Νοεμβρίου 06, 2021

Quel déchet !

         


              Καρτερώ να ιδώ να περιβάλλεσαι, από κείνο το καταγάλανο χρώμα του ουρανού και να σείεται η γη, καθώς την διαβαίνεις. Μέσα σε ετούτα τα παρθενικά ακρογιάλια, αφήνεις μια βαριά αναπνοή και αποχαιρετάς τα προγονικά σου εδάφη, για ένα νέο αύριο, σαν ετούτο, που καρτεράς, μόλις αγγίξεις προσεχτικά το προσκεφάλι σου απάνω στο στέρνο μου. Μέσα στα μάτια σου, αναζητώ εκείνη την φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Τούτη την θάλασσα, που θωρώ κάθε φορά σαν σε παρατηρώ και σε γδύνω απαλά με τις ματιές μου. Οι προθέσεις μου σαν αγριεύουν πιάνουμε λιμάνι και χυμάω καταπάνω σου. Γίνομαι ένα με τα ανταριασμένα κύματα του φουρτουνιασμένου πλοίου. Σαν περνάει ετούτη η στιγμή, το θρόισμα της καρδιάς μου, γίνεται ένα με τον χτύπο της θάλασσας, που τρυπάει με βία ετούτα τα σκουριασμένα κουτιά, που με κρατούν μακριά σου. Το μόνο, που ποθώ πραγματικά είναι να γίνω ένα με ετούτη την γαλάζια πλανεύτρα, που σε ‘χει πάρει μακριά μου. Να πάρω φόρα και έτσι γαλήνια καθώς είμαι, να αφήσω πίσω κάθε μορφή ενοχής και κάθε φορτίο θλίψης και να πηδήξω μέσα, στην αγκαλιά ετούτης της μητέρας, να γυρίσω ξανά στην πρώιμη μορφή μου και πίσω στην δική σου αγκαλιά. Εκεί που μας περιβάλει ετούτο το καταγάλανο ιριδίζον στοιχείο της θείας μήτρας. Σαν ακούω την φωνή σου, να με καλείς, σκέφτομαι όλα ετούτα τα χρόνια, που περνούσαν χωρίς εσένα. Χωρίς την εικόνα της μορφής, που περιλούζεται κάτω από εκατομμύρια δροσοσταλίδες απάνω στο λείο δέρμα σου.

Σε ποθώ βαθιά, όπως ο φυλακισμένος την πρώτη ακτίδα φωτός έξω από το κελί του. Καρτερώ να νιώσω τα το βλέμμα σου, απάνω στο κορμί μου, να καίει την ψυχή μου. Έτσι, ετούτο το γαλάζιο χρώμα του ουρανού να διαλύσει κάθε σπιθαμή ενδοιασμού μέσα μου. Να ξετρυπώσουμε και να αδράξουμε τα λεπτά και τα δεύτερα, από κάθε θρόισμα ετούτων των φύλλων του καταπράσινου τοπίου, που μας πνίγει ασφυκτικά. Μα κι εκείνο το ταξίδι, που κάνει η άμμος για να φτάσει και να σε αγγίξει παροδικά για μόλις μερικά δεύτερα γίνονται ένα με την πνοή σου. Όλα ετούτα τα πεφωτισμένα παιχνιδίσματα του γαλάζιου ουρανού αντανακλώνται απάνω στα μάτια σου.

Όλο ετούτο το γαλάζιο του κόσμου, πώς είναι δυνατόν μην να σπαταλιέται απάνω στην δική σου ματιά; Όλο ετούτο το σμαραγδένιο φως, πώς γίνεται να μην έχει γίνει κόσμημα, απάνω στα δικά σου χέρια; Πώς, όλος αυτός ο αφρός να μην δροσίζει τα δικά σου ακροδάχτυλα μια ζεστή μέρα σαν αυτήν; Θεέ μου, πώς σπαταλάς όλου του κόσμου το γαλάζιο; Το μόνο, που καρτερώ είναι να σου χαρίσω απλόχερα, ετούτο το παρθενικό γαλάζιο χρώμα όλων εκείνων των θαλασσών και των ποταμών, που έχουν μονάχα τα μάτια ενός έμπειρου ναυτικού ιδεί, για να σου προσφέρουν γαλήνη στην φουρτουνιασμένη σου καρδιά και το πονεμένο σου μυαλό, που σαν το καίει μέρα νύχτα ο ήλιος, σου παίρνει λίγο από την λάμψη. Ω, μεγάλε Θεέ μου, πώς σπαταλάς όλο ετούτο το γαλάζιο του κόσμου, απάνω όλα εκείνα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, αντί να το προσφέρεις σε αυτά τα νέα κορμιά, γεμάτα έρωτα και ορμή;




ΖΝ.

Οκτωβρίου 18, 2021

Dédié à mon poète romantique.

 

"Να σε κοιτώ όλο νόημα και εσύ σιωπάς. Αφήνω δειλά-δειλά την σκιά του φόβου και προσανατολίζομαι σε μια νέα αρχή."

Έχω ανάγκη να αγαπηθώ. Έχω τόσα να σου δώσω, μα δεν ξέρω, αν θα σου είναι αρκετά. Δεν ξέρω αν μπορώ, να αντέξω όλα ετούτα, που ψευδώς νόμιζα, πως κατείχα τόσα χρόνια. Ξέρω μονάχα, πως έχω κουράσει την καρδιά μου. Έχω ρημάξει την ψυχή μου να καταπιάνεται, από εφήμερες ματιές και παροδικά γέλια, μέσα στην σιγή της αγωνίας του φωτός,  κάτω από κάποιον χαμηλό ήχο, μέσα σε ξεχασμένα υπόγεια και ανάμεσα στις βοές του πλήθους. Γνωρίζω καλά, πως τούτο το σφίξιμο της καρδιάς μου, δεν περνάει και σαν μένω μοναχή μου, δεν νιώθω πια, τόσο ευάλωτη. 

Νιώθω το βάρος του σώματος σου απάνω στο δικό μου, και την βαθιά σου αναπνοή να ζεσταίνει τον παγωμένο μου λαιμό και έτσι αποκοιμιέμαι τις ξάστερες νύχτες τούτου του βαρύ χειμώνα. Τα ακροδάχτυλα μου, έτσι ταλαιπωρημένα καθώς είναι, ξαποσταίνουν πάνω στο καυτό σου στέρνο, και η ανάσα μου γεμίζει τα πνευμόνια σου, με καπνό και την μυρωδιά, από κείνα τα κατακόκκινα οινοπνευματώδη ποτά, που γιωμίζαμε με κείνη την σιωπή, που επικρατεί καθώς το ξημέρωμα μας βρίσκει αγκαλιά. Έτσι η στιγμή του αποχαιρετισμού, δεν είναι πια τόσο επώδυνη. Σαν ξημερώσει και θα πρέπει να γυρίσω πίσω, ξέρω βαθιά μέσα μου, πως εσύ θα συνεχίσεις να υπάρχεις και να παραμένεις εκεί, ακλόνητος, μέσα στην δική σου σιωπή, να με αναμένεις, πίσω από μια πόρτα σε κείνο το διαμέρισμα από χαρτί και καπνό, μέσα σε κείνο το μικροκαμωμένο ντουζ να έλθω να σε ανταμώσω.

Η παραδοχή, πως θα με περιμένεις, να γυρίσω είναι και ο μεγαλύτερος φόβος μου. Αν, δεν έρθω θα συνεχίσεις να είσαι εκεί, και να με αναζητάς κάτω από τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής σου; Κάθε φορά, που θα ξημερώνει και θα αντηχεί η μελωδία κάποιου πλανόδιου, που παίζει λατέρνα εσύ θα με φαντάζεσαι, να βγαίνω έξω ατημέλητη και σκεπασμένη με τα ρούχα σου, να ακούω την μελωδία, που πλημυρίζει τους παγωμένους δρόμους της γειτονιάς σου; Θα με καρτεράς, σαν ανοίγει η πόρτα και ακούς βήματα, στην μεγαλεπήβολη είσοδο της πολυκατοικίας σου; Η θύμηση σου, μου ζεσταίνει την μεριά της μικρής και αδείας μου κλίνης, ενώ εσύ με αγκαλιάζεις και τα σώματα μας, γίνονται ένα μέσα στην ιλιγγιώδη ταχύτητα του κόσμου, που μας προσπερνάει. Και σαν λίγο πριν, ξεψυχώ θέλω να ακούω την βαριά σου ανάσα και να παρατηρώ το σώμα σου, καθώς κάνουμε ερωτα, κάτω από ηλιόλουστο φως τούτης της παρθένας ημέρας. Τότε που τα σώματα μας έγιναν ένα, σαν τότε, που δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου και σε αγκάλιασα με όλη μου την δύναμη;

 Εκείνη ήταν η μέρα, που σου έδειξα ποια είμαι πραγματικά, κάτω από το λευκό μου αλλά και μισό καμμένο προσωπείο. Μια δυνατή, μα και συνάμα ευάλωτη κοπέλα, που παραμονεύει να δείξει στο κακοποιημένο κορίτσι, που κρύβει βαθιά μέσα της, πως είναι να την αγαπούν πραγματικά, πως είναι να την αγκαλιάζουν και της λένε, πως αξίζει να προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της. Μα όλα αυτά, σβήνουν γοργά, σαν το τσιγάρο μου αγγίξει τον πάτο από το γυάλινο τασάκι, και εσύ χάνεσαι μέσα σε κείνον τον καθωσπρεπισμό, που μας ορίζει ετούτη δω, η πραγματικότητα. Θα σε αναμένω στο λιμάνι, εκεί, που ο αγέρας παίρνει βίαια τα μαλλιά μου, και η καρδιά μου θα βροντοχτυπάει να ανταμώσει την δική σου. 

