Ιανουαρίου 18, 2021

Les trois couleurs sentiments.

Volume III.

Couleur:Blanc.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις. Έχω ανάγκη να ξανά δημιουργηθώ. Η ανάγκη μου να αναγεννηθώ, μέσα από τις λέξεις, είναι τόσο πηγαία, που την νιώθω να μου καίει συθέμελα την ψυχή, με τέτοιο τρόπο, ώστε για μερικά δεύτερα μόνο, κατορθώνει να διαλύει την ενοχή μου. Μετουσιώνομαι, και εισέρχομαι ξανά στο βασίλειο της Ανώτερης Τέχνης. Τρέμουν τα λειψά μου χέρια, όταν πιάνουν το δοχείο με το μελάνι, όταν γεμίζουν για πρώτη φορά τις αμέτρητες λευκές μου σελίδες. Η αυθύπαρκτη υπόσταση, χωρίς την ανάγκη των άλλων. Η επανεφεύρεση του εαυτού, του πρωταρχικού ειδώλου, μέσα στο απόλυτο κενό, και το βάπτισμα του, μέσα στα θεοφώτιστα χρώματα του ουράνιου κόσμου.

Διεκδικώ την θέση μου σε αυτό το αχανές πλήθος, από άχρονες γραμμές και υπεριώδη χρώματα. Αναπνέω το φόβο μου και πλατσουρίζω, μέσα σε ένα λευκό καμβά, την αναγέννηση μου. Θέλω να απελευθερωθώ από την σκιά μου, και για μια μονάχα φορά, να με αγγίξω. Να σε ταξιδέψω, μέσα από λέξεις μου και όχι να σε εγκλωβίσω, μέσα σε αυτές. Επιδιώκω να σε κάνω να νιώσεις, ότι ένιωσα εγώ όταν σε αντίκρισα για πρώτη φορά. Σε περίλουζε θαρρώ, το υπόλευκο χρώμα του κάδρου και σου προσέδιδε μια λιτότητα, μια σιωπή, μια απόλυτη ειλικρίνεια. Κι εγώ σε ερωτεύτηκα. Θέλω να σε αγγίξω με την ποίηση μου, και τα κόκκινα μου χέρια να χυθούν, μέσα στην φόρμα καβαλέτου σου και να δημιουργηθούν, έτσι οι πιο ζωντανές εικόνες του ουρανού.

Προσμένω να τους αγγίξω, με τα τυφλά μου μάτια, για να ιδούν τις λέξεις μου. Περιδιαβαίνω, μέσα στους απέραντους ολόλευκους κήπους. Οι υπέρλαμπροι αυτοί κήποι, αποτελούνται από εικόνες και λέξεις, των ονείρων μου. Μέσα από τα ολόλευκα φτερά των απομονωμένων χρωμάτων των ονείρων μου, προσδοκούν να γίνουν ένα με το παρόν. Αναζητούν να γίνουν, το απόλυτο Λευκό, μέσα από είδωλα των ονείρων. Οι κήποι αυτοί αποτελούνται διαδρόμους, διανθισμένους, από κατακόκκινα ροδοπέταλα, που στο κάθε ένα από αυτά, αναγράφεται μια λέξη, ένα αυθεντικό συναίσθημα. Οι διάδρομοι, απλώνονται επάνω στην χρονική διάρκεια μερικών βλεφαρισμάτων των σμαραγδένιων σου ματιών. Αναζητώ το είδωλο μου, μέσα στα δικά μου μάτια. Έτσι για μια μονάχα στιγμή, για έναν μονάχα χτύπο, να αναπνεύσω, μέσα από την δική μου πνοή και να ιδώ την μεγαλοφυία της δικής μου τέχνης.

Οι λέξεις μου εμποτίζονται από τα χρώματα μου, μακριά πλέον από σένα. Μακριά από κάθε γαλάζια απόχρωση σου. Γιομίζουν με το απόλυτο λευκό. Ένα ασπίλωτο λευκό, που σε συνδυασμό το λευκό της σελίδας, δημιουργούν μια απόλυτη άχρονη ολότητα των ονειρικών χρωμάτων του σύμπαντος. Αυτή είναι η λευκή σελίδα, που προσμονούσε να γιομίσει και δεν γέμιζε ποτέ. Αυτή η λευκή σελίδα, που κατάφερε να διανθιστεί, από μένα πια.

Τα τυφλά μου μάτια, ανοίγουν ελαφρά και θωρούν για πρώτη φορά την δύναμη της έμπνευσης, που δεν είναι άλλη από αυτό το Θεόσταλτο Λευκό του ουράνιου τοίχου, της κενής σελίδας, του εγώ μου. Κατάφερνα να σπάσω τον τοίχο μου. Θωρώ για πρώτη φορά τον γαλάζιο σου ουρανό και τα ροδαλά χρώματα, από ένα ηλιοβασίλεμα, που μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία, κάποιο ξεχασμένο καλοκαίρι .Χώρια πια, από την σκιά του γκρίζου, σε από αποχαιρετώ κι εσένα. Συνέχισε το καθάριο ταξίδι σου μέσα στο γαλάζιο του ουρανού. Πλέον, αναπνέω. Είμαι ζωντανή.

