Θάψτε την ντροπή του θηρίου.
~
Σαν
σε θωρώ ξανά δάκρυα γιομίζουν τα θολά μου μάτια. Ο αέρας είναι αποπνικτικός. Η
βοή των οχημάτων λιώνουν την ίδια την άσφαλτο, μέσα στη δίνη του καύσωνα. Μου
προκαλείται ίλιγγος. Μια έντονη μυρωδιά
καμένου λάστιχου και μια απόλυτη σιωπή ακολουθούν τις τελευταίες σου λέξεις, "δεν
μπορούμε να είμαστε πλέον μαζί."
«Εκείνη
την νύχτα την θυμάμαι, σαν τώρα. Σαν θωρώ μπροστά μου, το δρόμο ολοσκότεινο,
δίχως το φεγγάρι να μας λούζει και να μας στεφανώνει. Να επικρατεί η
εκκωφαντική σιωπή, που έσπαγε μονάχα για χάρη κάποιου οδηγού, χιλιόμετρα μακριά
από εμάς. Εκείνη την στιγμή αντίκρισα
εκείνο το μελανό σημείο του ξέφωτου και να καλεί όλο κι πιο κοντά του. Ήταν ο
ήχος του τόσο δυνατός μέσα στο μυαλό μου,
που για μια στιγμή χάθηκες κι εσύ μα και ο εγκόσμιος τόπος γύρω μου. Κι ήμουν
μόνη μου, αντιμέτωπη το δικό μου σκοτάδι. Οι σκέψεις μου να ουρλιάζουν μέσα μου
και εγώ να χορεύω μαζί του. Να φλέγομαι, να ποθώ τον χαμό μου. Να διστάζω
συνάμα με την αραχνούφαντη αίσθηση των άκρων μου, που δειλά το ακουμπούσαν.
Αλλά να κάνω ένα βήμα μπρος του. Τότε θυμάμαι να παίρνω βαθιά ανάσα και να
βουλιάζω αργά τα πνευμόνια μου, με τον μολυσμένο αγέρα της πόλης και να
λούζομαι βασανιστικά, με το σκοτάδι. Το σκοτάδι εκείνο το αξημέρωτο, που έκτοτε
δεν ξύπνησα ποτέ ξανά η ίδια. Το μεταφυσικό χάος , που υπέγραψα την σιωπηρή μου
καταδίκη, την δική μου κόλαση, γιομάτη με ατελείωτες ώρες περισυλλογής και
αμφιταλάντευσης για την ζωή μου, που την παρέδωσα, τόσο εύκολα σε εσένα.
Έκανα
όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν με επιθυμούσες, ακόμη δεν
με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ λάτρευες την αψίδα του θανάτου μου. Όταν
παραδόθηκα στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις ,
να βεβηλώσεις.
Και
παρόλα αυτά εσύ δεν ακόμη, δεν με ποθούσες. Ντρεπόσουν, και απέφευγες να με
κοιτάς, να με φιλάς, να με αγαπάς, όπως περηφανευόσουν ότι έκανες. Με έφθειρε, που σαν ξημέρωνε, δεν ήμουν εγώ
εκεί να σε τρέφω, με τον φόβο μου και τα σπλάχνα μου συσπάστηκαν . Τα χέρια μου
έτρεμαν. Η όψη μου άλλαξε. Κι γύρισα νοερά εκεί. Σε εκείνο το σκοτεινό
αξημέρωτο, που ο ήλιος ξέχασε να ανατείλει, όταν για πρώτη φορά, ένιωσα το
ένστικτό μου, να αφηνιάζει σαν φοβισμένο άλογο, που με πρόσταζε, να τρέξω, να
εξαφανιστώ μέσα στο σκοτεινό δρόμο με απώτερο σκοπό, να αναζητήσω βοήθεια. Όμως
δεν το έκανα , αλλά ούτε κι αυτό ήταν αρκετό. Τίποτα για εσένα δεν ήταν αρκετό,
ούτε οι ουλές μου, ούτε ο πόνος μου, ούτε η ψυχή μου, ούτε το ταλέντο μου.