Προς το παρόν, εγώ ετοιμάζομαι για να ξεκινήσω το προκαθορισμένο μου ταξίδι και εσύ θα κουβαλάς τον δικό σου σταυρό, μέσα στην σιωπή σου.

Εις το επανιδείν.



ZN.


Αυγούστου 21, 2021

Les talons rouges délavés.

Και τι απομένει λοιπόν, μέσα σε τούτα τα ξεχαρβαλωμένα κούφια τακούνια και πίσω απ’ αυτό τούτο το ψεύτικο χαμόγελο, που φορώ κάθε τόσο, που αντικρίζω ένα ακόμα ζευγάρι από χαροκαμένα χέρια και τα βλέμματα των περαστικών να εισβάλουν βίαια μέσα μου; Μια προσμονή για μια νέα αρχή. Μια ολάκερα νέα υπόσχεση. Μια νέα μορφή βλασφημίας, που ξεπερνά κάθε όριο προσμονής που μετουσιώνεται, σε έναν εξ ολοκλήρου νέο τρόπο τελμάτωσης, τούτης της προσμονής.

Τούτη η αναμονή συνθλίβει κάθε νέα προσπάθεια και στη συντριπτική πλειοψηφία σε αφήνει μόνη, ακόμη ένα βράδυ. Παγωμένη στην άκρη κάποιου ξένου κρεβατιού, μέσα σε αυτό το έρημο δωμάτιο κάποιου ξενοδοχείου. Με συνοδεία τον ήχο από ένα νεκρωμένο τηλέφωνο, μέσα απ’ τα χέρια σου, ενώ το τσιγάρο καίει αργά τα ακροδάχτυλα μου, και η μυρωδιά της καμένης σάρκας να διαγράφεται μέσα, στη μνήμη μου, χωρίς να μπορεί να απαλύνει την βαθιά οργή μου.

Τούτα τα μαρτυρικά λεπτά, που σε αναμένω να φανείς, ακούγονται σαν τις ριπές του μανιασμένου αγέρα, μέσα σε αυτό κατάλευκο δωμάτιο, με αυτά τα καθάρια σεντόνια. Με το ηλιοβασίλεμα να τυφλώνει τα γαλαζοπράσινα νερά της παραλίας, που εκτείνεται απ’ άκρη σ’ άκρη, όσο τα μουσκεμένα μάτια μου προσπαθούν να εστιάσουν στην αναμονή του κομμένου ακουστικού. Μα εσύ, δεν θα φανείς, ούτε και σήμερα. Έτσι δεν αλλάζει πλέον τίποτα.

Η απουσία σου, γίνεται η μόνιμη κατάσταση της κομμένης μου ανάσας, πάνω από τούτο το ακουστικό, που ο συνδρομητής δεν φάνηκε, για ακόμη ένα ξημέρωμα. Έτσι με βρίσκει το παρθένο φως της χαραυγής, να ξεγλιστράω, από τούτη την θεόρατη κι έρημη είσοδο του, με το νέο ζευγάρι τακούνια στο χέρι να παίρνω το δρόμο της επιστροφής πριν καταφέρει τούτη το φως των σβήσει από την προηγούμενη νύχτα κρατώ στο χέρι το τσιγάρο μου και τα κλειδιά απ’ το σπίτι μου, που μόνιμα επικρατεί σιωπή και η μυρωδιά από τα αποτσίγαρα να είναι αναμειγμένη με την μυρωδιά από ‘κείνο το άδειο μπουκάλι.

Τούτη η παραδοχή της μοναξιάς και της απεγνωσμένης ανάγκης για απομόνωση, με ωθεί για ακόμη ένα βράδυ να καρτερώ, να ανταμώσω, μέσα στην καρδιά της μισοφωτισμένης και άδειας πόλης, εκείνα τα σμαραγδένια μάτια, με τα λεπτά χαρακτηρίστηκα, κι κείνο το γέλιο, που μου αγαλλιάζει την καρδιά. Και οι ώρες περνούν και κείνος δεν έχει φανεί ακόμη.

Μόνη, ξανά σωριάζομαι, κάτω στο σπασμένο πλακόστρωτο και κρατάω, ξανά τούτα τα κούφια κατακόκκινα τακούνια στο χέρι, ενώ στο βάθος επικρατεί μια πύρινη κόλαση και ο άλλοτε φωτεινός ουρανός γιομίζει με τα αποκαΐδια της ψυχής μου, που για ένα ακόμη βράδυ, έμεινα μόνη. Να καρτερώ να αγαπηθώ, έστω και για λίγες πλασματικές ώρες, από κείνον τον χαμένο ποιητή. Μέσα σε εκείνες τις σκιές, από κείνο το χωμένο σινεμά, που σαν το φως άγγιζε την ματιά του με κράταγε σφιχτά και με φίλαγε με πάθος.

Τότε, που για λίγο γίναμε ένα, μέσα στην σιγή της μανιασμένης θάλασσας. Και αυτή η πηγαία ανάγκη για στοργή είναι, που κι σύ καρτεράς, έστω και για μια στιγμή. Μια μονάχα στιγμή, μέσα στις σκιές του χρόνου, όπου κανείς δεν θα σε ιδεί και κανένα ζευγάρι μάτια δεν θα σε κρίνει. Μέσα σε τούτο το χάος της ώρας και της ζωής, που περνάει γοργά, από τούτα τα χέρια με τα σπασμένα και τσακισμένα νύχια που θωρείς.

Μια σπασμένη φωνή και απομεινάρια από κομματιασμένο γυαλί συνοδεύουν τούτο το θλιβερό ξημέρωμα. Και η σκέψη μου να καλπάζει απ’ άκρη σ’ άκρη της πόλης, αναζητώντας τον υπαίτιο. Αναζητώντας μια ξεθωριασμένη σκιά στους τοίχους να ρίξει όλο το κρίμα της υπόστασης μου, την αδυναμία μου να νιώσω κάθε συναίσθημα χαράς και ευημερίας έστω και για μια στιγμή, μα σαν προχωρώ και αντικρίζω την αντανάκλαση μου, μέσα από ένα ραγισμένο τζάμι, σε κάποιο παλιό συρμό, αντικρίζω τον υπαίτιο να κρατά τα κλειδιά του στο χέρι και ένα ζευγάρι από ξεθωριασμένα κόκκινα τακούνια στο χέρι.


ΖΝ.

Ιουλίου 25, 2021

La chimère du silence.


Μέσα σε τούτο τον αστικό φλοιό, που προσπερνώ βιαστικά, παρατηρώ τα σιδερένια κλουβιά, από τσιμέντο και απαστράπτουσα λαμαρίνα, να ορθώνονται μπρος μου, να δημιουργούν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που μου καίει το δέρμα και θρυμματίζει ολοσχερώς τα γυάλινα μου μάτια. Τούτο το εχθρικό περιβάλλον καρτερά να με βλάψει, να με θαμπώσει με την αλαβάστρινη και εκτυφλωτική του αντανάκλαση. Μα, μέσα από τον πυρωμένο δρόμο και τα ιδρωμένα κορμιά, επικρατεί θλίψη. Τούτα τα θεόρατα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα, είναι και η απόδειξη, πως ο άνθρωπος καρτερά τον αυτοπεριορισμό, απολαμβάνει σιωπηρά, τούτη την ενοχική φιληδονία, που απαστράπτει αυτή η εκτυφλωτική αντανάκλαση, που μεταδίδεται με την ταχύτητα του φωτός και του ήχου. Με τυφλώνουν οι λευκοί ήχοι και με απωθούν να συνεχίσω την προκαθορισμένη μου διαδρομή, προς το δικό μου κλουβί. Εκείνο, που αποκαλώ σπίτι.

Παρόλο, που εκεί μέσα δεν επικρατούν, τούτοι οι απόκοσμοι ήχοι της αστικής τρικυμίας, κυριαρχεί μια άλλη αβάσταχτη, μετέωρη σιωπή, απ’ τα δικά σου χείλη. Μια σιωπή, που αντηχεί, τόσο εκκωφαντικά, μέσα μου και γύρω μου, που απ’ την μύτη μου κυλάει μια πορφυρή σταγόνα αίματος, και πέφτει, απάνω στα λευκά μου ρούχα. Τούτος ο ήχος είναι και ο πρώτος πραγματικός ήχος, που σπάει την βασιλεύουσα παύση των χειλιών σου.

Αδυνατώ να σε ακούσω, μέσα απ’ τη βαθιά μου θλίψη και έτσι να ‘μαι πάλι, άλλο ένα κομμάτι σάρκας, που καρτερά να ιδωθεί, από τούτα τα καταγάλανα μάτια και να αγκαλιαστεί, απ’ την μουσική του σεληνόφωτος, μέσα από την αραχνούφαντη κουρτίνα του διαμερίσματος. Πάντα όμως, επικρατεί τούτη η ματαίωση. Μια περιθάλπουσα σκιά, απ’ τον ριζωμένο ενδοιασμό μου και την βαθιά εμποτισμένη από τον δικό σου φόβο, που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Έτσι τούτος ο φόβος σου να ιδωθείς και να αγγίξεις αυτό το σώμα, με τούτες τις ατέλειες, που το απαρτίζουν. Αυτήν την χίμαιρα, που πνίγει και τους δυο μας, μέσα σε τέσσερεις λευκούς τοίχους, την περιθάλπουμε μαζί και βαθιά μέσα σου, θαρρώ, πως το γνωρίζεις. Τούτος ο φόβος να με αγγίξεις μου διαλύει την ύπαρξη, κάθε γαμημένο λεπτό, που περνάει. Μα και τούτος ο διασκορπισμένος μου ενδοιασμός να αφεθώ θρυμματίζει, κάθε τόσο, τον δικό σου εαυτό, με αποτέλεσμα να αλληλοσπαραζόμαστε, μέσα σε τούτη την χίμαιρα της σιωπής μας.