ZN

Ιανουαρίου 10, 2021

Les trois couleurs sentiments.

Volume II.

Couleur:Gris.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις και ανάμεσα μας, μια κενή σελίδα. Αδειάζω μέσα της, κάθε πτυχή του εαυτού μου, μα ακόμη η σελίδα παραμένει κενή. Στέκεται εκεί, σαν θεόρατο τείχος, από εκατομμύρια λευκά χαρτιά, άδειο και αναμένει την επόμενη μου λέξη, που θα σβηστεί για άλλη μια φορά, για να γραφτεί επάνω του, για να επανέλθει, σε αυτό το λευκό χρώμα. Με τον καιρό, αυτό το λευκό χάνει την αίγλη του, μεταμορφώνεται σε ένα θαμπό γκρίζο, που εμποτίζεται με την σειρά του με τις εικονοποιημένες μου ενοχές. Έτσι, με τα χρόνια αυτό το λευκό μεταμορφώνεται σε ένα γκρίζο φθαρμένο τείχος, που μόνη του προσμονή ήταν να γεμίσει, να διανθιστεί. Αυτό το τείχος είναι φθαρμένο, και οι σελίδες του έχουν σκίσει πια. Αιωρούνται στο απόλυτο κενό, περιμένοντας από κάποιον να έλθει να τις γεμίσει.

Μα κανείς δεν καταφθάνει. Οι περιγραφές μου φθείρονται και χάνονται στην χρονική ασυνέχεια των αμέτρητων συλλογισμών μου. Ό,τι γράφω καταστρέφεται. Ό,τι γράφω φθείρεται, μέσα στη συντέλεια μιας κατάλευκης σελίδας. Ό,τι κι αν δημιουργώ εξαϋλώνεται. Τα γυμνά κορμιά, που στροβιλίζονται μέσα από τις κατεστραμμένες και λιπόθυμες λέξεις μου, γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν με το σβήσιμο κάθε λέξης, που συλλαμβάνω ή καταγράφω.

Τα κορμιά αυτά με το πέρασμα του χρόνου παίρνουν ποικίλες μορφές, μετουσιώνονται, όμως πάντα στην πρωταρχική εικόνα, σε αυτή της μούσας ντυμένη με τον ήλιο στα μαλλιά της, να φέρει απάνω της ένα πλήθος από ποικίλα στολίδια, λέξεις και εικόνες. Και καθισμένος δίπλα της ο καλλιτέχνης, να την υπηρετεί, μέσα στο χρονικό επέκεινα της ιστορίας. Η εικόνα μου αυτή, είναι διανθισμένη με την ενοχή.

Η εικόνα μου, έτσι ενοχική καθώς είναι, αποτελεί μια περιγραφή βγαλμένη από την ζωή και τον θάνατο ολόκληρου του κόσμου. Βλέπω το είδωλο μου, μέσα από τα μάτια σου και αναρωτιέμαι, τι είναι αυτό, που σε κάνει να κοιτάς. Η παντοδυναμία αυτού του ενοχικού γκρίζου προέρχεται από ένα κηλιδωμένο λευκό, που αναμείχθηκε με το μπασταρδεμένο μαύρο. Αυτά μαζί δημιουργούν μια ασάφεια, μια ασυνέχεια, που με εγκλωβίζει στην ενοχή, που κανείς δεν μπορεί να ιδεί, μέσα σε αυτήν τη πρωταρχική εικόνα της Τέχνης.

Ακολουθώ τον καπνό και τρέφομαι από τα αποκαΐδια της ζωής μου. Μόνος μου σκοπός, να ξεφύγω από αυτήν την μετριότητα του γκρίζου ειδώλου. Αυτό το απόλυτο γκρίζο χρώμα με φθείρει, σε ένα χρονικό παρόν, και ταυτόχρονα σε ένα χρονικό αύριο, που δεν μπορώ να ιδώ, σαν μια πλευρά του εαυτού μου να τυφλώθηκε, από την θλίψη.

Μια θλίψη, που δεν μπορεί να εξαϋλωθεί. Αυτό το εικονικό δίπολο μεταξύ του εαυτού μου και του εαυτού σου, είναι και ο μόνος λόγος, που συνεχίζω να γράφω με αυτό το γκρίζο χρώμα, ώστε να μπορέσω κάποια στιγμή να το δαμάσω, για να καταφέρω να ιδώ μέσα από τα μάτια σου, ακόμη κι για αυτό τον έναν χτύπο της καρδιάς σου και να καταλάβω, γιατί συνεχίζεις, και με κοιτάς μέσα από τα μάτια σου, που λάμπουν σαν στολίδια στο βαθύ μπλε του ουρανού.