Απολύτως τίποτα, επειδή με θωρούσες, αδύναμη. Ελαττωματική, που δεν ήμουν
ασπίλωτη, που ήδη είχα κακοποιηθεί ,που δεν ήσουν εσύ ο πρώτος μου βέβηλος, ο
πρώτος μου βιαστής, το πρώτο μου κτήνος.»
~
Ένιωσα την καρδιά μου , να σταματάει, να ηχεί. Τα
απανωτά λακτίσματα επάνω στο στέρνο μου, που με κρατούν εν ζωή, διακόπηκαν
ακαριαία. Ο χρόνος άρχισε να λιώνει και ετούτη η ανάμνηση μου, αργοσβήνει με τα
χρόνια, όμως υπάρχει. Υπάρχει. Είναι ζωντανή μέσα μου. Είναι το τέλος, που
δόθηκε από εσένα κι όχι από εμένα. Δόθηκε από εσένα. Είναι το μεγαλύτερο μου
αμάρτημα, καθώς όλα τελείωσαν, με μια δική σου απόφαση. Με μια φράση, που έτσι
απλά ξεστόμισες . Που γνώριζες πολύ καλά, τι θα προξενούσε, όταν επαναλάμβανες
σαν σε προσευχή, πως μονάχα εσένα είχα, πως μονάχα εσύ μου άξιζες. Και έτσι η
ντροπή μου, ορθώθηκε ξανά, σαν πελώριος ογκόλιθος ήρθε και κούρνιασε απάνω στο
ξεθωριασμένο και ταλαιπωρημένο μου στέρνο και με συντρόφευε για πολλά ακόμη
χρόνια .
Η
ντροπή. Η αίσθηση της απέχθειας σου, να με θωρείς, με τραυμάτισε. Η αίσθηση πως
δεν ήμουν πια αρκετή, αρεστή ή ακόμη κι ποθητή με σοδόμισε. Περισσότερο απ' το ξύλο, περισσότερο απ' τον
πόνο, που με ιδιαίτερη ευκολία και λεπτότητα μου προκαλούσες.
Με
πονά, που σαν άλλαξες δρόμο, δεν ήμουν μαζί σου. Δεν στεκόμουν εκεί δίπλα στο
σαθρό κρεβάτι σου, που ήταν γεμάτο από στάχτη και μούχλα. Με τα σκεπάσματα σου,
να μυρίζουν ιδρώτα και τους ξεραμένους λεκέδες μου απ’ το αίμα της προηγούμενης
φοράς, που έτσι εύκολα αποφάσισες, πως ήρθε η ώρα μου, για να σωφρονιστώ.
Όταν το έκανες γνώριζα, πως το έκανες επειδή με αγαπούσες ή έστω ότι
προσπαθούσες, πως ήμουν άξια της ελάχιστης προσοχής, που μου πρόσφερες.
Ο
πραγματικός λόγος που τα υπόμεινα όλα ετούτα τα βασανιστήρια της επίγειας κόλασης
μου, ήταν για εκείνο το πρώτο βράδυ, που σε είδα, να με θωρείς με καλοσύνη και
αγαθότητα. Το είχα δει, αλλά πλέον, γνωρίζω, πως δεν ήσουν πραγματικά εσύ, αλλά
κάποιος άλλος, κάποιος, που ίσως να άξιζε να σωθεί. Και να μην σπέρνει ένα
κινούμενο χάος στο διάβα του.
