Απριλίου 26, 2021

Une petite mort quotidienne.

Ξάφνου μέσα στις παραισθήσεις νιώθω μια ακατάπαυστη αγωνία να μου καίει τα σωθικά. Νιώθω ένα ακατάπαυστο άγχος να κυριεύει το σώμα μου και η ψυχή μου να κρεμιέται από μια σου αναπνοή. Αυτό με κάνει να θέλω να χαθώ και να παύσω να αναπνέω. Αυτή η καταραμένη αναμονή με κάνει να θέλω να ουρλιάξω. Μα τώρα δεν μπορεί να βγει, ούτε η ανάσα μου. Αυτή η αναμονή, με κάνει να ποθώ ακόμα περισσότερο το ψέμα σου. Αυτή η αδυναμία μου, να σε λαχταρώ, να σε αναμένω σχεδόν μαρτυρικά, με κάνει να χάνομαι. Έτσι, βρίσκω τον εαυτό μου μέσα σε μια παγωμένη μπανιέρα και ο μόνος μου σύντροφος να είναι οι σκέψεις μου και ο ήχος της μισόκλειστης βρύσης, που έρχεται να προστεθεί με ευλάβεια, μέσα στο λιμνάζων νερό. Εκεί βρίσκομαι, γυμνή, με ένα τσιγάρο να αργοσβήνει στα ακροδάχτυλα μου.
Η στάχτη, πέφτει μέσα στο βρώμικο νερό, μαζί με κάθε ώρα, που περνάει εγώ σε καρτερώ, όμως η ώρα αυτή ποτέ φτάνει και παραμένω μόνη. Μόνη. Μια βαριά λέξη, απρόσιτη και απερίγραπτα βασανιστική, για να μπορέσω ακόμα και να την ξεστομίσω μέσα στο παγωμένο δωμάτιο. Το βλέμμα μου έχει παγώσει και συνεχίζω να κοιτώ με ευλαβική προσήλωση το γυμνό μου σώμα, που τώρα πια, έχει μελανιάσει, από το παγωμένο νερό και έχει βρωμίσει, από τις γόπες που με περιβάλλουν. Την προσοχή μου την διακόπτει μια μικρή κατσαρίδα, που δραπετεύει από το σιφόνι του μπάνιου. Γυρνάω να την κοιτάξω. Η κατσαρίδα κουνάει έντρομη τις κεραίες τις και την νιώθω να με περιεργάζεται. Έτσι μένουμε και οι δύο στάσιμες για λίγη ώρα, μέσα στον πυκνό καπνό. Με μια γρήγορη κίνηση αρχίζει και τρέχει, προς το μέρος μου. Εγώ δεν αντιδρώ, μα συνεχίζω να την παρατηρώ. Σηκώνω με αργές κινήσεις το χέρι μου και την βάζω μέσα στην παλάμη μου.
Εκείνη, τρομοκρατημένη καθώς είναι, αρχίζει να τρέχει, προς την αντίθετη κατεύθυνση και εν τέλει δραπετεύει, με τρομερούς ελιγμούς, μέσα στο σκοτεινό σιφόνι. Το χέρι μου, έτσι απλωμένο καθώς είναι, έμεινε να προεξέχει από την μπανιέρα. Το βρώμικο νερό επάνω μου έχει κατασταλάξει και τώρα οι λεπτές σταγόνες φεύγουν, από τα ακροδάχτυλα μου και πέφτουν απάνω στο λευκό πλακάκι. Ένας φαινομενικά μη διακριτός ήχος, αλλά στα αυτιά μου μοιάζει με σφαίρες, που διαπερνούν το κορμί μου. Το σώμα μου, που είναι ήδη παραμορφωμένο αλλοιώνεται ακόμα περισσότερο. Το σώμα μου είναι γιομάτο από ουλές, αναμνήσεις από μια άλλη εποχή αλλά τώρα πια είναι και οι μόνοι συνοδοί σε ετούτη την σιωπηλή καταστροφή. Τώρα πιά, ακόμα κι αυτό, το νιώθω να με εγκαταλείπει, σταδιακά. Οι γόπες περνούν από δίπλα μου και στέκονται συνάμα επάνω στο βρεγμένο μου μαλλί. Η στάχτη έχει διαλυθεί πλήρως, μέσα στο νερό και έχει δημιουργήσει μια έντονη μυρωδιά, που γεμίζει τα κατεστραμμένα μου πνευμόνια.