Έτσι και πάλι, τούτο το χάραμα με βρίσκει αποσβολωμένη και απομονωμένη, μέσα σε τούτο το θεόρατο, ξέστρωτο κρεβάτι. Είναι από ‘κείνα, που κοιτούν, μπρος τους την θέα της ρημαγμένης πόλης και εκείνο τον μικρό ακάλυπτο, κάπου ανάμεσα στις άπειρες μικρό-συνοικίες. Και καθώς σαν ξημερώνει, το φως τρυπά μέσα του, σαν κλέφτης, απ’ τις κουρτίνες και αγκαλιάζει στοργικά, τούτα τα μάτια, που σαν ωκεανός από παγόβουνα, αγκαλιάζουν τις κόγχες των ματιών σου. Τούτο το βωβό κλάμα εμπεριέχει μέσα του, την σιωπή, αλλά και την βαθιά παραδοχή της συνενοχής μου.

Δικάζομαι κάθε νύχτα, που σαν βρίσκομαι στην αγκαλιά σου, πονάει ολάκερο το στέρνο μου και τα μάτια μου καίνε. Η κατηγορία μου είναι ο θρίαμβος της αποξένωσης ολόκληρου του γνωστού κόσμου, και μέσα σε αυτόν υπάρχουν και τούτα τα υδαρή μάτια, που σπάνια με θωρούν. Η ποινή μου, λοιπόν, είναι η συγκάλυψη και η συνενοχή, σε τούτο το ειδεχθές έγκλημα. Το κλάμα μου, σχεδόν ασθενικό πια, το περνάς απαρατήρητο, με το μόνο υπόλειμμα του, να ‘ναι η βαθιά κούραση και οι μεγάλες αυλακώσεις στο κατά άλλα νεανικό μου πρόσωπο, που κάνουν την εμφάνιση τους, από την μικρή ηλικία των 25 ετών, που μόλις πριν λίγο καιρό, είδα ζωγραφισμένο απάνω σε ένα δυαδικό σύνολο από κεριά, που έσβηνε αργά, από την ζέστη και τα καυτά χνώτα του περίγυρου μου.

Η απογοήτευση στο βλέμμα μου και τα βαριά μου βήματα, προς τούτο το κρεβάτι, ποτέ δεν έγιναν ελαφρά την καρδία. Είχα ξέρεις μια βεβαιότητα, πως αυτήν την φορά κάτι θα αλλάξει, μα ήταν μάταιο. Να ‘μαι πάλι εδώ μοναχή, να αργοσβήνω, από τον επικείμενο καύσωνα, μέσα στο χτισμένο μου καλά καταφύγιο, απ’ τα μάτια σου, όμως τούτη την φορά ο εχθρός δεν είναι άλλος, από τον ίδιο μου τον εαυτό. Τούτες οι λέξεις αποτελούν και τη μόνη απόδειξη της αθωότητας μου. Το μόνο πράγμα, που ποθώ είναι σε νιώσω, βαθιά μέσα μου. Τα μάτια μου, έτσι σπασμένα που ‘ναι, δεν μπορούν να σε δουν και τούτες οι λέξεις απειλούν να βλάψουν κι εσένα. Μην γυρνάς την πλάτη σου, μην αφήνεις το σεσημασμένο μου κορμί να παγώσει κι άλλο, απάνω σε τούτο το αφιλόξενο στρώμα, που κάθε νύχτα ποτίζω.

 

Venir.

Ne te tourne pas le dos.

Τiens ma main.


ΖΝ.

Μαΐου 25, 2021

Un autre enfant du carré.

Le deuxième volume.

Ανάλαφρη, που είναι, η σημερινή νυχτιά. Ο ουρανός μόλις έχει σκοτεινιάσει, και η τούτη η ώρα με βρίσκει, να θωρώ το είδωλο μου, μπρος από κάποιον καθρέπτη. Tα κλειδιά γλιστρούν απαλά, απ’ τα χέρια μου, και λικνίζονται μαζί με τον ρυθμό, από κάποιο παλιό γραμμόφωνο, που ακούγεται απ’ το δίπλα διαμέρισμα, που μου ‘χει παρασύρει τον συλλογισμό. Με ταξιδεύει στις παλιές εκείνες διηγήσεις του, με τούτο το ηχόχρωμα και κείνη την γνωστή μελωδία να με παρασέρνει. O αγέρας φυσάει και παίρνει τα μαλλιά μου. Μαζί με αυτόν ταξιδεύει και η φωτιά των σπίρτων και μου καψαλίζει ελαφρά τα ακροδάχτυλα. Καθώς προσπαθώ να μαζέψω τα μαλλιά μου, κοιτώ ψιλά τον γυμνό ουρανό. Δειλά, αρχίζουν να κάνουν και την εμφάνιση τους, οι πρώτοι αστερισμοί, και να σημαιοστολίζουν την γύμνια του, με τρόπο πρωτοφανή. Ελπίζω τούτο το υπερθέαμα, να το αντικρίζεις κι συ, μέσα σε τούτη την χειμερινή νυχτιά της τσιμεντένιας αυτοκρατορίας, που τώρα δα διασχίζεις. Τούτο, το κέντρο είναι γιομάτο με δικά σου αρώματα.

Με γρήγορες κινήσεις ανάβω το τσιγάρο και κατευθύνομαι, προς τα κει. Με συνοδεύει, ο χαρακτηριστικός ήχος, που κάνουν τα τακούνια μου, καθώς χτυπούν απαλά απάνω στο πλακόστρωτο. Οι στάχτες απ’ το τσιγάρο είναι και το μόνο στοιχείο, που αφήνω πίσω μου, μαζί με το φουλάρι στο λαιμό μου, που χορεύει με τον αγέρα τούτης της κρύας νύχτας. Τούτος ο ήχος, που με ακολουθεί, μου θυμίζει, σαν τότες που ‘μουν μικρή, και τον άκουγα, καθώς περνούσαν, οι γυναίκες, σε τούτους τους πολυσύχναστους δρόμους. Τώρα, πια είναι όμοιοι, με εκείνους τους λαβυρίνθους των καταγώγιων. Εκείνες τις εποχές, τις πιο αθώες, σαν θωρούσα μια γυναίκα να φλέγεται, μέσα σε εκείνα τα πυρωμένα χρώματα, με την ανάσα της να βαραίνει το στέρνο της, από το πυρωμένο τούτο φόρεμα, που πάντα κάτι καρτερούσε ενώ η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Τώρα, πια περπατώ εγώ, σε τούτα τα τακούνια, με τα χείλη μου να ‘ναι κατακόκκινα και να στολίζονται, από ένα μισόσβηστο τσιγάρο. Το χνώτο μου, μυρίζει καφέ σε συνδυασμό με το αλκοόλ. Τον λαιμό μου, τον έχω στολίσει, με ένα απαλό άρωμα. Τα μαλλιά μου είναι ανακατωμένα και πυρωμένα με εκείνο το φλογερό χρώμα της φωτιάς. Απάνω απ’ το αφτί μου υπάρχει μια μικρή κατάμαυρη πένα, που μάλλον, είχα ξεχάσει. Η καρδία μου χτυπά δυνατά καθώς φτάνω στο Σπιρτόκουτο. Το μόνο, που ποθώ, πιο πολύ είναι ένα δυνατό ποτήρι, από κείνο το ουίσκι, που είχα πάρει κι χθες. Οι σκέψεις μου χάνονται, μέσα στον λυσσασμένο αγέρα. Νιώθω, την λαχτάρα μου, να μου καταβάλει την καρδιά.

Μπαίνω μέσα και ξάφνου, βλέπω σαν μάνα εξ ουρανού, μια μορφή αλλιώτική απ’ τις άλλες, ατίθαση. Δημιουργημένη κατ’ εικόνα και ομοίωση της δικής μου επιθυμίας. Ενός νέου χαμένου άνδρα. Με μια εμφανής θλίψη να περιβάλλει τα σκοτεινά του μάτια. Ψάχνει απεγνωσμένα κάποια διέξοδο, από τούτο το φως. Παίζει με το βλέμμα του και χαμογελάει, ανάβει τσιγάρο και φυσάει το καπνό μακριά. Το σώμα του είναι νεανικό, πλούσιο και λυγερό, με μια χαρακτηριστική φωνή, που την κρυφακούω ανάλαφρα, σαν κοντοστέκομαι. Περνάω, από δίπλα του, και μυρίζω το άρωμα του. Τον αγγίξω τυχαία, και έτσι διασταυρώνονται τα βλέμματα μας. Τον ακούω να σιγομιλάει και να παραλογίζεται για κάποιους μουσικούς δρόμους, που είναι ξεχασμένοι. Καθώς θωρώ τον πόθο του να οργιάζει, για να ιδωθεί, απομακρύνομαι μα ξέρω πως τούτοι οι κόσμοι είναι όμοιοι. Δυο δυο κόσμοι, που μπορούν να συνυπάρξουν τα σώματα για μια ακόμη νύχτα. Αυτή η επιθυμία, που γεννάται μέσα μου, μου καίει τα σωθικά.

