Αποφάσισα λοιπόν, να γράψω, να γράψω για εσένα. Μέσα από τις μικρές καθημερινές καταστάσεις θα αναλύσω τη δική μου οπτική γωνία. Το κείμενο αυτό δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, ούτε να σε εντυπωσιάσει ούτε να σε κάνει να παρακολουθήσεις την προσωπική ζωή μου μέσα από μια κλειστή πόρτα, μέσα από μια κλειδαρότρυπα. Θέλω να ξέρεις πως αυτό το εγχείρημα είναι, ίσως ένα από τα δυσκολότερα, που έχω κάνει. Σε γενικές γραμμές ποτέ δεν δυσκολεύτηκα να εκφράσω τις σκέψεις μου τουλάχιστον επάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Η κατάσταση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί για αυτό και δεν πρόκειται να προβλέψω την έκβαση της. Καταλαβαίνεις απόλυτα, κουνάς το κεφάλι σου με μικρές κινήσεις πάνω κάτω, με χαροποιεί ιδιαίτερα, που μπορώ να είμαι ειλικρινής για έναν φανταστικό αναγνώστη αυτή τη στιγμή. Το πρόβλημα είναι, πως άλλοτε δεν είχα πρόβλημα να μείνω μόνη, κλεισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους, μπορώ να πω μάλιστα, πως από την συμπεριφορά μου το επιδίωκα μετά από ένα σημείο. Σήμερα έκανα μια βόλτα μόνη αργά την νύχτα, μην φανταστείς μακριά αλλά και πάλι είναι ένα βήμα, νομίζω πως επιδιώκω την επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους πράγμα αξιοπερίεργο για εμένα, καθώς με θεωρούσα μοναχικό άτομο στα όρια του αντικοινωνικού. Όταν σε γνώρισα όμως, δεν ήθελα πια να είμαι μόνη. Εκεί είναι το πρόβλημα, είναι πολύ θετικό, που μπορώ να το εντοπίσω, νομίζω κάνουμε πρόοδο μέχρι στιγμής, πάλι καταλαβαίνεις απόλυτα και ξανά κουνάς νωχελικά το κεφάλι σου. Βλέπεις είμαι ένας πολύ απλός άνθρωπος, με ενδιαφέρουν τα καθημερινά πράγματα, μου αρέσει πραγματικά η σιωπή για να εξισορροπείται με το χάος των σκέψεων μου. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να κοιτάζω τον ουρανό την νύχτα, που έχει σύννεφα και να υπολογίζω αν αύριο θα βρέξει. Μου αρέσει όταν διασχίζω τους δρόμους και ο μόνος ήχος, που ακούω, είναι το πέρασμα ενός αυτοκινήτου που περνάει μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Έχω όμως, αυτή την αφελής σκέψη, πως όταν βγαίνω έξω στο δρόμο κοιτάζω γύρω μου σαστισμένη, σαν να περιμένω κάτι με μεγάλη αγωνία-καρτερώ θα μπορούσε κάποιος ποιητής να πει-φαντάζομαι να σε βλέπω να εμφανίζεσαι από το τέλος του δρόμου, ακούω τον ήχο της ανάσας σου, τον χτύπο της καρδιάς σου να έρχεται όλο και πιο κοντά σε εμένα. Είναι πραγματικά μια πολύ αφελής σκέψη από μέρος μου καθώς ξέρω, πως δεν θα συμβεί αυτό, αλλά όταν παραδίδομαι σε αυτή την σκέψη, αναπολώ το βλέμμα σου όταν χανόσουν στις σκέψεις σου ενώ μου κράταγες το χέρι, τα μάτια σου που έλαμπαν όταν αντικρίζαμε ο ένας τον άλλον μέσα στο πλήθος. Ξέρεις ακόμα μπορώ να ξεχωρίσω αυτό το βλέμμα όταν είμαι εγώ μέρος του πλήθους, είναι το βλέμμα του ερωτευμένου: το απόλυτα παραδομένου έρωτα που εκτυλίσσεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, που δεν αναγνωρίζει όρια ούτε εμπόδια, είναι κυριολεκτικά το «απόλυτο» πάθος. Αυτή η σκέψη πως έρχεσαι κοντά μου με καθησυχάζει, με αυτή την σκέψη πλαγιάζω τόσο καιρό και με αποκοιμίζει, ένα παραμύθι για μεγάλους. Μέσα σε αυτή την ψευδαίσθηση μου μπορώ να ανακαλέσω όλες μου τις αναμνήσεις, ότι έχει συμβεί, μπορώ να ξαναδώ να χαμογελάς και ο κόσμος γύρω μου να γίνεται λίγο περισσότερο ανεκτός από πριν, να σε βλέπω να μου κρατάς το χέρι στοργικά και να με χαϊδεύεις, ενώ εγώ εκείνη την στιγμή απολαμβάνω την σιωπή. Ανάμεσα σε δυο σιωπές υπάρχει η δυνατότητα να γεννηθούν πολλά, είπε κάποιος. Ανάμεσα στις δικές μας σιωπές εγώ ερωτεύτηκα την σιωπή σου, την απλότητα σου, την γαλήνη σου αλλά και την ένταση σου.