Μια
μορφή, που ίσως κάπου μέσα της να κρύβεται καλά ένα τραυματισμένο, μανιασμένο
παιδί γεμάτο σημάδια από σβησμένα τσιγάρα απάνω στα χέρια του. Μα όχι, εσύ δεν
ήσουν αυτό το παιδί, που προσπαθούσες να μοιραστείς λανθασμένα την υποτυπώδη
ένδειξη της καλοσύνης σου. Εσύ παρίστανες, υποδυόσουν, εσύ κάλυπτες πολύ μαεστρικά
το σκοτάδι σου. Προσπαθούσες να αποδείξεις περίτρανα , πως τα τραύματα μου δεν
ήταν αρκετά. Εξου κι αποφάσισες να τα εμπλουτίσεις, σαν σημειώσεις κάποιου
ξεχασμένου αυτοκαταστροφικού συγγραφέα, που μετά απ’ την επίσκεψη του σε κάποιο
μαγαζί της παλαιάς Αθήνας, καθώς συμπλήρωνε και αλλοίωνε την αλήθεια του, με
βαρύγδουπες δηλώσεις , που μόνο εκείνοι δεν έγραφαν, μα το ίδιο το ποτό εμίλαγε για λογαριασμό τους.
Εσύ
όταν αποκαλύφθηκες μόνο φρίκη μου προκαλούσες. Μα εγώ ποθούσα βαθιά μέσα μου να
σε σώσω. Να σε απελευθερώσω . Να σε αναδιαμορφώσω και μέσα από αυτό να
απελευθερώσω εμένα, απ’ την ντροπή μου. Απ’ την οργή μου, απ’ την βαθιά μου μελαγχολία.
Να με απελευθερώσω μια για πάντα, απ’ την ματαιότητα μου, για να ξέρω πως έσωσα
κάποιον, γεγονός καθώς τα αφηγούμαι ετούτα ιδιαίτερα ναρκισσιστικό και εξαίρετα
προβληματικό εκ μέρους μου. Κι οι στιγμές ξέφευγαν, και αναμιγνύονταν αδιάκοπα
με, όσα μου είχες εκμυστηρευτεί με τα βάρη των συμφορών, που προξενούσες, όμως μου
είχες πει ψέματα. Αποκυήματα της διεστραμμένης φαντασίωσης σου ήταν, όπως και
σαδιστική μου, όψη, ως τιμωρός δεν ήταν παρά μόνο ονειρώξεις.
Έκανα όλα όσα ήθελες, μα ακόμη δεν με ποθούσες. Ακόμη δεν
με επιθυμούσες, ακόμη δεν με αγαπούσες. Όσο εγώ σε αγαπούσα, εσύ καρτερούσες και
δολοπλοκούσες την αψίδα του θανάτου μου, για να πας στο επόμενο θύμα σου. Όταν παραδόθηκα
στον πόνο, σου όπλισα το χέρι να με ματώσεις, να με εξευτελίσεις , να
βεβηλώσεις.
Και
η ανάσα μου βάρυνε. Βάρυνε τόσο πολύ, που ένιωθα έναν οξύ πόνο να με διαπερνά
και να μουδιάζει, γιατί δεν ήθελα να φύγεις.
Ντρέπομαι,
που το λέω πια, αλλά όσο κι αν γνώριζα με ότι είχε απομείνει απ’ το κατεστραμμένο
ένστικτο μου, πως εσύ ποθούσες τον χαμό μου, εγώ το υπέμεινα μαρτυρικά, σαν άλλος
μαθητής Του, ανεχόμουν κάθε τι που σχεδίαζες, το επιθυμούσα, το ποθούσα με το
παραπάνω.
Γιατί ήξερα πως εγώ ήμουν εκείνη η ηλιαχτίδα
στο παραθύρι του μυαλού σου, ήμουν εγώ ο λόγος, που ανέπνεες ,εγώ που σε άφηνα
να με χαράζεις. Μέσα σε ετούτη την τρώγλη, που ζήσαμε μαζί. Όσο κι αν έκλαιγα,
και όσο κι αν ηχούσαν τα ουρλιαχτά μου, μέσα στους χάρτινους τοίχους, εκεί
έμαθα εσφαλμένος τι είναι για εμένα το ίδιο άτομο να είναι "ο
πατέρας μου, ο καλύτερος μου φίλος και ο σύντροφός μου αλλά και ο βιαστής μου".