Να ‘μια και πάλι εδώ, δεμένη σε ένα αδιέξοδο. Να ‘μαι αλυσοδεμένη, με τον καπνό, που γιομίζεις, τα πνευμόνια μου. Τόσο η καρδία μου σφυροκοπάει μέσα στο ασθενικό μου στέρνο. Μέσα σε τούτα τα κακόφημα σοκάκια, μέσα στην βαριά σου αναπνοή, από κείνα τα σέρτικα τσιγάρα, εγώ ποθώ να ιδωθώ. Με την μυρωδιά, από κείνο το παλιό κρασί, να πλημυρίζει τα χείλη σου και να πέφτει μια λεπτή κόκκινη σταγόνα, απάνω στο μαύρο σου πουκάμισο. Καθώς οι δυο μας, δημιουργούμε τις συνθήκες, αλληλοσπαραζόμαστε, μέσα στην σιγαλιά. Καθώς, φοβάμαι να σε ιδώ και να αγγίξω, υποτάσσομαι. Υπομένω τον πόνο. Υποκλίνομαι, μπρος στα κατάμαυρα μάτια σου. Χάνω τον εγωισμό μου. Ξεγυμνώνομαι την ύστατη στιγμή. Δείχνω την αμαρτωλή μου σάρκα. Την βαθιά λάγνα μου πλευρά. Αγγίζω το πόνο σου. Αντέχω την βαριά σου αναπνοή. Μπορείς να κουβαλήσεις την καθάρια μου ματιά και την μελαγχολία μου; Μπορείς να με αγγίξεις; Μέσα σου κρύβεις, ένα μικρό παιδί, που σπαρταρά για αγάπη.

Και σαν φεύγει η νύχτα πια σε αποχαιρετώ, μέσα στην ζάλη. Χάνομαι. Ανήκεις στις σκιές της σκοτεινής μου μορφής, κι εγώ προσδοκώ να ζήσω, μέσα στο φθισικό φως της καπνιάς μου. Με το φως να μου καίει τα μάτια και τον καπνό μου να γεμίζει το δωμάτιο. Και σαν ανοίγω τα μάτια μου, βρίσκομαι ξανά, μέσα στο ίδιο μαγαζί, μόνη με κανένα τριγύρω. Το κεφάλι μου να καίει και εγώ να αναρωτιέμαι. Η απάντηση είναι πια, ξεκάθαρη στο μυαλό μου. Σε αφιερώνω τούτο το κομμάτι του εαυτού μου, ξεχασμένος καθώς είσαι πια, σε συγχωρώ, που δεν υπήρξες ποτέ.

 

Sachant maintenant que tu n'a jamais existé, que vous étiez un autre enfant à naître.

Αφιερωμένο εξαιρετικά.

ΖΝ.

La muse de la mer.

       Άλλη μια νυχτιά, που θωρώ ετούτη δω την ανταριασμένη ξελογιάστρα, με τα κύματα της να σκάνε, σαν πυροτεχνήματα, μέσα στην ψυχή μου, σε τούτο το κακό τσακισμένο κατάστρωμα, που το τρώει το αγιάζι και η αλμύρα. Ο αγέρας ορμάει στο βρεγμένο μου μέτωπο, η αλμύρα εμποτίζει τις βαθιές ρυτίδες του προσώπου μου. Όσο για τα άγρια και ροζιασμένα μου χέρια, αυτά τα κατατρώει το αναθεματισμένο σκοινί. Μυρίζω στον αγέρα την θαλασσοταραχή και παρακαλώ τον μεγαλοδύναμο να μην μας πάρει μέσα στον υγρό της βασίλειο.  
        Θυμάμαι, αμυδρά την ζωή μου, πριν εκείνη την μεγάλη απόφαση, κάποιον ξεχασμένο Μάη του ’51, όπου σάλπαρα για πρώτη φορά. Τα τότε καχεκτικά χέρια μου να τρέμουν, μα την καρδιά μου να βροντοχτυπάει το στέρνο μου και να θέλει να βγει έξω, να ενωθεί με εκείνην, την υγρή μούσα, την Θάλασσα. Εκείνην να βογκά κάθε δειλινό και να φουσκώνει, από ηδονή, και να ποθεί μονάχα εκείνον. Κάθε βράδυ γινόμαστε το απάγκιο της. Όταν έρχεται κοντά του, εκείνη γιομίζει ολάκερη και αντανακλάει όλη του την λάμψη, μέσα στα βρώμικα θολά της νερά.
      Η Θάλασσα δεν είναι εκείνη η όμορφη γυναίκα, που φανταζόμουν τότε, μα είναι μια άγρια, λυσσασμένη και βαθιά πονεμένη γυναίκα, που χωράει κάθε λογής αντρίκια ψυχή μέσα της. Από κείνον τον ξένο θερμαστή, που τόσο πάλευε να κάμει δικό της, ένα μανιασμένο βράδυ το χειμώνα του ’65 και τους άλλους που τους αρπάζει από τα σπίτια τους και τους παρασέρνει σε έναν φρενήρη χορό με τα κύματα της. Ένας από αυτούς, έμελλε να ‘μουν κι εγώ.
         Μας κάνει να λησμονούμε, με το γλυκό της τραγούδι και την βαθιά μεθυστικήμυρωδιά της. Μας αγκαλιάζει, με το πέπλο της αλμύρας της και έτσι ζούμε, φυλακισμένοι, μέσα στους στενούς της κόλπους. Κι όταν αναζητούμε το χάδι της, μας το προσφέρει, απλόχερα, έτσι μεταμορφωμένη σε κάθε λογής γυναίκα του λιμανιού, που πλαγιάζουμε από το Μαρόκο μέχρι την Μπουσάν.
         Η θάλασσα για κάθε ένα από εμάς είναι η προσωπική του ηδονή, κι όταν φεύγουμε από το λιμάνι του Πειραιά και το πόδι μας ακουμπάει το μουσκεμένο μπουλμέ του καραβιού, μονάχα τότες νιώθουμε, ότι φτάσαμε στο σπιτικό μας. Κι όταν το ταξίδι μας τελειώσει θα επιστρέψουμε σε τούτα τα πατροπαράδοτα νερά, και θα‘μαστε πλέον, ένα με αυτήν την ανταριασμένη ξελογιάστρα, που οι άνθρωποι ονομάζουνε θάλασσα. Έτσι θα συνεχίζουμε το αιώνιο αγώνα της με τον ήλιο. Θα γίνουμε ένα με το πολυπόθητο ταραγμένο ηλιοβασίλεμα. Θα είμαστε το χάδι σε κάθε απομακρυσμένο ναυτικό αλλά και σε κάθε εν δυνάμει εραστή της, γιατί η υγρή αυτή μούσα αποτελείται από όλες τις ψυχές των θαλασσόλυκων, που πέθαναν αναζητώντας εκείνο το πάντρεμα της αλμύρας και των πύρινων χρωμάτων του ουρανού.



Αφιερωμένο στο μεγάλο δάσκαλο.

ΖΝ

Μαΐου 21, 2021

Un autre enfant du carré.

 Le premier volume.

Ένα ξεχασμένο καλοκαίρι υπήρξε ένα ξεχασμένο πλάσμα από κάθε μορφής θεϊκή ύπαρξη, εσύ. Ελλοχεύεις, μέσα σε ερημωμένα δρομάκια, ξεπροβάλεις και κρατάς ένα ποτήρι μισογεμάτο στο χέρι και κουνάς νωχελικά το κορμί σου, το βλέμμα σου είναι διακριτικό αλλά φαίνεται εμφανώς, πως κάτι αναζητάς, πώς κάτι καρτεράς. Στο άλλο σου χέρι υπάρχει πάντα ένα μισόσβηστο τσιγάρο. Η πορτοκαλί του γόπα αγγίζει με μαθηματική ακρίβεια τις άκρες των χειλιών σου, ενώ φλερτάρει με τις ελάχιστες κατάμαυρες τρίχες, που αγκαλιάζουν τα χείλη σου. Το βλέμμα σου είναι χαμένο μέσα στην ζάλη του καπνού και την ονειρική μελωδία της μουσικής, που παίζει απ’ το βάθος του Σπιρτόκουτου. Οι σκέψεις σου, χαμένες και ο πόθος σου οργιάζει, καθώς φαντασιώνεσαι κάποιο, άδειο φουστάνι, κάποιο γυναικείο σώμα να λικνίζεται, κατά την βούληση σου.

Έτσι, λοιπόν, περνάνε οι ώρες και οι μέρες σου, μέσα στο ημίφως, μέσα στο φυματικό φως του υπογείου. Όταν παραμιλάς και παραλογίζεσαι εκείνα τα μακρινά ταξίδια, που θα κάνεις και τα άδεια σεντόνια, που γιομίζουν με την μυρωδιά μιας κενής παρουσίας, κάποιο χαμένο καλοκαίρι του Αυγούστου, στην άδεια Αθήνα. Τα χέρια σου να καίνε και το κορμί σου σφίγγεται και καταπιάνεται, από τα ερεθίσματα του κρύου αέρα, που χαϊδεύουν το τραχύ σου βλέμμα. Ένα βλέμμα κενό. Ένα βλέμμα, που καρτερά να νιώσει την διακριτή μορφή κάποιου, για να λάμψει. Ένα χαμένο κορμί, που λικνίζεται μέσα στον στρόβιλο του καπνού. Ένα βλέμμα, που προσδοκά να ξεσκίσει κάθε ρόγχο ζωής στο πέρας του.

