"Να σε κοιτώ όλο νόημα και εσύ σιωπάς. Αφήνω δειλά-δειλά την σκιά του φόβου και προσανατολίζομαι σε μια νέα αρχή."
Έχω ανάγκη να αγαπηθώ. Έχω τόσα να σου δώσω, μα δεν ξέρω, αν θα σου είναι αρκετά. Δεν ξέρω αν μπορώ, να αντέξω όλα ετούτα, που ψευδώς νόμιζα, πως κατείχα τόσα χρόνια. Ξέρω μονάχα, πως έχω κουράσει την καρδιά μου. Έχω ρημάξει την ψυχή μου να καταπιάνεται, από εφήμερες ματιές και παροδικά γέλια, μέσα στην σιγή της αγωνίας του φωτός, κάτω από κάποιον χαμηλό ήχο, μέσα σε ξεχασμένα υπόγεια και ανάμεσα στις βοές του πλήθους. Γνωρίζω καλά, πως τούτο το σφίξιμο της καρδιάς μου, δεν περνάει και σαν μένω μοναχή μου, δεν νιώθω πια, τόσο ευάλωτη.
Νιώθω το βάρος του σώματος σου απάνω στο δικό μου, και την βαθιά σου αναπνοή να
ζεσταίνει τον παγωμένο μου λαιμό και έτσι αποκοιμιέμαι τις ξάστερες νύχτες
τούτου του βαρύ χειμώνα. Τα ακροδάχτυλα μου, έτσι ταλαιπωρημένα καθώς είναι, ξαποσταίνουν
πάνω στο καυτό σου στέρνο, και η ανάσα μου γεμίζει τα πνευμόνια σου, με καπνό
και την μυρωδιά, από κείνα τα κατακόκκινα οινοπνευματώδη ποτά, που γιωμίζαμε με κείνη την σιωπή, που επικρατεί καθώς το ξημέρωμα μας βρίσκει αγκαλιά. Έτσι η στιγμή
του αποχαιρετισμού, δεν είναι πια τόσο επώδυνη. Σαν ξημερώσει και θα πρέπει να γυρίσω
πίσω, ξέρω βαθιά μέσα μου, πως εσύ θα συνεχίσεις να υπάρχεις και να παραμένεις
εκεί, ακλόνητος, μέσα στην δική σου σιωπή, να με αναμένεις, πίσω από μια πόρτα
σε κείνο το διαμέρισμα από χαρτί και καπνό, μέσα σε κείνο το μικροκαμωμένο ντουζ
να έλθω να σε ανταμώσω.
Η παραδοχή, πως θα με περιμένεις, να γυρίσω είναι και ο μεγαλύτερος φόβος μου. Αν, δεν έρθω θα συνεχίσεις να είσαι εκεί, και να με αναζητάς κάτω από τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής σου; Κάθε φορά, που θα ξημερώνει και θα αντηχεί η μελωδία κάποιου πλανόδιου, που παίζει λατέρνα εσύ θα με φαντάζεσαι, να βγαίνω έξω ατημέλητη και σκεπασμένη με τα ρούχα σου, να ακούω την μελωδία, που πλημυρίζει τους παγωμένους δρόμους της γειτονιάς σου; Θα με καρτεράς, σαν ανοίγει η πόρτα και ακούς βήματα, στην μεγαλεπήβολη είσοδο της πολυκατοικίας σου; Η θύμηση σου, μου ζεσταίνει την μεριά της μικρής και αδείας μου κλίνης, ενώ εσύ με αγκαλιάζεις και τα σώματα μας, γίνονται ένα μέσα στην ιλιγγιώδη ταχύτητα του κόσμου, που μας προσπερνάει. Και σαν λίγο πριν, ξεψυχώ θέλω να ακούω την βαριά σου ανάσα και να παρατηρώ το σώμα σου, καθώς κάνουμε ερωτα, κάτω από ηλιόλουστο φως τούτης της παρθένας ημέρας. Τότε που τα σώματα μας έγιναν ένα, σαν τότε, που δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου και σε αγκάλιασα με όλη μου την δύναμη;
Εκείνη ήταν η μέρα, που σου έδειξα ποια είμαι πραγματικά, κάτω από το λευκό μου αλλά και μισό καμμένο προσωπείο. Μια δυνατή, μα και συνάμα ευάλωτη κοπέλα, που παραμονεύει να δείξει στο κακοποιημένο κορίτσι, που κρύβει βαθιά μέσα της, πως είναι να την αγαπούν πραγματικά, πως είναι να την αγκαλιάζουν και της λένε, πως αξίζει να προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της. Μα όλα αυτά, σβήνουν γοργά, σαν το τσιγάρο μου αγγίξει τον πάτο από το γυάλινο τασάκι, και εσύ χάνεσαι μέσα σε κείνον τον καθωσπρεπισμό, που μας ορίζει ετούτη δω, η πραγματικότητα. Θα σε αναμένω στο λιμάνι, εκεί, που ο αγέρας παίρνει βίαια τα μαλλιά μου, και η καρδιά μου θα βροντοχτυπάει να ανταμώσει την δική σου.
Προς το παρόν, εγώ ετοιμάζομαι για να ξεκινήσω το προκαθορισμένο μου ταξίδι και εσύ θα κουβαλάς
τον δικό σου σταυρό, μέσα στην σιωπή σου.
Εις το επανιδείν.
ZN.