Αναπλήρωνες
όλα ετούτα τα κενά, που μονάχος σου δημιούργησες. Και τώρα σαν θωρώ, απέξω
ετούτο το καμένο και ρημαγμένο απομεινάρι μου , γνωρίζω πως δεν ήσουν εσύ το
κτήνος μονάχα, αλλά εγώ.
Εγώ
που άφηνα τον εαυτό μου να αλλοιωθεί, να αυτοτραυματιστεί, να βεβηλωθεί , να
βιαστεί , να εύχεται κάθε στιγμή, που περνά και να είναι κάποια άλλη. Κάποια,
που απλά είχε την ηλικία μου, τα μάτια μου, το σώμα μου, την φωνή μου, αλλά
αυτή δεν ήμουν εγώ . Δεν γίνεται αυτή να ήμουν εγώ, ούρλιαζα μπροστά απ’ το καθρέφτη
μου, που είχε ήδη σπάσει για να μην με παρατηρώ. Όμως όλα αυτά τα έκανα εγώ.
Εγώ που αποφάσισα να σώσω κάποιον,που δεν άξιζε .Εγώ που δεν αγαπούσα εμένα, που ήμουν δειλή να αντιληφθώ
πως είχα τόσο απεγνωσμένα ανάγκη για βοήθεια. Εγώ ενσάρκωνα το κτήνος και εσύ
ήσουν το άδειο κουφάρι, που δρούσε, εγώ σου έδινα ζωή. Σε διέταζα και εσύ υπάκουες σιωπηρά την εντολή, να με σοδομίσεις.
Εγώ
όμως πλέον σε καίω, μέσα στο ίδιο σου το μπουντρούμι, συνθλίβω την ημίθανη όψη
σου και σε απαλλάσσω απ’ τα καθήκοντα σου. Σε περιλούζω με άφθονη βενζίνη μαζί
με όσα αγαθά, σου έχουν απομείνει, τα τσιγάρα σου, τα γυαλιά σου και το
τελευταίο μου κομμάτι από δάκρυα. Όμως τα δάκρυα μου και αυτό το κομμάτι της ντροπής
ανήκει σε εμένα, καθώς το κρατώ ξανά στα χέρια μου, βλέπω καθάρια πως αν δεν το
είχα θα ήμουν κι εγώ ένα ακόμη δίποδο κτήνος, σαν και του λόγου σου, ή για να
το πω, πιο ορθά, ένα ακόμη μέτριο πλάσμα, που φαντασιώνεται να ασκεί εξουσία
και να απειλεί πως θα με πληγώσει. Και το ειδεχθές έγκλημα είναι δικό μου, επειδή
απαρνήθηκα τη φύση μου, όμως αυτό αλλάζει και με την γόπα απ’ το τσιγάρο μου,
πυρπολώ και φωτίζω την νύχτα. Την προστάζω να φύγει πριν να έρθει η ώρα της. Την
απαλλάσσω μαζί με εσένα.
~
Πλέον
μπορείς να μετουσιωθείς και να φύγεις απ’ τις σκιές μου. Αυτό είναι το
τελευταίο μου αντίο, γιατί πλέον είσαι για εμένα νεκρός. Η κηδεία σου έγινε
πριν καιρό, ελπίζω να παραμείνεις εκεί, κανείς δεν ήρθε, κανείς δεν νοιάστηκε
αρκετά και σε κανέναν δεν θα λήψεις, ούτε σε εμένα.
Tu ne fais plus peur à personne.
dors dans ton sommeil éternel.
Il a porri.
~
Au revoir.
~
Δεν
τρομάζεις κανέναν πια.
Κοιμήσου
στον αιώνιο ύπνο σου.
Σάπισε.
Αντίο.
ΖΝ.