Πλαγιάζεις μαζί με ένα άλλο άδειο κουφάρι και αφήνεις την μορφή της, να οργιάσει μέσα σου, να γιομίσει τις πληγιασμένες παλάμες σου, με δάκρυα και μαύρα αποτυπώματα. Ακούς την βαριά της ανάσα, μέσα στα αυτιά σου, και της κλείνεις στο στόμα, και την αδειάζεις. Την καρτεράς να σε γεμίσει με τα φιλιά της, να το άρωμα της και να γεμίσει το κορμί σου με σημάδια ερωτικά, αποδείξεις πως υπήρξε, πως πέρασες από μέσα της. Να περάσει κι κείνη από την ρημαγμένη στο κλίνη και την σπασμένη σου καρδιά και μετά να την αφήσεις μαζί με κάποια άλλη παραίσθηση να την πάρει ο αγέρας, να την πάρει η κάπνα των τσιγάρων σου.

Ξυπνάς μόνος, ίσως πιο μόνος από ποτέ, μέσα σε τούτη την ρημαγμένη πραγματικότητα, χωρίς κανέναν γύρω σου. Χωρίς να αντέχεις το κεφάλι σου. Θωρείς τα άδεια σεντόνια και ξεσπάς σε κλάματα. Νιώθεις για πρώτη φορά το πραγματικό βάρος της θλίψης σου. Νιώθεις πως δεν είσαι τίποτα άλλο παρά μια μάζα, από πόνο και οργή. Μετουσιώνεσαι σε ένα μικρό ορφανό παιδί να σέρνει την ντροπή του, απάνω σε τούτο το σπασμένο μπουκάλι, που τώρα πετάς απάνω στο τοίχο και θρυμματίζεται. Ο ήχος αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη, με όλο το άδειο σου σπίτι, που κατοικείς μοναχός, χρόνια τώρα, παραμελημένος και κενός.

Νιώθεις το βάρος του χεριού σου, όταν χτυπάς το καθρέφτη, που όμως δεν σπάει, γιατί ακόμα και την ύστατη στιγμή δεν μπορείς να νιώσεις πόνο. Μένεις ένα δοχείο άδειο, ένα κουρέλι απάνω από ένα άδειο ποτήρι, ένα κορμί γυμνό, ανάμεσα σε τόσα άλλα. Ένα ανασφαλές ημίθανο κορμί, απάνω από ένα γεμάτο τασάκι, που σιγοσβήνει μια γόπα με κόκκινα απομεινάρια από κραγιόν.

Ξάφνου, εμφανίζεται μια αμυδρή κουνημένη εικόνα, σαν μακρινή ανάμνηση, θυμάσαι τότε, που όντας μεθυσμένος σου ξέφυγε μια κραυγή αγωνίας, σαν γοερό κλάμα, μέσα απ’ τα καμένα σου χείλη και ένα δάκρυ άγγιξε το τραχύ πρόσωπο σου. Τότε, που ένιωσες για πρώτη φορά, πως πια δεν μπορείς να αγγίξεις τον εαυτό σου και νιώσεις τον αέρα να διαπερνάει το ματωμένο σου χέρι. Τότε συνειδητοποιείς, πως πάνε χρόνια, από τότε ένιωθες τον καθάριο αγέρα στα μαλλιά σου και τις πρώτες σταγόνες της άνοιξης απάνω στο τραχύ σου δέρμα.

Αρχίζουν πάλι τα δάκρυα να γεμίζουν τα κατάμαυρα μάτια σου, αναρωτιέσαι πραγματικά πια, ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες ζωντανός. Έτσι αργά και σταθερά, γεμίζουν οι πνεύμονες με πεπιεσμένη νικοτίνη, από τα νευρικά χέρια σου, που τώρα προσπαθείς να ανάψεις ένα ακόμη τσιγάρο, από το παρατεταμένο πακέτο σου. Οι αναμνήσεις ετούτες, σε κάνουν να νιώθεις το καθάριο βάρος του πόνου σου, να γέρνει και να γιομίζει για πρώτη φορά, το σπασμένο σου ποτήρι, που κρατάς και την σκισμένη σου ψυχή να λιώνει, μέσα στην ενοχή της αβάστακτης καρδιάς σου.

Αρχίζεις να αναρωτιέσαι, αν ακόμα μπορείς να νιώσεις την αναπνοή σου. Η αναμονή σε τούτο σου το νέο παιχνίδι, αργεί τόσο, που χάνεις την υπομονή σου. Έτσι νομίζεις, πως αρχίζεις να τρελαίνεσαι και αρχίζει και τρέχει, σαν ποτάμι το αίμα απ’ την μύτη. Τούτο το αίμα είναι βρώμικο, λασπωμένο και σου γεμίζει τα μισόσβηστα τσιγάρα αλλά και το στόμα. Τρέχεις και βλέπεις πως τούτο το αίμα έχει γεμίσει το στόμα σου, και τα χέρια σου γιομίζουν σιγά σιγά και αυτά, με τις μικρές σταγόνες, που πέφτουν σαν σταγόνες από κάποιο παλιό κόκκινο κρασί. Εκείνο, που κρύβεις για τις ειδικές περιστάσεις, δίπλα στα βιβλία σου. Στρέφεις το βλέμμα σου στο καθρέπτη και απευθύνεις την τελευταία ερώτηση στον εαυτό σου, μια ερώτηση, που δεν μπορεί να ξεστομιστεί ούτε με σθένος, μα ούτε και με πόνο, παρά μόνο με τρόμο. Κοιτάς κατάματα το είδωλο σου και ρωτάς «Αναπνέω;».

 Έτσι έρημος πέφτεις κατά γης και σπαράζεις από πόνο, σε ένα βωβό κλάμα, που όμοιο του δεν έχεις ξανανιώσει. Έτσι σιωπηλός, μεθυσμένος και ημίθανος μένεις σε εμβρυακή στάση, μια αιωνιότητα και μια στιγμή. Το σπασμένο σου κορμί λυγίζει και σπάει. Έτσι, λοιπόν, έφυγες πονεμένος από τούτη την ζωή, πληγιασμένος και μόνος, με την μόνη σου συντροφιά τούτον τον απόηχο του παλιού ραδιοφώνου κάποιου γείτονα, που τρύπωσε, από κάποιο ανοιχτό παράθυρο. Με τούτη την γλυκόπικρη μελωδία, ακούς τον επιθανάτιο ρόγχο σου και αργοσβήνεις.

 

Ainsi, un autre enfant du carré est perdu.

Αlors, un autre enfant, de la rue, laisse son dernier souffle, seul.

 

Αφιερωμένο εξαιρετικά.

ΖΝ.

 

Μαΐου 03, 2021

Les Cigarettes bon marché.

 

 