 

ΖΝ

Ιανουαρίου 04, 2021

Les trois couleurs sentiments.

 

Volume I.

Couleur:Noir.

Εγώ περιγράφω, εσύ ζεις. Με το πλήθος των λέξεων δημιουργώ συναίσθημα, και με το συναίσθημα μου, σε εγκλωβίζω μέσα στις κενές μου περιγραφές, χωρίς καμιά απολύτως ουσία. Βαθιά μέσα μου, θέλω να σε πλανέψω, να σε εγκλωβίσω. Έτσι για μια μονάχα στιγμή, για έναν μονάχα χτύπο της καρδιάς σου, να αναπνεύσω, μέσα από την δική σου πνοή και να ιδώ με τα τυφλά μου μάτια, την μεγαλοφυία της Ανώτερης τέχνης.

Η πλάνη των λέξεων είναι τρανή απ’ άκρη σε άκρη, θαμπώνουν και δημιουργούν πλάνες στους αδαείς αναγνώστες, που αποζητούν να αφηγηθούν την περιγραφή κάποιου άλλου και να την παρουσιάσουν, ως δική τους. Η περιγραφή μου είναι αδύναμη, όσο για το λεξιλόγιο μου είναι και αυτό λειψό. Με το μόνο σύμμαχο μου να είναι ένα απόκομμα σκισμένου και τσαλακωμένου χαρτιού, αφηγούμαι, ότι δεν τολμώ να ζήσω. Μια εικόνα σου, χίλιες λέξεις δικές μου, και μια λέξη δική μου, μια λάθος γραμμή στο κατά τα άλλα άρτιο σου έργο. Εγώ σου εξιστορώ ό,τι βιώνεις, ό,τι παρατηρείς μα τώρα δεν έχω καμιά λέξη να ανταποκρίνεται σε αυτό, που θωρώ. Κανένας δεν εφηύρε μια λέξη για την εικόνα σου. Η «ποίηση» σου δεν μπορεί να περιγράψει αυτό, που με έκανες να νιώσω. Η λέξη ζήλια, είναι η αρχή, ίσως μιας πενιχρής αναβίωσης για αυτό, που αντίκρισα. Γιατί ξέρω, βαθιά μέσα μου, πως ποτέ δεν θα καταφέρω να δημιουργήσω αυτό, που οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν, ένα αυθεντικό συναίσθημα.

Το αυθεντικό συναίσθημα, που βιώνει ένας πραγματικός άνθρωπος, ένας δημιουργός, που γεννήθηκε για να Την  υπηρετήσει, χωρίς περιττές αναφορές, χωρίς ανάγκη για εξιστόρηση. Το απόλυτο χάσιμο της έννοιας του χρόνου, μέσα στην πρώτη ματιά των εικόνων, που δημιουργούν όλες μαζί σαν μια άλλη ορχήστρα από πινελιές επάνω σε έναν καμβά και το μόνο χρώμα σου, το πρωταρχικό, το αναλλοίωτο, η αρχή του κακού. Το Μαύρο. Ένα μαύρο τόσο βαθύ, που ακόμα και το ίδιο το φως, δεν μπορεί να διαπεράσει. Η πυκνή σου λεπτομέρεια χάνεται, μέσα στο πλήθος των γραμμών και αναγεννάτε, από την απόσταση, που έχει ο θεατής, από το έργο. Γραμμές ασύνδετες μεταξύ τους κατορθώνουν να αποδώσουν τέτοιο νόημα, που ακόμα και τα ίδια τα γράμματα μιας λέξης δεν κατορθώνουν. Το μαύρο περίγραμμα είναι η αρχή της αφήγησης, εμπρός, αφηγήσου την δική σου ιστορία, χωρίς την βοήθεια των άλαλων κραυγών, που ονομάζουμε γλώσσα.

Μέσα από την κίνηση σου, δώσε το έναυσμα να ανοίξουν νέες αχαρτογράφητες πτυχές για την έκφραση της θείας Τέχνης. Όχι αυτής, που κείτεται ημίθανη μέσα στα νεκρά κλουβιά, αλλά αυτή, που ανταποκρίνεται στην απόλυτη διάλυση της χρονικής ασυνάφειας του δικού της χρόνου. Έλα δημιούργησε με το πινέλο σου, μια νέα χρονική στιγμή στην καμπή του χρόνου της τέχνης, στο δικό σου τώρα. Σε καλώ, να περιγράψεις το νόημα της τέχνης, που οι λέξεις μου αδυνατούν να αποτυπώσουν.



ZN