Περιγράφω μια κατάσταση μερικών δευτερολέπτων με τόση λεπτομέρεια για να μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη μου κάθε στιγμή, που πέρασα δίπλα σου. Το ζήτημα με την έννοια της σιωπής παίζει θεωρώ καθοριστικό ρόλο σε σχέση με την ψευδαίσθηση μου. Βλέπεις η σιωπή ήταν αυτό που έλειπε στην ζωή μου. Η απόλυτη ηρεμία, η γαλήνη. Δεν πρόκειται να αναλωθώ στο γεγονός να αναπληρώσω την σιωπή αυτή, να την μοιραστώ θέλω, ίσως, δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο ούτε για εμένα. Σίγουρο είναι, πως μου λείπεις, η άδεια θέση που υπάρχει, η μονή οδοντόβουρτσα, αντί για το ζευγάρι, η μόνη κούπα καφέ που κάνω τα πρωινά. Η ανάγκη μου να εκφράσω τα άγχη και τα πάθη μου, να μοιραστώ την σχεδόν γκρίζα καθημερινότητα μου μαζί σου, δεν μου λείπει κάποια αόριστη παρέα, παρά μόνο εσύ. Είναι για πρώτη φορά ξεκάθαρο πως δεν χρειάζομαι κανένα στην ζωή μου, αλλά από την άλλη θέλω να είσαι στη ζωή μου. Αυτή η ψευδαίσθηση δεν φεύγει από το μυαλό μου, ακούω βήματα στο κοντά στο σπίτι και αναμένω να σε δω να στρίβεις στο στενό του σπιτιού μου χωρίς καμία προειδοποίηση, απλά να εμφανιστείς, να σε δω να μου κάνεις νόημα να ανοίξω την πόρτα και να κατέβω τρέχοντας τις σκάλες σαν τρελή και σχεδόν άυπνη για να σε αγκαλιάσω, να χωρέσω μέσα στα μεγάλα σου χέρια και να γελάσουμε και οι δύο ταυτόχρονα, να κάνω σαν μικρό παιδί όταν είμαι κοντά σου, να σε πάρω πάλι τηλέφωνο όταν είμαι μεθυσμένη για να σου εξομολογηθώ ότι είμαι ερωτευμένη μαζί σου , χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θέλω τόσο πολύ να γεμίσουν τα σεντόνια μου ξανά με το άρωμα σου, το άρωμα μας. Να κάνουμε για μια ακόμα φορά παθιασμένο έρωτα αλλά αυτή την φορά να μην φύγεις, να καπνίσουμε το ίδιο τσιγάρο και να σε ακούω να μου μιλάς για τα όνειρα σου. Βγαίνοντας λοιπόν, από το συναισθηματικό κομμάτι και την αναπόληση αυτού του παραμυθιού για ενήλικες, μου ζήτησες χρόνο και εγώ θέλω να στον δώσω, δεν έχω καμία πρόθεση να σε πιέσω, ούτε όμως και να σε κυνηγήσω. Ξέρεις πολύ καλά, που να βρεις, εγώ απλώς θα συνεχίζω την καθημερινότητα μου, χωρίς να εμπλέκεσαι εσύ συναισθηματικά κάπου, είσαι ελεύθερη ψυχή, δεν μπορεί κανένας να σε «φυλακίσει» μέσα σε μια συνθήκη, που δεν μπορεί να λειτουργήσει, καταλαβαίνω. Είναι, όμως αυτή η αέναη κατάσταση της αναμονής, που με κάνει να χάνω την ελπίδα μου, μερικές φορές και την ψευδαίσθηση μου. Σε παρακαλώ μην πάρεις την ψευδαίσθηση μου μακριά. Θα συνεχίσω να κοιτάζω από το μπαλκόνι τους περαστικούς μήπως και σε δω τυχαία να περνάς, κοιτάζω όλα τα μέρη της αχανής πόλης και σε κανένα δεν είσαι εκεί σαν να χάθηκες και ούτε εσύ ξέρεις που γυρνάς. Θα συνεχίσω να περπατώ μόνη τις νύχτες και να καρτερώ το βλέμμα σου, θα συνεχίσω να βγαίνω έξω στους δρόμους και να σε αναζητώ, άραγε εσύ με ποιά ψευδαίσθηση κοιμάσαι;
Ο
φανταστικός αναγνώστης μου νομίζω πως ξέρει, εσύ ξέρεις τι είναι αυτό, που σε
κρατά ανήσυχο την νύχτα ώσπου να ανατείλει ο ήλιος;
Αυτά είχα να σου εξιστορήσω και πάλι φανταστικέ μου
αναγνώστη, χωρίς κάποιο σημείωμα, χωρίς κάποια επεξήγηση θα σε αφήσω να
αποκοιμηθείς δίπλα σε αυτό το κομμάτι χαρτί που διαβάζεις, μόνο σε αυτήν την
ασφυκτικά γεμάτη πόλη, που δεν κοιμάται ποτέ, ελπίζω να ξεκουράσεις το κορμί σου
και να μπορέσω να ακούσω την ανάσα σου καθώς αποκοιμήθηκες για άλλη φορά στο
ακουστικό του τηλεφώνου.