Το σώμα μου είναι βρώμικο. Το μυαλό μου είναι κενό. Νιώθω την ανάγκη να ανάψω άλλο ένα τσιγάρο, μα καθώς γυρνάω να κοιτάξω το πακέτο, που είναι δίπλα μου, παρατηρώ πως είναι βρεγμένο και τα τρία τσιγάρα, που περιέχει είναι νωπά. Η μυρωδιά του νωπού καπνού σε συνδυασμό, με το σχεδόν κατεστραμμένο χαρτί, με συνοδεύουν εδώ, σχεδόν μια αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην στασιμότητα. Μια αιωνιότητα μέσα στην απόλυτη ματαίωση της στιγμής και της παραδοχής της ίδιας μου της αδυναμίας, του εαυτού μου, που διαλύθηκε, που ξεγυμνώθηκε, που ηττήθηκε. Οι σκέψεις μου είναι συγκεχυμένες μέσα στην απόλυτη σιγή.
Δεν ακούγεται κανένας ήχος, πάρα μόνο μια λεπτή, σχεδόν φαντασιακή απομίμηση της αναπνοή. Της δικής σου αναπνοής, μέσα από χιλιάδες καλώδια, μέσα από κλειστές πόρτες και χαμένους ανθρώπους, που καρτερούν να ακούσουν την αναπνοή σου, που προσπαθούν να σε δαμάσουν. Και ίσως τα καταφέρουν μια μέρα. Μια μέρα, θα λησμονηθείς, θα γίνεις μια κοινότυπη, αλυσίδα επάνω σε ένα λαιμό μιας ολότελα αιθέριας ύπαρξης, που θα θυμίζει ανθισμένα κρίνα μια ηλιόλουστη μέρα. Εκεί, δίπλα στην καρδιά της, θα αναγράφεται το μονόγραμμα σου, από χρυσό. Τότε θα έχεις σκλαβωθεί. Θα έχεις γίνει πεπερασμένη πληροφορία, μέσα στο αχανές εύρος της σκιάς της πόλης, που σε δημιούργησε αλλά και τελικά σε δάμασε. Με τα φλογερά της χείλη και τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις της κατάφερε να σε εγκλωβίσει και να σκίσει συθέμελα μεταμορφώνοντας σε κάποιον ξένο, κάποιον άλλο.
Αυτή η ακατέργαστη προσδοκία να σε δαμάσουν, να σε αποδεχτούν και να σε αγαπήσουν είναι τελικά η καταστροφή σου. Η αχίλλειος πτέρνα σου, που όμως ποτέ δεν κατάφερες να δαμάσεις. Αυτή η αδυναμία είναι, που ενώνει τους μοναχικούς ανθρώπους, σαν εμένα κι εσένα. Ανθρώπους, που κατασπαράζονται, μέσα στην δύνη της πόλης, που τόσο αγαπούσες. Αυτή είναι η αδυναμία, που μοιραζόμαστε. Η πηγαία ανάγκη μας  να νιώσουμε όλο και λιγότερο μοναχοί. Μα δυστυχώς, πότε δεν επιτελείται και έτσι παραμένουμε μόνοι, ίσως και πιο μόνοι από πριν. Όταν επικρατούσε σιωπή η αναπνοή σου πάντα συνοδευόταν από μια μουσική επένδυση κάποιου ξεχασμένου ραδιοφώνου. Μελωδίες, που σου θύμιζαν μια πιο αθώα εποχή. Και έτσι κάποτε, ακόμα κι εκείνο το ξεχασμένο ραδιόφωνο σιώπασε και παράμεινε ο ήχος της αναπνοής σου απογυμνωμένος, να ακούγεται στο ακουστικό, μέσα στην σιωπή της νύχτας.

