακούς να γελάει, γιατί μέσα σε αυτό το δωμάτιο είχες κλείσει το γέλιο του. Αγγελική η μορφή του. Ήταν μοναδικός. Δεν αντέχεις άλλο κάψτα όλα ,τι σκέφτεσαι!
Παίρνεις το μπιτόνι και αρχίζεις και βρέχεις με μανία τα ράφια. Κοιτάς γύρω σου σκοτάδι .Οι σκιές στους τοίχους σε τρομάζουν αλλά δεν σε νοιάζει. Φεύγεις από το δωμάτιο, ανοίγεις την πόρτα του υπνοδωμάτιού σας. Οι σκέψεις σου μπαίνουν σε τάξη. Αρχίζεις να λούζεις όλο το δωμάτιο μέσα στην βενζίνη. Ξαπλώνεις νωχελικά επάνω του και ανάβεις τσιγάρο. Το τσιγάρο τελειώνει όπως και ο χρόνος σου, σε λίγο θα ξημέρωνε .Πετάς την αναμμένη γόπα στην κουρτίνα. Η κουρτίνα αρχίζει να φλέγεται, τα χρώματα, που παίρνει είναι τόσο όμορφα και ζωντανά, όσο ποτέ άλλοτε. Δίπλα στο κρεβάτι το μπιτόνι μισό άδειο να σε καλεί.
Με σταθερό χέρι το κρατάς και λούζεσαι. Κρατάς τα σπίρτα και με γρήγορες κινήσεις ανάβεις το πρώτο ,το πετάς στο χαλί. Από την βιβλιοθήκη βγαίνουν οι φλόγες και η μυρωδιά των καμένων βιβλίων σε ερεθίζει. Έχει τυλιχτεί στις φλόγες όλο σου το σπίτι και στα αυτιά σου αντηχεί η μουσική από το τελευταίο σας βάλς.
Γαλήνη. Χαμογελάς ανάβεις το τελευταίο σου τσιγάρο και σκέφτεσαι την τελευταία του φράση
"Εγώ θα είμαι πάντα εδώ".
Το τσιγάρο τελείωσε .
Και το ρίχνω πάνω μου.
Γίνομαι ένα με τις φλόγες.
Και τώρα επιτέλους.

Σιωπή.

ΖΝ