Η μουσική του δρόμου και τα φτηνά μου τσιγάρα με συνοδεύουν, μέσα στην ασυγχρόνιστη οπερετική φαντασμαγορία των ήχων της. Μικρές, που είναι οι στιγμές όταν διακρίνεις ένα καθάριο βλέμμα, από τα βρωμισμένα και χαραγμένα παράθυρα, που εκατοντάδες ψυχές οδηγούνται, σε κάθε λογής φανερά ημιυπόγεια αλλά και στα πιο καθάρια μονοπάτια των αστικών εκτάσεων της τσιμεντένιας αυτοκρατορίας του καπνού. Μονάχα μερικά καθάρια σύνολα, από δυαδικά μαυρισμένα και ολοκάθαρα βλέμματα ξεπροβάλουν, από τα σπασμένα γυαλιά και καθηλώνουν τον παρατηρητή. Καθώς εκείνος, υπομονετικά καρτερεί να βιώσει, για μια ακόμη φορά, εκείνον τον θείο εξωραϊσμένο του φόβου της στιγμιαίας θέασης. Η γκάμα όλων ετούτων των φοβιών εκτείνεται, από τις πιο μικροαστικές ψευδαισθήσεις, που μοιάζουν σχεδόν ναρκοληπτικές, μα και άλλοτε χαράζονται βίαια απ’ άκρη σ‘ άκρη στο βλέμμα των φοβισμένων μελαγχολικών μορφών, ετούτων των καλά κρυμμένων ματιών, που τώρα αντικρίζω. Τα δυαδικά αυτά σύνολα, που γδέρνουν την εικόνα του κόσμου και την αναδιαμορφώνουν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους, τώρα θωρούν κι εμένα.
Το βλέμμα αυτό, της πεπιεσμένης ανάγκης να ιδωθείς είναι και η μεγαλύτερη απάτη. Μια σύγχρονη τραγωδία, του 20ου αιώνα, ένα καλά προσεγμένο είδωλο. Ένα σύνολο καθόλα απρεπών διακριτικά αδιάκριτων ματιών με παρατηρούν, καθώς αγγίζουν χειρουργικά το βλέμμα μου, για να ψάξουν για κάποια αδυναμία, κάποια φυγή, προς όφελος της γοργής σαρκικής ηδονής, για τον δρόμο, προς την ανάδειξη του θλιβερού αυτού παρόντος. Για να ικανοποιηθεί ετούτη, η παροδική παρόρμηση, η καθάρια σαρκική όψη. Ένα ημιτελές σαρκικό σφαγείο, γιομάτο με κάθε λογής επίδοξους θαμώνες, από τον καθόλα τίμιο νεανίσκο, μέχρι και τον αμαρτωλά ημιμαθή μόρτη, της δήθεν ανωτάτης ταξικής μορφής, που επιδιώκει να αρπάξει κάθε μορφής ηδονή, από τούτη την σπασμένη μποτίλια, που κουβαλά για ψυχή. Τέτοια παιδιά και πολλά άλλα όμοια τους μαζεύονται σαν τις μύγες, απάνω από κάθε λογής νεαρά κοράσια, που καρτερούν απλώς να ιδωθούν και να αγαπηθούν, όπως εκείνα ποθούν. Και έτσι λοιπόν, αρχινάνε και οι σύγχρονες τραγωδίες, βουτηγμένες στο ψέμα και στην λοιδορία, εμποτισμένες με την μυρωδιά του εφήμερου καπνού, από τούτα τα φτηνά τσιγάρα, που φουμάρουμε όλοι, εδώ μέσα.
Τα βλέμματα ετούτα θυμίζουν, αραχνούφαντες κλωστές, που αγκαλιάζουν με ευλάβεια ένα γύμνιο κορμί περιλουσμένο, από το σεληνόφως. Οι «αθώες» μελανές κηλίδες των ματιών σου αγκαλιάζονται, από τις απόμακρες αυτοδημιούργητες μελωδίες, μέσα σε’ αυτό το ανταριασμένο παρόν. Αχνά διαγράφονται και οι πρώτες ουλές, που γεννήθηκαν μέσα από την αλλεπάλληλη ανάλυση της ενοχικής σου μορφής. Μη και κανείς την ιδεί. Μη και κάνεις τις φανερώσει, όπως συνηθίζεται, από τις πιο οικίες εσωτερικές φωνές τούτης της αναθεματισμένης ενοχής και των ποικίλων συμπλεγμάτων. Η ενοχή και συνάμα ο καταπιεσμένος φόβος στο βλέμμα σου είναι και τα μόνα στοιχεία, που προδίδουν το καλά κρυμμένο χαμόγελο σου, όταν περιλούζεσαι μέσα στο φυματικό φως του καθρέπτη σου, καθώς αντικρίζεις ένα πλάσμα, που θύμιζε κάποτε άνθρωπο. Ετούτη η μορφή στο πέρας των χρόνων αλλοιώθηκε τόσο, που ακόμα κι εσύ δεν ξέρεις τι αντικρίζεις πια. Η ανάγκη σου να εξουσιάζεις είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ματιών σου.
Για αυτό και προσπαθείς μέσω της ψευδαίσθησης και της συνεχόμενης ζάλης να αναισθητοποιείς τον εαυτό σου, να σε καταστρέφεις γουλιά με γουλιά κάθε γαμημένο λεπτό, που περνάει. Να μουδιάζεις τον πόνο, μέχρι να λιποθυμήσεις. Μέχρι να χάσεις τις αισθήσεις σου. Μέχρι να μεταμορφωθείς σε κάποιον άλλο και να παρουσιάσεις την καθάρια σου μορφή, ενός ολοκληρωτικά νέου εαυτού, ενός αυταρχικού κυρίαρχου αρένα, που δαμάζει και που κυριαρχεί απάνω σε αδύναμα όντα. Με τον τρόπο αυτό απαλύνεις τα βαθιά σου τραύματα, που σου δημιούργησαν. Όταν σε παραμελούσαν. Όταν σε εγκατέλειπαν. Όταν σε απέρριπταν. Όταν σε σκότωναν. Όταν ήσουν ακόμα εύπλαστη μορφή, σε διαμέλισαν και τώρα βρίσκεις την αφορμή να το κάνεις κι εσύ. Κι όλα αυτά για να εκδικηθείς την γυναίκα, που σε έβγαλε απ’ την μήτρα της, την πρώτη γυναίκα που σε απέρριψε, την μητέρα σου. Θα’ ναι τώρα πια περίφανη για σε, που ‘γινες σωστό θεριό σαν μάθαινε πως το ον που έχει τόσο καταστρέφει εκδικείται. Συνοφρυώνομαι και συλλογιέμαι, πώς θα νιωθε, όταν αντίκριζε μέσα στην δύνη των σκέψεων, τον πόθο σου για αυτήν , για την επιστροφή σου, μέσα της; Πώς θα νιωθε, σαν αντιλαμβανόταν, πως το πολύτιμο τούτο πλάσμα, την ποθεί τόσο, που στα μάτια των συντρόφων του, αντικρίζει τα δικά της.
Ετούτα τα βλέμματα θυμίζουν ανθρωπάρια, ανεμοδαρμένα, απ’ το αγιάζι και το καυσαέριο της ασφυκτικής τους ύπαρξης. Μορφές σαν και την δικήν σου, φέρουν διηγήσεις από άλλες εποχές. Που όμως κανείς μας δεν πρόφτασε να γιοφτεί. Έτσι, οι εποχές αυτές μένουν άμεμπτες, μέσα στην ονείρωξη εκείνων των σιωπηλών δυαδικών συνόλων, από χαρτί και κατάμαυρο μελάνι. Χρώματα καλά εμποτισμένα από τα καταπιεσμένα ένοχα μυστικά μας. Κι τι δεν εξιτάρει περισσότερο τους ηδονοβλεψίες τούτου του κόσμου, από ετούτα καλά φυλαγμένα μυστικά;
Έτσι λοιπόν, ψευδώς ιδωμένη, από την φυματική ματιά σου, προφταίνω να ιδώ τα φθισικά φώτα της, μα ετούτα δω τα μάτια δεν με αφήνουν να πάρω το βλέμμα μου, από πάνω τους. Όμως, δεν βλέπω απλώς την μορφή σου, την αγγίζω και την θωρώ. Έτσι γυμνή πια, αφήνω ένα δάκρυ γιομάτο ενοχή και συνάμα πόνο. Τον πόνο της ηττημένης μου μορφής, που τόσο εύκολα κατακτήθηκε και έσπασε, σαν κλαδάκι στο ράμφος μιας Αλκυόνης, που πρόφτασε να ξεγλιστρήσει στο ροδαλό σούρουπο. Μια παραδοχή, που ποτέ δεν θα μάθεις. Μια σκληρή και απρόσιτη ματιά σου, συνοδεύεται πάντα από μια τόσο αισθησιακή μελωδία από το ραδιόφωνο του δρόμου. Έτσι με κάνει να λησμονώ για λίγο την ασθενική σου μορφή. Τώρα πια με ωθεί να αναπολώ κι εγώ εκείνες τις εποχές, που ο πόθος μου γιόμιζε τα ρούχα μου με το άρωμα των φτηνών ποτών και με την μελωδική σιγαλιά της βαριάς ανάσας μου ,απ’ τα τσιγάρα.
Έτσι λοιπόν, ήρθε και η ώρα για την αποκαθήλωση και την παραδοχή των σκληρών ετούτων εικόνων. Εικόνων, που ελλοχεύει ο πόνος των πληγών, που καίνε μέσα στην απόλυτη σιωπή της νύχτας, με την μποτίλια σου να σπάει και να γιομίζει θρύψαλα το θλιβερό σου καταγώγιο. Με την ψυχή στο στόμα, για άλλη μια φορά, παίρνω κι γω τον δρόμο της επιστροφής. Μιας επιστροφής γιομάτη περισυλλογή και συνάμα φούμα. Καθώς, φουμάρω το φως της ασθενικής νύχτας, μέχρι και την άκρη της τελευταίας μου βρόμικης, από κραγιόν γόπας, σε κάποιο στενάκι του δρόμου αναρωτιέμαι, πώς μπόρεσα για ένα ακόμη βράδυ, να ξαποστάσω με ένα τέτοιο ανδρείκελο σαν και του λόγου σου. Πώς κατάφερα να προσπεράσω την κατάμαυρη ματιά σου; Η απάντηση έρχεται, σαν από μηχανής θεός, και πυρώνει την ματιά μου με οργή, όχι για σε αλλά για με.
Ένα παιδί της πιάτσας σαν κι μένα, ποθεί βαθιά στην ψυχή του να αγκαλιάσουν τα τραύματα του και το δουν, όπως πραγματικά είναι. Η μορφή μου μετουσιώνεται σε ένα δοχείο, που υποδέχεται την μαρτυρική κάθοδο του χαρακτήρα, που τώρα σέρνει τα πληγιασμένα πόδια του σε αυτόν τον δρόμο, με ένα άδειο πακέτο από τσιγάρα στο χέρι κι ένα παγωμένο βλέμμα να έχει καταβάλει την μοναχική μου όψη. Κατηφορίζω προς το δικό μου ερειπωμένο σπιρτόκουτο για ένα ακόμη ένα βράδυ, μοναχή, δίχως κανείς να με έχει δει, χωρίς κανείς να με έχει αγγίζει. Έτσι άμεμπτη, πλαγιάζω χρόνια, μόνο που ακόμα κι τώρα ποθώ την όψη σου, χωρίς όμως αυτή να εμπεριέχει τα κιτρινισμένα από την νικοτίνη χέρια σου. Επιθυμώ την ματιά σου, χωρίς τον παραπλανητικό σου λόγο. Ποθώ, να ιδωθώ και να μην κατασπαραχθώ από την όψη του παγερού ετούτου καύσωνα της τσιμεντένιας πόλης, που με περιβάλει. Προσδοκώ να αναστηθώ, αλλά χωρίς να χρειαστεί να μαρτυρήσω, για τούτο μου το σφάλμα. Επιδιώκω να ζήσω.


Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλα τα παιδιά της πιάτσας.


ΖΝ.
 


Απριλίου 26, 2021

Une petite mort quotidienne.

Ξάφνου μέσα στις παραισθήσεις νιώθω μια ακατάπαυστη αγωνία να μου καίει τα σωθικά. Νιώθω ένα ακατάπαυστο άγχος να κυριεύει το σώμα μου και η ψυχή μου να κρεμιέται από μια σου αναπνοή. Αυτό με κάνει να θέλω να χαθώ και να παύσω να αναπνέω. Αυτή η καταραμένη αναμονή με κάνει να θέλω να ουρλιάξω. Μα τώρα δεν μπορεί να βγει, ούτε η ανάσα μου. Αυτή η αναμονή, με κάνει να ποθώ ακόμα περισσότερο το ψέμα σου. Αυτή η αδυναμία μου, να σε λαχταρώ, να σε αναμένω σχεδόν μαρτυρικά, με κάνει να χάνομαι. Έτσι, βρίσκω τον εαυτό μου μέσα σε μια παγωμένη μπανιέρα και ο μόνος μου σύντροφος να είναι οι σκέψεις μου και ο ήχος της μισόκλειστης βρύσης, που έρχεται να προστεθεί με ευλάβεια, μέσα στο λιμνάζων νερό. Εκεί βρίσκομαι, γυμνή, με ένα τσιγάρο να αργοσβήνει στα ακροδάχτυλα μου.
Η στάχτη, πέφτει μέσα στο βρώμικο νερό, μαζί με κάθε ώρα, που περνάει εγώ σε καρτερώ, όμως η ώρα αυτή ποτέ φτάνει και παραμένω μόνη. Μόνη. Μια βαριά λέξη, απρόσιτη και απερίγραπτα βασανιστική, για να μπορέσω ακόμα και να την ξεστομίσω μέσα στο παγωμένο δωμάτιο. Το βλέμμα μου έχει παγώσει και συνεχίζω να κοιτώ με ευλαβική προσήλωση το γυμνό μου σώμα, που τώρα πια, έχει μελανιάσει, από το παγωμένο νερό και έχει βρωμίσει, από τις γόπες που με περιβάλλουν. Την προσοχή μου την διακόπτει μια μικρή κατσαρίδα, που δραπετεύει από το σιφόνι του μπάνιου. Γυρνάω να την κοιτάξω. Η κατσαρίδα κουνάει έντρομη τις κεραίες τις και την νιώθω να με περιεργάζεται. Έτσι μένουμε και οι δύο στάσιμες για λίγη ώρα, μέσα στον πυκνό καπνό. Με μια γρήγορη κίνηση αρχίζει και τρέχει, προς το μέρος μου. Εγώ δεν αντιδρώ, μα συνεχίζω να την παρατηρώ. Σηκώνω με αργές κινήσεις το χέρι μου και την βάζω μέσα στην παλάμη μου.
Εκείνη, τρομοκρατημένη καθώς είναι, αρχίζει να τρέχει, προς την αντίθετη κατεύθυνση και εν τέλει δραπετεύει, με τρομερούς ελιγμούς, μέσα στο σκοτεινό σιφόνι. Το χέρι μου, έτσι απλωμένο καθώς είναι, έμεινε να προεξέχει από την μπανιέρα. Το βρώμικο νερό επάνω μου έχει κατασταλάξει και τώρα οι λεπτές σταγόνες φεύγουν, από τα ακροδάχτυλα μου και πέφτουν απάνω στο λευκό πλακάκι. Ένας φαινομενικά μη διακριτός ήχος, αλλά στα αυτιά μου μοιάζει με σφαίρες, που διαπερνούν το κορμί μου. Το σώμα μου, που είναι ήδη παραμορφωμένο αλλοιώνεται ακόμα περισσότερο. Το σώμα μου είναι γιομάτο από ουλές, αναμνήσεις από μια άλλη εποχή αλλά τώρα πια είναι και οι μόνοι συνοδοί σε ετούτη την σιωπηλή καταστροφή. Τώρα πιά, ακόμα κι αυτό, το νιώθω να με εγκαταλείπει, σταδιακά. Οι γόπες περνούν από δίπλα μου και στέκονται συνάμα επάνω στο βρεγμένο μου μαλλί. Η στάχτη έχει διαλυθεί πλήρως, μέσα στο νερό και έχει δημιουργήσει μια έντονη μυρωδιά, που γεμίζει τα κατεστραμμένα μου πνευμόνια.
Το σώμα μου είναι βρώμικο. Το μυαλό μου είναι κενό. Νιώθω την ανάγκη να ανάψω άλλο ένα τσιγάρο, μα καθώς γυρνάω να κοιτάξω το πακέτο, που είναι δίπλα μου, παρατηρώ πως είναι βρεγμένο και τα τρία τσιγάρα, που περιέχει είναι νωπά. Η μυρωδιά του νωπού καπνού σε συνδυασμό, με το σχεδόν κατεστραμμένο χαρτί, με συνοδεύουν εδώ, σχεδόν μια αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην στασιμότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην απόλυτη ματαίωση της στιγμής και της παραδοχής της ίδιας μου της αδυναμίας, του εαυτού μου, που διαλύθηκε, που ξεγυμνώθηκε, που ηττήθηκε. Οι σκέψεις μου είναι συγκεχυμένες μέσα στην απόλυτη σιγή.
Δεν ακούγεται κανένας ήχος, πάρα μόνο μια λεπτή, σχεδόν φαντασιακή απομίμηση της αναπνοή. Της δικής σου αναπνοής, μέσα από χιλιάδες καλώδια, μέσα από κλειστές πόρτες και χαμένους ανθρώπους, που καρτερούν να ακούσουν την αναπνοή σου, που προσπαθούν να σε δαμάσουν. Και ίσως τα καταφέρουν μια μέρα. Μια μέρα, θα λησμονηθείς, θα γίνεις μια κοινότυπη, αλυσίδα επάνω σε ένα λαιμό μιας ολότελα αιθέριας ύπαρξης, που θα θυμίζει ανθισμένα κρίνα μια ηλιόλουστη μέρα. Εκεί, δίπλα στην καρδιά της, θα αναγράφεται το μονόγραμμα σου, από χρυσό. Τότε θα έχεις σκλαβωθεί. Θα έχεις γίνει πεπερασμένη πληροφορία, μέσα στο αχανές εύρος της σκιάς της πόλης, που σε δημιούργησε αλλά και τελικά σε δάμασε. Με τα φλογερά της χείλη και τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις της κατάφερε να σε εγκλωβίσει και να σκίσει συθέμελα μεταμορφώνοντας σε κάποιον ξένο, κάποιον άλλο.
Αυτή η ακατέργαστη προσδοκία να σε δαμάσουν, να σε αποδεχτούν και να σε αγαπήσουν είναι τελικά η καταστροφή σου. Η αχίλλειος πτέρνα σου, που όμως ποτέ δεν κατάφερες να δαμάσεις. Αυτή η αδυναμία είναι, που ενώνει τους μοναχικούς ανθρώπους, σαν εμένα κι εσένα. Ανθρώπους, που κατασπαράζονται, μέσα στην δύνη της πόλης, που τόσο αγαπούσες. Αυτή είναι η αδυναμία, που μοιραζόμαστε. Η πηγαία ανάγκη μας  να νιώσουμε όλο και λιγότερο μοναχοί. Μα δυστυχώς, πότε δεν επιτελείται και έτσι παραμένουμε μόνοι, ίσως και πιο μόνοι από πριν. Όταν επικρατούσε σιωπή η αναπνοή σου πάντα συνοδευόταν από μια μουσική επένδυση κάποιου ξεχασμένου ραδιοφώνου. Μελωδίες, που σου θύμιζαν μια πιο αθώα εποχή. Και έτσι κάποτε, ακόμα κι εκείνο το ξεχασμένο ραδιόφωνο σιώπασε και παράμεινε ο ήχος της αναπνοής σου απογυμνωμένος, να ακούγεται στο ακουστικό, μέσα στην σιωπή της νύχτας.

Et cette nuit-là, tout était silencieux, une fois pour toutes.
Soudain, le son d'un briquet se fait entendre, qui est maintenant suivi d'un autre nuage de fumée, à l'intérieur de la pièce glacée.

ΖΝ.

Απριλίου 22, 2021

La reine des clowns.

 
   Η μουσική αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη το μουσικό μου θέμα. Οι φωνές μέσα στην κατάμεστη αίθουσα και οι κραυγές του όχλου να σείουν ολάκερη τη σκηνή. Ακούω την απρόσωπη φωνή του θιασάρχη να φωνάζει το όνομα μου. Τα πόδια μου τρέμουν. Με το βλέμμα μου κολλημένο μπρος από ένα σπασμένο κομμάτι από καθρέφτη, που ‘χω για να βάφομαι καρτερώ να εξαφανιστώ. Ένα απρόσιτο βλέμμα και μια απροσδιόριστη σκληρότητα έχει καταβάλλει το πρόσωπο μου. Καρτερώ πίσω από μια κατάμεστη αίθουσα να χορέψω, για τις ορέξεις των άλλων. Ακούω τις τρομπέτες, να ηχούν τόσο δυνατά, που μου κόβουν την ανάσα. Τα εκκωφαντικά τύμπανα παίζουν με χτύπο της καρδιάς μου. Κρύα δάκρυα κι ένας παγερός αγέρας φυσάει και ανασηκώνει τις βαριές κουρτίνες, που με χωρίζουν μόλις μια ανάσα από το πλήθος. Έτσι μπορώ και θωρώ για μια μονάχα στιγμή πίσω από αυτές. Δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα, παρά μόνο τις μαύρες σιλουέτες τους και την σκηνή, που εκεί πάνω θα βρεθώ για ένα ακόμα βράδυ, αγκαλιά με τις ορέξεις τους.