Et cette nuit-là, tout était silencieux, une fois pour toutes.
Soudain, le son d'un briquet se fait entendre, qui est maintenant suivi d'un autre nuage de fumée, à l'intérieur de la pièce glacée.

ΖΝ.

Απριλίου 22, 2021

La reine des clowns.

 
   Η μουσική αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη το μουσικό μου θέμα. Οι φωνές μέσα στην κατάμεστη αίθουσα και οι κραυγές του όχλου να σείουν ολάκερη τη σκηνή. Ακούω την απρόσωπη φωνή του θιασάρχη να φωνάζει το όνομα μου. Τα πόδια μου τρέμουν. Με το βλέμμα μου κολλημένο μπρος από ένα σπασμένο κομμάτι από καθρέφτη, που ‘χω για να βάφομαι καρτερώ να εξαφανιστώ. Ένα απρόσιτο βλέμμα και μια απροσδιόριστη σκληρότητα έχει καταβάλλει το πρόσωπο μου. Καρτερώ πίσω από μια κατάμεστη αίθουσα να χορέψω, για τις ορέξεις των άλλων. Ακούω τις τρομπέτες, να ηχούν τόσο δυνατά, που μου κόβουν την ανάσα. Τα εκκωφαντικά τύμπανα παίζουν με χτύπο της καρδιάς μου. Κρύα δάκρυα κι ένας παγερός αγέρας φυσάει και ανασηκώνει τις βαριές κουρτίνες, που με χωρίζουν μόλις μια ανάσα από το πλήθος. Έτσι μπορώ και θωρώ για μια μονάχα στιγμή πίσω από αυτές. Δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα, παρά μόνο τις μαύρες σιλουέτες τους και την σκηνή, που εκεί πάνω θα βρεθώ για ένα ακόμα βράδυ, αγκαλιά με τις ορέξεις τους.

Η καρδιά μου επιδιώκει να βγει από το στέρνο μου και να σκορπιστεί ωσάν τα πυροτεχνήματα, μέσα στην σιγή των ουρανών και να διαταράξει παντελώς την ψευδαίσθηση της γαλήνης. Τώρα πια τρέμουν και τα κάτασπρα χέρια μου. Ο παγερός αγέρας παρασύρει τα ρούχα μου, τα βαμμένα κόκκινα και πράσινα μαλλιά μου. Μαζί τους ταξιδεύω και εγώ μαζί με τον ασθενικό καπνό του τσιγάρου μου, που σιγοκαίει στα δάχτυλα μου. Έτσι βρίσκω τον εαυτό μου να καπνίζει, μέσα σε αυτήν την αναθεματισμένη νύχτα. Τα μάτια μου δακρύζουν και το πορσελάνινο λευκό μου χρώμα μουτζουρώνεται με τα κατακόκκινα παραμορφωμένα χείλη μου και το καταπράσινο περίγραμμα των ματιών μου. Τα άλλοτε πορφύρα μου γάντια τώρα, που τα θωρώ είναι ξεσκισμένα, γεμάτα λεπτές κόκκινες κλωστές, πολυκαιρισμένα πια. Τα αντικρίζω να γίνονται ένα με τα καταπονημένα μου χέρια, που είναι γεμάτα με ουλές, από τα σκοινιά και το χώμα. Η στολή μου, που ήταν κάποτε ολόλευκη τώρα την έχει διαδεχτεί ένα χρώμα, που θυμίζει σωμών, αλλά έχει την μυρωδιά από το φρέσκο χώμα, που έγινε λάσπη, στις προηγούμενες παραστάσεις μου. Τα καραβάνια μας μπάζουν από καιρό νερό και όλα μου τα υπάρχοντα, πλέον διακατέχονται από την μυρωδιά της μούχλας.

Στο άλλοτε νεανικό μου πρόσωπο έχει τοποθετηθεί με μεγάλη προσοχή ένα προσωπείο, γεμάτο ρωγμές, ένα προσωπείο έτοιμο να διαμελιστεί. Να σπάσει μπροστά σε όλο το κόσμο, που φωνάζει για να ιδεί λίγο ακόμα την γυμνή και ταλαιπωρημένη μου σάρκα. Όταν βρίσκομαι καβάλα στην κούνια μου ή μέσα στο κλουβί μου, ή ακόμα όταν βρίσκομαι ανάμιγμένη με το χώμα. Αυτή η καταραμένη μυρωδιά του χώματος δεν φεύγει από πάνω, όσο κι αν τρίβω με μανία το σώμα μου. Όσο κι αν προσπαθώ να την καλύψω με την μυρωδιά του καμένου σκοινιού στα χέρια μου. Όσο κι αν ματώσω, η μυρωδιά μου, πλέον είναι αυτή. Προσπαθώ να χαμογελάσω αλλά το χαμόγελο μου είναι παγωμένο και μοιάζει με εκείνο, που έχουν οι κούκλες, που παίζουν τα νεαρά κορίτσια στην πόλη. Αυτό το χαμόγελο, μου έβαλαν για άλλη μια φορά να φορέσω και να ποζάρω για αυτούς, τους ηδονοβλεψίες που δουλεύω. Με πρωταγωνιστή τον σκληρό θιασάρχη. Εκείνος με έσπαγε κάθε μέρα από λίγο, όταν ούρλιαζε στο πρόσωπο μου "Είσαι απροσδόκητα παγερή, σαν ξεψυχισμένη κούκλα, χαμογέλα!" . Έτσι λοιπόν, όταν δεν έπαιρνα πια από φωνές μου «χάρισε» ένα μόνιμο χαμόγελο. Χαράζοντας με το μαχαίρι του και κάνοντας με να χαμογελάω έτσι, ψεύτικα μια για πάντα. Μου δημιούργησε απλόχερα και δυο μεγάλες ουλές, που εκτείνονταν από τα μέσα του μάγουλου μου και περνούν το ύψος των ματιών μου, απάνω από τα ωχρά μου φρύδια. Θαρρώ πως εκείνη την μέρα έχασα κάθε μικρό κομμάτι, του εαυτού μου και μεταμορφώθηκα σε αυτήν, που είμαι τώρα.

Έτσι αφέθηκα γιομάτη φθόνο και φόβο. Σε ετούτον που μου δώρισαν με όλη τους την ψυχή. Ώστε κανείς πια, να μην μπορεί να ουρλιάζει και να σκίζει με μανία τη σάρκα μου. Εκείνοι με κοιτούν με απέχθεια αλλά κάθε φορά βρίσκουν κάτι, που τους εκλύει, σαν μύγες απάνω στο ημίθανο ψοφίμι. Σαν άλλα όρνια με κατασπαράζουν και μετά φεύγουν. Κάθε φορά όμως επιστρέφουν για λίγο ακόμα, σαν να αναζητούν κάποιο χαμένο τους κομμάτι απάνω μου. Σαν μια διαστρεβλωμένη προβολή του εαυτού τους. Καρτερούν, να ιδούν μέσα στα δικά μου μάτια, το πιο απόκρυφο κομμάτι του εαυτού τους, μέσα από το δικό μου πληθωρικό μπούστο  ψάχνουν να ικανοποιήσουν τις πιο αρρωστημένες τους φαντασιώσεις, και μέσα στη δική μου φωνή προσπαθούν να ουρλιάξουν για μια στιγμή ελευθερίας, πέρα από κάθε ενοχή, πέρα από κάθε πουριτανισμό.

Έτσι μεταμορφώθηκα σε αυτό, που βλέπω πιά μέσα από το σπασμένο καθρέφτη, το βλέμμα μου είναι πια τόσο σκληρό, που σου παγώνει την ψυχή, ενώ τα χείλη μου πάντα σου προσφέρουν ένα διάπλατο χαμόγελο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό, από ένα ξεψυχισμένο χαμόγελο ενός γελωτοποιού. Ένας γελωτοποιός δεν επιτρέπεται να εκφράζεται, παρά μόνο να υπομένει μαρτυρικά και να χαμογελάει. 

Έτσι του ζητούν να σπάει την ύπαρξη του σε εκατομμύρια μικρά θραύσματα και να τα ξεχνάει όλα, όταν φιλοτεχνεί το φαινομενικά άτεχνο προσωπείο του και μπρος από άπληστες άμορφες φιγούρες, που του ζητούν, να ξεγυμνωθεί για ακόμη ένα βράδυ. Εκείνο το προσωπείο πια δεν εμπεριέχει χαρά ή πόνο, πάρα μόνο οργή.

Αυτή η πηγαία οργή, που σε κάνει να σφίγγεις τα δόντια και να μπήγεις μέσα στις παλάμες σου τα σπασμένα σου νύχια και να ματώνεις. Αυτή είναι και η μοναδική ένδειξη, πως είμαι ακόμα ζωντανή, πως αναπνέω μέσα στον όχλο. Κάθε βράδυ βρίσκομαι κάτω από τους εκτυφλωτικούς προβολείς και μέσα στις βοές του βαθιά εκφυλισμένου όχλου, που προσμένει να με ιδεί να πονάω, για ένα ακόμα βράδυ. Με κατασπαράζουν με ετούτα με τα αναθεματισμένα μάτια τους, ενώ το βλέμμα τους είναι νεκρό. Θυμίζουν κουφάρια, που προσδοκούν να γευτούν την σάρκα μου και όσο πιο κοντά τους είμαι, τόσο ανεβαίνει η λίμπιντος τους.