Η καρδιά μου επιδιώκει να βγει από το στέρνο μου και να σκορπιστεί ωσάν τα πυροτεχνήματα, μέσα στην σιγή των ουρανών και να διαταράξει παντελώς την ψευδαίσθηση της γαλήνης. Τώρα πια τρέμουν και τα κάτασπρα χέρια μου. Ο παγερός αγέρας παρασύρει τα ρούχα μου, τα βαμμένα κόκκινα και πράσινα μαλλιά μου. Μαζί τους ταξιδεύω και εγώ μαζί με τον ασθενικό καπνό του τσιγάρου μου, που σιγοκαίει στα δάχτυλα μου. Έτσι βρίσκω τον εαυτό μου να καπνίζει, μέσα σε αυτήν την αναθεματισμένη νύχτα. Τα μάτια μου δακρύζουν και το πορσελάνινο λευκό μου χρώμα μουτζουρώνεται με τα κατακόκκινα παραμορφωμένα χείλη μου και το καταπράσινο περίγραμμα των ματιών μου. Τα άλλοτε πορφύρα μου γάντια τώρα, που τα θωρώ είναι ξεσκισμένα, γεμάτα λεπτές κόκκινες κλωστές, πολυκαιρισμένα πια. Τα αντικρίζω να γίνονται ένα με τα καταπονημένα μου χέρια, που είναι γεμάτα με ουλές, από τα σκοινιά και το χώμα. Η στολή μου, που ήταν κάποτε ολόλευκη τώρα την έχει διαδεχτεί ένα χρώμα, που θυμίζει σωμών, αλλά έχει την μυρωδιά από το φρέσκο χώμα, που έγινε λάσπη, στις προηγούμενες παραστάσεις μου. Τα καραβάνια μας μπάζουν από καιρό νερό και όλα μου τα υπάρχοντα, πλέον διακατέχονται από την μυρωδιά της μούχλας.

Στο άλλοτε νεανικό μου πρόσωπο έχει τοποθετηθεί με μεγάλη προσοχή ένα προσωπείο, γεμάτο ρωγμές, ένα προσωπείο έτοιμο να διαμελιστεί. Να σπάσει μπροστά σε όλο το κόσμο, που φωνάζει για να ιδεί λίγο ακόμα την γυμνή και ταλαιπωρημένη μου σάρκα. Όταν βρίσκομαι καβάλα στην κούνια μου ή μέσα στο κλουβί μου, ή ακόμα όταν βρίσκομαι ανάμιγμένη με το χώμα. Αυτή η καταραμένη μυρωδιά του χώματος δεν φεύγει από πάνω, όσο κι αν τρίβω με μανία το σώμα μου. Όσο κι αν προσπαθώ να την καλύψω με την μυρωδιά του καμένου σκοινιού στα χέρια μου. Όσο κι αν ματώσω, η μυρωδιά μου, πλέον είναι αυτή. Προσπαθώ να χαμογελάσω αλλά το χαμόγελο μου είναι παγωμένο και μοιάζει με εκείνο, που έχουν οι κούκλες, που παίζουν τα νεαρά κορίτσια στην πόλη. Αυτό το χαμόγελο, μου έβαλαν για άλλη μια φορά να φορέσω και να ποζάρω για αυτούς, τους ηδονοβλεψίες που δουλεύω. Με πρωταγωνιστή τον σκληρό θιασάρχη. Εκείνος με έσπαγε κάθε μέρα από λίγο, όταν ούρλιαζε στο πρόσωπο μου "Είσαι απροσδόκητα παγερή, σαν ξεψυχισμένη κούκλα, χαμογέλα!" . Έτσι λοιπόν, όταν δεν έπαιρνα πια από φωνές μου «χάρισε» ένα μόνιμο χαμόγελο. Χαράζοντας με το μαχαίρι του και κάνοντας με να χαμογελάω έτσι, ψεύτικα μια για πάντα. Μου δημιούργησε απλόχερα και δυο μεγάλες ουλές, που εκτείνονταν από τα μέσα του μάγουλου μου και περνούν το ύψος των ματιών μου, απάνω από τα ωχρά μου φρύδια. Θαρρώ πως εκείνη την μέρα έχασα κάθε μικρό κομμάτι, του εαυτού μου και μεταμορφώθηκα σε αυτήν, που είμαι τώρα.

Έτσι αφέθηκα γιομάτη φθόνο και φόβο. Σε ετούτον που μου δώρισαν με όλη τους την ψυχή. Ώστε κανείς πια, να μην μπορεί να ουρλιάζει και να σκίζει με μανία τη σάρκα μου. Εκείνοι με κοιτούν με απέχθεια αλλά κάθε φορά βρίσκουν κάτι, που τους εκλύει, σαν μύγες απάνω στο ημίθανο ψοφίμι. Σαν άλλα όρνια με κατασπαράζουν και μετά φεύγουν. Κάθε φορά όμως επιστρέφουν για λίγο ακόμα, σαν να αναζητούν κάποιο χαμένο τους κομμάτι απάνω μου. Σαν μια διαστρεβλωμένη προβολή του εαυτού τους. Καρτερούν, να ιδούν μέσα στα δικά μου μάτια, το πιο απόκρυφο κομμάτι του εαυτού τους, μέσα από το δικό μου πληθωρικό μπούστο  ψάχνουν να ικανοποιήσουν τις πιο αρρωστημένες τους φαντασιώσεις, και μέσα στη δική μου φωνή προσπαθούν να ουρλιάξουν για μια στιγμή ελευθερίας, πέρα από κάθε ενοχή, πέρα από κάθε πουριτανισμό.

Έτσι μεταμορφώθηκα σε αυτό, που βλέπω πιά μέσα από το σπασμένο καθρέφτη, το βλέμμα μου είναι πια τόσο σκληρό, που σου παγώνει την ψυχή, ενώ τα χείλη μου πάντα σου προσφέρουν ένα διάπλατο χαμόγελο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό, από ένα ξεψυχισμένο χαμόγελο ενός γελωτοποιού. Ένας γελωτοποιός δεν επιτρέπεται να εκφράζεται, παρά μόνο να υπομένει μαρτυρικά και να χαμογελάει. 

Έτσι του ζητούν να σπάει την ύπαρξη του σε εκατομμύρια μικρά θραύσματα και να τα ξεχνάει όλα, όταν φιλοτεχνεί το φαινομενικά άτεχνο προσωπείο του και μπρος από άπληστες άμορφες φιγούρες, που του ζητούν, να ξεγυμνωθεί για ακόμη ένα βράδυ. Εκείνο το προσωπείο πια δεν εμπεριέχει χαρά ή πόνο, πάρα μόνο οργή.

Αυτή η πηγαία οργή, που σε κάνει να σφίγγεις τα δόντια και να μπήγεις μέσα στις παλάμες σου τα σπασμένα σου νύχια και να ματώνεις. Αυτή είναι και η μοναδική ένδειξη, πως είμαι ακόμα ζωντανή, πως αναπνέω μέσα στον όχλο. Κάθε βράδυ βρίσκομαι κάτω από τους εκτυφλωτικούς προβολείς και μέσα στις βοές του βαθιά εκφυλισμένου όχλου, που προσμένει να με ιδεί να πονάω, για ένα ακόμα βράδυ. Με κατασπαράζουν με ετούτα με τα αναθεματισμένα μάτια τους, ενώ το βλέμμα τους είναι νεκρό. Θυμίζουν κουφάρια, που προσδοκούν να γευτούν την σάρκα μου και όσο πιο κοντά τους είμαι, τόσο ανεβαίνει η λίμπιντος τους.

Ξάφνου, η μουσική επένδυση δυναμώνει και με ξυπνάει από τις βίαιες επιθυμίες μου. Ανοίγω τα μάτια μου και θωρώ ξανά αυτό το προσωπείο, όπου έχει λερωθεί και φαίνεται αχνά το καλά κρυμμένο μου μυστικό. Με γοργές κινήσεις διορθώνω τις ατέλειες μου και πηδάω απάνω, σαν να με χτύπησε κεραυνός. Μια τελευταία τζούρα και πετάω με περίτεχνο τρόπο την μισό σβησμένη μου γόπα και εκείνη προσγειώνεται κάτω στο νωπό χώμα. Παίρνω μία βαθιά ανάσα. Από τα μεγάφωνα ακούω τώρα να με καλούν με ουρλιαχτά και άλαλες κραυγές εκείνοι. Τους ακούω να σπαρταρούν, να φωνάζουν το όνομα μου, ένας κλόουν κάνει πάντα το κόσμο να γελά, ήρθε και η δική μου σειρά.


Μέσα από τις κραυγές ακούγεται η εκκωφαντική φωνή του θιασάρχη να λέει περήφανα:
Η βασίλισσα των κλόουν για άλλη μια βραδιά στην πόλη σας! Ελάτε κόσμε να την δείτε!


ΖΝ.