Ξάφνου, η μουσική επένδυση δυναμώνει και με ξυπνάει από τις βίαιες επιθυμίες μου. Ανοίγω τα μάτια μου και θωρώ ξανά αυτό το προσωπείο, όπου έχει λερωθεί και φαίνεται αχνά το καλά κρυμμένο μου μυστικό. Με γοργές κινήσεις διορθώνω τις ατέλειες μου και πηδάω απάνω, σαν να με χτύπησε κεραυνός. Μια τελευταία τζούρα και πετάω με περίτεχνο τρόπο την μισό σβησμένη μου γόπα και εκείνη προσγειώνεται κάτω στο νωπό χώμα. Παίρνω μία βαθιά ανάσα. Από τα μεγάφωνα ακούω τώρα να με καλούν με ουρλιαχτά και άλαλες κραυγές εκείνοι. Τους ακούω να σπαρταρούν, να φωνάζουν το όνομα μου, ένας κλόουν κάνει πάντα το κόσμο να γελά, ήρθε και η δική μου σειρά.


Μέσα από τις κραυγές ακούγεται η εκκωφαντική φωνή του θιασάρχη να λέει περήφανα:
Η βασίλισσα των κλόουν για άλλη μια βραδιά στην πόλη σας! Ελάτε κόσμε να την δείτε!


ΖΝ.

Απριλίου 01, 2021

L'art de l'illusion.

 

    Η τέχνη της ψευδαίσθησης και η δύναμη της αδυναμίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες γιομάτες από δύναμη και συνάμα πόνο. Η αφύπνιση της αυτόεικονας καταδιώκει τώρα και εμένα, μέσα στον βαρύ βορειά μιας σκοτεινής μέρας και την απόλυτη ματαίωση και αυτοκαστροφή της εικόνας μου, μια ξάστερη νύχτα. Όταν χιλιάδες σαν κι μένα, ανδρείκελα, που μονιάζουν για να συμπληρώσουν το ένα το άλλο, όντας τυφλά και αβοήθητα. Έτσι καταλήγουν μαθηματικά στο χάος.
   Οι ψυχές περιπλανιούνται στον αιθέρα της καπνισμένης και διαλυμένης πόλης. Ανθρωπόμορφα πλάσματα με αψεγάδιαστα προσωπεία καρτερούν το μέσα σου, να σε κατασπαράξουν και να σε αποτελειώσουν, με μόλις μια φράση, τότε ξέρεις, ότι το τέλος σου δεν αργεί. Είναι αμέτρητα τα άφυλα όντα. Απρόσωπα που περιπλανιούνται μέσα στον ζόφο και στον απροσδιόριστο αγέρα, για να χυμήξουν μέσα σου και να σε αρπάξουν. Σχεδόν να σοδομήσουν κάθε τοίχος, που έχεις χτίσει με τα γυμνά σου χέρια, μέσα στα ατελείωτα μερόνυχτα και το μόνο, που σε συνόδευε ήταν η βοή του αγέρα. Αυτό είναι το πολυπόθητο ταλέντο της τέχνης της ψευδαίσθησης, της αντοχής σου μέσα στο πέρας των λεπτών για να επιβιώσεις.
    Μου αρέσει να βλάπτω τον εαυτό μου, αλλά δεν μου επιτρέπεται να πράττω έτσι και για αυτό τοποθετώ προσεκτικά κάθε μέρα μερικές άφυλες μορφές για να το κάνουν για εμένα. Έτσι ξεγελώ την εικόνα μου, πως τάχα επιθυμώ να αλλάξω και να μετουσιωθώ στην Μούσα σου και σε ένα σημείο αναφοράς. Αυτό που πραγματικά επιθυμώ είναι η απόλυτη καταστροφή μου. Η κλιμάκωση της διάλυσης μου, μέχρι να αναδυθεί στην επιφάνεια το ένα και μοναδικό ακλόνητο θραύσμα. Το μοναδικό θραύσμα της ευτυχίας αυτής σπάει, μέσα στις επόμενες στιγμές. Αυτό είναι και το επόμενο άφυλο πλάσμα, που θα δημιουργήσω για ακόμα μια φορά, εγώ, για εμένα. Γίνομαι ένα με τις καταστροφικές και λιμασμένες ρίζες του παρελθόντος.

ΖΝ